Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Το ημερολόγιο ενός Μισθοφόρου

Και περπατάμε και περπατάμε μέσα το πυκνό δάσος του Αστροθ, περπατάω μέσα σε μία γη που οι ιστορίες των παππούδων μου αποκαλούσαν καταραμένη. Κρατάω ακόμα το σπαθί μου στα χέρια μου και παρατηρώ ότι σχεδόν όλη η λεπίδα του έχει καλυφτεί από ένα πράσινο-μαύρο υγρό, μάλλον το αίμα του τρολ που σκότωσα εγώ και η συντροφιά μου πριν από λίγο.
Κοιτάζω προς τα δεξιά μου και βλέπω την πανέμορφη τοξότη μας την λένε Αζάμαρ και το όνομα της σημαίνει Άστρο του βορρά, μου το εξήγησε λίγο πριν ξεκινήσουμε την αποστολή μας, βεβαία ποτέ δεν θα μπορούσα να πιστέψω πως ένα τόσο λεπτεπίλεπτο πλασμάτακι θα μπορούσε να είναι πιο φονικό και από τον Στράτο ολοκλήρου βασιλείου. Λεπτή και κοντούλα με ξανθά σγουρά μαλλιά και παγερό ύφος φορώντας μονό μια δερμάτινη πανοπλία πάνω από τα μεταξωτά της ρούχα με την φαρέτρα της περασμένη στην πλάτη και ένα μικρό ξιφίδιο να χοροπηδεί στον γοφό, με μοναδικό δυσανάλογο πάνω της τα μεγάλα μυτερά αυτιά της, βάζω στοίχημα όλη την πανοπλία μου ότι πρέπει να είναι τιμημένη ανάμεσα στα ξωτικά του δυτικού Κόσμου, μας έσωσε στην αρχή της περιπλάνησης μας από μια εικοσάρια imps που θέλανε το αίμα μας επειδή περάσαμε μέσα από τα λημέρια τους.
Τώρα βεβαία εκείνο το σημείο δεν είναι λημέρι κανενός, εκτός αν τα νέκρα από βέλη imps νεκραναστηθούν χάρη στην μαύρη μαγεία κάποιου Νεκρομάντη.
Μερικά μέτρα μπροστά μου περπατάει ο Μάγος της συντροφιάς, ξερακιανός με μακριά γκρι μαλλιά και κόκκινο μανδύα, ενδεικτικό το ότι κάποτε πριν πολλές δεκαετίες είχε ενταχθεί στο Τάγμα της φωτιάς, αρνήθηκε να μου πει το όνομα του γιατί με θεώρει αρκετά κατώτερο του και το όνομα του θα σπιλωθεί αν το ακούσουν τα ποταπά αυτιά μου, κρατάει ψιλά το ξύλινο ραβδί του και η άκρη του χύνει άπλετο φώς σε κάθε γωνία αυτού του καταραμένου Δάσους, λάθος τεχνική πιστεύω, είναι σαν να φωνάζουμε σε όλα τα τέρατα που ελλοχεύουν πίσω από τα υπεραιωνοβία δέντρα ότι περνάει το γεύμα τους. Μέχρι στιγμής δεν τον έχω δει να κάτι το φανταστικά μαγικό, πέρα από το κολπάκι με το φώς, όσες φόρες εμπλακήκαμε σε μάχη κάθεται αρκετά πίσω και προσεύχεται στους δικούς του θεούς.
Σε γενικές γραμμές είμαι δύσπιστος με τους Μάγους και την μαγεία, κάτι που δεν μπορείς να το πιάσεις, να το μυρίσεις και να το δεις μάλλον δεν υπάρχει. Στην μονή μαγεία που πιστεύω είναι το ατσάλι που κρατάω στα χέρια μου και στον τρόπο που αυτό δημιουργήθηκε στα χυτήρια του χωρίου μου.
Αν και δεν τον βλέπω μπορώ εύκολα να ακούσω τα βαριά βήματα και την κοφτή ανάσα του τρίτου συντρόφου, είναι αυτός που οργάνωσε αύτη την αποστολή, μας βρήκε στο πανδοχείο και στην αγορά του χωρίου που κρύβεται πίσω και από την σκιά αυτού του ζοφερού βουνού, μας συστήθηκε σαν τον πρίγκιπα Έργκοθ το βασίλειο του βρισκόταν μακριά από τον δικό μας γνωστό κόσμο, είναι ο Πρίγκιπας ενός κόσμου οπού το χρυσάφι και το ασήμι ρέει άφθονο λόγω των ορυχείων που έχει σκάψει ο λαός του βαθειά μέσα στην γη, και όντος είχε παράξενη όψη που δεν είχα ξαναδεί, ήταν κοντός, πολύ κοντός θα μπορούσα να πω, γύρω στο ένα μέτρο ύψος και ένα μέτρο πλάτος μού είπε ότι ήταν νάνος, αν και δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς.
Η κοιλία του πιεζόταν κάτω από ένα αλυσιδωτό θώρακα ο οποίος είχε κατασκευαστεί από κάποιο μέταλλο άγνωστο σε μένα. είχε μακριά πυρόξανθα μαλλιά και γένια τα οποία τα είχε πιάσει σε δύο πλεξούδες που ξεκινούσαν από το πιγούνι του. Είχε περασμένο στην ζώνη του ένα πολεμικό πέλεκυ φτιαγμένο από ατόφιο χρυσάφι και είχε πάνω του σχεδιασμένο δύο βουνά που πλέον είχαν καλυφτεί με μαύρες και και κόκκινες κηλίδες από τα τέρατα που είχαμε σφαγιάσει.
Μας είχε υποσχεθεί ένα θησαυρό καταπληκτικό, είχε πει ότι άμα καταφέρναμε να φτάσουμε στην κορυφή του βουνού θα βρίσκαμε τόσα Χρύσα νομίσματα ώστε αν τα βάζαμε το ένα πάνω στο άλλο θα μπορούσαμε να φτιάξουμε δεύτερα τείχη στην Βασιλική πόλη της Ισμαρ, το θησαυρό τον είχε κρύψει ο προπάππος του ενώ επέστρεφε με τον στρατό του από τον πόλεμο των Φυλών, που είχε γίνει πριν εκατοντάδες χρόνια, διότι τα στοιχεία της φύσης του εναντιώθηκαν πάνω στο βουνό και αναγκάστηκε να κρύψει τον θησαυρό για να σώσει το στράτευμα του.
Και στην μέση τις συντροφιάς είμαι εγώ ο Αρασμότ διανύω την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου και εξασκώ την τέχνη του σπαθιού από τα δεκαπέντε μου σαν μισθοφόρος, κρατάω ακόμα το σπαθί μου χρησιμοποιώντας και τα δύο μου χέρια και δεν θέλω να το ξεκουράσω στην θήκη του διότι με τα χρόνια έγινα πιο αργός στις αντιδράσεις μου και σε αυτό το μέρος δεν ξέρεις πότε θα δεχτείς την επομένη επίθεση, βεβαία μπορώ άνετα να το χειριστώ εξίσου καλά είτε μόνο με το δεξί είτε με το αριστερό μου χέρι όταν χρησιμοποιώ ασπίδα, αλλά δυστυχώς η ασπίδα μου καταστράφηκε όταν μας επιτέθηκε μια γιγάντια αρκούδα, με δύο χτυπήματα της την μετέτρεψε σε αυτό από το οποίο είχε δημιουργηθεί, μια άμορφη μάζα ατσαλιού και αναγκαστικά την άφησα σαν επιτύμβια στήλη πάνω από το καταματωμένο σώμα της όταν τελειώσαμε μαζί της.
Η πανοπλία μου αποτελείτε από διαδοχικές σιδερένιες πλάκες οι οποίες κατασκευάστηκαν με ευλάβεια από τον σιδερά του χωρίου οπού μεγάλωσα εγώ και τα αδέρφια μου. Επίσης τυλιγμένοι στους πήχεις των χεριών μου βρίσκονται δυο αλυσιδωτά προστατευτικά τα οποία αγόρασα λίγο πριν γνωρίσω τον νάνο.

-Σε λίγο πλησιάζουμε στην κορφή να είστε έτοιμοι για ότι και αν συμβεί. Ακούστηκε η βραχνή φωνή του Έργκοθ.

Ακούω δίπλα μου την χορδή του τόξου της Αζάμαρ να τρίζει ενώ τοποθετεί ένα βέλος, ενώ ταυτόχρονα κατεβάζω την μύτη του σπαθιού μου κοντά στο χώμα για να είμαι έτοιμος να αποκρούσω οποιαδήποτε επίθεση δεχτώ.
Ο μάγος με ένα κοφτό ψιθύρισμα έσβησε την φωτιζόμενη άκρη του ραβδιού του και ήρθε πίσω από την ασφάλεια του θα μπορούσε να του παρέχει το σπαθί μου.
Το φεγγάρι έλουζε το μακάβριο δάσος και μας χάριζε μια ανεπαρκής ορατότητα.
Ο νάνος πέρασε μπροστά κρατώντας τον πολεμικό του πέλεκυ με τα δύο του χέρια σε πλάγια θέση δημιουργώντας μια ορθή γωνία με το σώμα του.
Μετά από λίγα μετρά κοντοστάθηκε, έβγαλε από την αριστερή του τσέπη ένα κομμάτι χαρτί και το μελέτησε για λίγο και ύστερα γύρισε προς το μέρος μας.
Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι μέσα στο φεγγαρόφως τον είδα να χαμογελάει κάτω από το χοντρό μουστάκι του.

-Ο θησαυρός είναι κάπου εδώ! Αναφώνησε ο νάνος αλλά η τελευταία του λέξη καλύφθηκε από μια απόκοσμη κραυγή και ένα δυνατό βούισμα άρχισε να ακούγετε ενώ τα μακριά μαλλιά του νάνου άρχισαν να ανεμίζουν από ένα ρεύμα αέρα που δημιουργήθηκε ξαφνικά.

Και τότε έκανε την εμφάνιση του ένα πλάσμα που η ιστορία του χάνεται μέσα στους αιώνες, τότε που τα δέντρα αυτού του σκοτεινού βουνού είχαν μόλις φυτρώσει, ένα πλάσμα που το είχα ακούσει μόνο στα παραμύθια που μου έλεγαν οι παππούδες μου που το είχαν ακούσει από τους δικούς τους παππούδες. Το πλάσμα σηκώθηκε στον αέρα ήταν τεράστιο τουλάχιστον είκοσι μέτρα από φτερό σε φτερό, έμεινα αποσβολωμένος κοιτώντας τον Δράκο, είχε αστραφτερό ασήμι χρώμα και πέταγε απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας.
Η αντίδραση της συντροφιάς ήταν άμεση, το ξωτικό άρχισε ένα καταιγισμό βέλων ενάντιων του Δράκου,
Έτσι μπράβο κούκλα μου σκέφτηκα, κάνε αυτό το πλάσμα να προσγειωθεί και ίσως καταφέρω να του κάνω κάποιο σοβαρό χτύπημα, αρκεί να μην έχει στομώσει η λεπίδα του σπαθιού μου από τις μάχες που κάναμε μέχρι να ανέβουμε εδώ πάνω.
Ο νάνος μπροστά μου μάλλον έβρισε στην δίκια του ακατανόητη διάλεκτο την ιπτάμενη απειλή, ενώ ο μάγος είχε πάλι αρχίσει να προσεύχεται, ώσπου για πρώτη φόρα στην ζωή μου είδα να εφαρμόζεται μαγεία, η δύο παλάμες του μάγου γεμίσανε φλόγες, με μία απότομη κίνηση του καρπού του τίναξε μια τεράστια μια τεράστια μπάλα φωτιάς σε ένα διπλανό τεράστιο πεύκο το οποίο λαμπάδιασε λες και ήταν σπίρτο, φωτίζοντας έτσι το πεδίο της μάχης, τότε μπόρεσα να δω καθαρά τον δράκο τα βέλη της Αζάμαρ είχαν καρφωθεί παντού στα φτερά του δράκου κάνοντας τις πράσινες σταγόνες αίματος που πέφτανε να μοιάζουν με βροχή και τότε ήταν που με μία δεύτερη απότομη κίνηση του μάγου η άλλη μπάλα φωτιάς εκτοξεύθηκε προς την μεριά του κτήνους, τυλίγοντας στις φλόγες το δεξί φτερό του. Ο Δράκος έβγαλε μια δυνατή κραυγή και άρχισε μια κάθετη εφόρμηση εναντίων της συντροφιάς, πετάχτηκα γρήγορα στα δεξιά για να μην με πλακώσει ο όγκος του τέρατος. Τώρα μπροστά μου βρίσκεται ένα τέρας που θα έπρεπε να υπάρχει μόνο σε μύθους, το ένα του φτερό είναι κατεστραμμένο απο την μπάλα φωτιάς του μάγου ενώ μπορώ να μυρίσω την αψιά μυρωδιά της καμένης σάρκας του. Έχει ξεγυμνώσει τα κοφτερά δόντια του και βγάζει σφυριχτούς ήχους προς το μέρος της συντροφιάς και ταυτόχρονα κουνάει απειλητικά την ούρα του, περιμένοντας να τσακίσει την ραχοκοκαλιά όποιου πλησιάσει, τα πόδια του είναι χοντρά σαν κορμοί δέντρων με μαύρα γαμψά νύχια τα όποια χάραζαν αυλάκια στο χώμα έτοιμα να ξεσκίσουν την σάρκα μας.
Πιάνω με την άκρη του ματιού μου τον νάνο έχοντας πάνω από το κεφάλι του τον πέλεκυ να επιτίθεται με μια ιαχή προς τον λαιμό του δράκου, ήταν πιο γρήγορος απ’ότι πίστευα με τρείς δρασκελιές είχε πλησιάσει τόσο κοντά το κτήνος και την στιγμή που ήταν έτοιμος να κατεβάσει τον πελέκυ τσακίζοντας τον λαιμό του η μακριά ουρά του τον χτύπησε στα πλευρά εκσφενδονίζοντας τον πάνω στον κορμό ενός δέντρου. Ήμουν σίγουρος ότι ο σύντροφος μου ήταν νεκρός η δύναμη του χτυπήματος ήταν τεράστια, σε ένα κοινό άνθρωπο ο θάνατος θα ήταν ακαριαίος, όμως σε κλάσματα δευτερολέπτων είδα το νάνο να σηκώνετε κρατώντας το όπλο του στα χέρια του και ξεστομίζοντας ύβρεις προς τον δράκο.
Γυρίζω το βλέμμα μου προς την Αζάμαρ βλέπω ότι έχει μονό δύο βέλη στην φαρέτρα της, τα χαρακτηριστικά της είναι τραβηγμένα από την ένταση, πιάνει με τα δύο δάκτυλα της ένα βέλος και το τοποθετεί στην χορδή τραβώντας την πίσω, σημαδεύει τον Δράκο ο οποίος βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά της και βρυχάται, αφήνει το βέλος να γλιστρήσει από τα χέρια της και με ταχύτητα καρφώνετε στο Δεξί μάτι του Δράκου.
Το κτήνος συσπάτε και αφήνει μια διαπεραστική κραυγή. Έχω σαστίσει εκεί που θα έπρεπε να είναι το δεξί μάτι του Δράκου τώρα υπήρχε η γαλαζοπράσινη φτερωτή του βέλους ενώ το πράσινο αίμα του Δράκου δημιουργούσε αυλάκια καθώς κυλούσε πάνω στο ασημί του δέρμα.

-Τώρα ηλίθιε άνθρωπε! Την άκουσα να φωνάζει

Ήξερα τι εννοούσε με το τώρα, εδώ έπρεπε να κάνω την κίνηση μου ο Δράκος σπαρταρούσε από τον πόνο και ίσως είχα την ευκαιρία να του επιφέρω κάποιο χτύπημα.

-στην βάση του λαιμού κάρφωσε τον. Συμπλήρωσε.

Άρχισα να τρέχω προς το μέρος του, ενώ η κοφτερή άκρη του σπαθιού μου χάραζε ένα βαθύ αυλάκι πίσω μου.
Ο Δράκος σταμάτησε να κραυγάζει και γύρισε το γέρο του μάτι προς το μέρος μου.
Περίμενα να μου επιτεθεί με την ούρα του και ήμουν έτοιμος για αυτό, με ένα μικρό άλμα θα μπορούσα να την αποφύγω και έτσι θα πέρναγα άμεσα στην επίθεση μου. Όμως ο Δράκος με αιφνιδίασε έστρεψε το σώμα του εναντίων μου και βρέθηκα αντιμέτωπος με τα δυνατά του σαγόνια, κατέβασα δυο φόρες δυνατά το σπαθί μου στο τεράστιο κεφάλι του δίχως να τον πληγώσω και μετά άρχισα να κουνάω σαν παλαβός το σπαθί μου αριστερά και δεξιά για να αποφύγω τις τρομερές επιθέσεις που άρχισε το κτήνος εναντίων μου. Είχα αρχίσει και κουραζόμουν και πίστευα ότι αργά η γρήγορα θα γινόμουν ένα μικρό γεύμα για τον Δράκο.
Ξαφνικά η κραυγή του μάγου ακούστηκε διαπεραστική. Ο Δράκος αποφάσισε να σταματήσει να ασχολείται μαζί μου δίνοντας μου ένα δυνατό χτύπημα με το πόδι του στα πλευρά μου, το οποίο με τίναξε στον αέρα, ένιωσα το αίμα μου να τρέχει στο σώμα μου και αμέσως κατάλαβα ότι η πανοπλία μου είχε συντριβεί, πίστευα ότι είχε έρθει η ώρα να συναντήσω τους προγόνους μου. Έριξα μια γρήγορη μάτια προς τον Μάγο, ο μανδύας του ανέμιζε δίνοντας του μια αλλόκοτη όψη, είχε τα χέρια του τεντωμένα με τις παλάμες του προς το μέρος του δράκου, ένα μοχθηρό χαμόγελο σχηματιζόταν στο λιπόσαρκο πρόσωπο του, ένας κεραυνός πλήττει τον μάγο και αντανακλάται προς τον Δράκο, Ενώ εγώ νιώθω την πλάτη μου να χτυπάει σε μία σκληρή επιφάνεια, κάποιο δέντρο υποθέτω βρέθηκε στην τροχιά μου, ακούω τον διαπεραστικό ήχο που κάνει το κόκαλο που σπάει, η ραχοκοκαλιά μου τσακίζετε στα δύο, αλλά δεν νιώθω πόνο, με κυριεύει γαλήνη, μπορώ να ακούσω ζητωκραυγές, αμυδρά βεβαία, αλλά τις ακούω, ο δράκος μάλλον είναι νεκρός, το μάγουλο μου τώρα ακουμπάει το παγωμένο χώμα, χαίρομαι ο θησαυρός τώρα είναι δικός μάς, μάλλον όχι δικός μας, της συντροφιάς μου, τα μάτια μου είναι κλειστά αλλά μπορώ να δω, με κάποιον μαγικό τρόπο, αραχνοΰφαντους ανθρώπους να με πλησιάζουν μερικούς τους αναγνωρίζω, ο πατέρας μου, ο θείος μου, ο παππούς μου και αλλά νεκρά συγγενικά μου πρόσωπα μου ψιθυρίζουν αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι μου λένε.
Έχω την τιμή να έχω ένα θάνατο ηρώα, θανάσιμα πληγωμένος από κάτι πολύ δυνατότερο από εμένα.
Θέλω να ουρλιάξω, όχι από φόβο, αλλά από χαρά.
Θέλω να πω στον πάππου μου και στον πατέρα μου ότι τελικά οι Δράκοι υπάρχουν, ότι πάλεψα με έναν.
Αλλά δεν βιάζομαι πλέον ξέρω ότι θα μου δοθεί η ευκαιρία να τους τα πω όλα
Εξάλλου πλέον θα έχουμε άπλετο χρόνο να συζητάμε.

ΤΕΛΟΣ



kalanapathw

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου