Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Κεφάλαιο 18 Ιστορίες και … Μπύρα.

To κελάρι των Γκόμπλιν φάνηκε να μην είναι και το πιο κρυφό μέρος του κόσμου. Ο Σκόρος όταν έφτασε εκεί βρήκε τον πατέρα του να ψαχουλεύει το πόμολο της πόρτας.
«Διψάμε ?» ρώτησε ο Σκόρος και ο γηραιός νάνος πετάχτηκε στην θέση του κρύβοντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη του.
«Εχμ … Ω έλα τώρα! Τόσα έχουν γίνει τόσα πολλά, μια μπύρα μόνο καλό μπορεί να κάνει!»
Ο Σκόρος δεν απάντησε , απλός έβαλε δύναμη στην πόρτα σπάζοντας την σε ένα σημείο οπού υπήρχε ένας σάπιος ρόζος , το ξύλο σε εκείνο το σημείο ήταν αδύναμο, έτσι αποκόπηκε η πόρτα από την κλειδαριά.
«Μα …» άρχισε ο πατέρας του.
«Σιγά μην την έφτιαξαν μόνα τους τα Γκόμπλιν» του απάντησε ο Σκόρος.
Και όντος το άρωμα που μυρίστηκαν έρχονταν από το άρωμα μπύρας που μόνο οι νάνοι μπορούσαν να φτιάξουν.
«Αχ Μπύρα !» αναφωνήσαν με λατρεία οι νάνοι.
«Αχ Μπύρα!» αντήχησε στο κελάρι. Πατέρας και γιος κοιτάχτηκαν σίγουρα αυτό δεν ήταν αντίλαλος. Με μερικά βήματα ανακάλυψαν τον Τόμπο που ήταν καθισμένος στο πάτωμα και στηριγμένος σε ένα βαρέλι που είχε κάνουλα με μια κανάτα στο χέρι. Ο Τόμπο είχε γίνει σκνίπα, σε αντίθεση με τους νάνους εκείνος ζήτησε να του δώσουν ένα –ποτάκι- και τα γκουβαρντάδικα γκόμπλιν του παραχώρησαν το κελάρι, μπορεί κανείς να αρνηθεί όταν έχει μια ολόκληρη μέρα να πιει μπύρα ?
Ο Σκόρος κατέβασε με μια γουλιά την Μπύρα του. Είχε περάσει μόλις μια μέρα συνειδητοποίησε, και του είχε φανεί αιώνας. Του έλειπε το λατομείο του , του έλειπε η ήρεμη ζωή του, του έλειπε η Θέκλα. Με αυτό το τελευταίο ο Σκόρος απόρησε ,ξαναγέμισε το ποτήρι του και το κατέβασε μονοκοπανιά , εντάξει, πλέον του έλειπε μόνο το λατομείο και η ήρεμη ζωή του και τα βιβλία του , μάλλον κάπου μπερδεύτηκε το μυαλό του. Στο κάτω κάτω η Θέκλα ήταν εκεί.
Βέβαια ο Σκόρος δεν σκοτίστηκε για το τι του έκρυβε η καρδιά του, εκείνη τη στιγμή είχε μια ευκαιρία να πιεί με την καρδιά του, και σύντομα άρχισε να κοντράρει τον πατέρα του και να γελάνε μαζί όπως δεν είχαν κάνει ποτέ παλιότερα. Ακόμα μπορούσε να ρωτήσει τον πατέρα του μερικά πράγματα.
«Πατέρα…» είπε αφού ο γέρο νάνος σκούπιζε την λευκή του γενειάδα από το σαρακοστό ή σαρακοστό τέταρτο ποτήρι μπύρας.
«Πάντα νόμιζα πώς ήσουν ένας απλός σιδεράς, δεν μου είπες ποτέ ότι πήρε μέρος στον πόλεμο των ξωτικών ,ούτε μου είπε για την δύναμη σου να εξουσιάζεις τις φλόγες. Γιατί το έκανες αυτό πατέρα ?»
Ο γέρο Βύρων δεν φάνηκε να χαίρετε με αυτήν την ερώτηση. Το χαμόγελο του έσβησε , λες και δεν είχε πιεί ούτε μια σταγόνα μπύρας, έμεινε για λύγο σιωπηλός για λίγο.
«Ντρεπόμουν…» απάντησε ο βετεράνος του πολέμου.
«Ντρεπόσουν ? που ήσουν ένας ήρωας, που ….» άρχισε να λέει ονειροπόλα και απερίσκεφτα ο Σκόρος.
«ΝΤΡΕΠΟΜΟΥΝ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝ ΕΝΑΣ ΗΛΙΘΙΟΣ.» ούρλιαξε ο Βύρων ,πετώντας το κύπελλο του μακριά.
Ο Σκόρος τρόμαξε, ο Πατέρας του πάντα υπήρξε πολύ ήπιος για να κάνει μια τόσο βίαιη πράξη και να πετάξει το ποτήρι της μπύρας του. Ο Σκόρος ψέλλισε κάτι σαν –γιατί?- στα χείλια του και έμμηνε σιωπηλός περιμένοντας απάντηση από τον πατέρα του. Ο γέρος άντρας φαίνονταν να πονούσε που έφερνε στο μυαλό του εκείνες τις αναμνήσεις. Αρχικά ο Βύρων φαινόταν πως δεν θα μιλούσε καθώς η σιωπή έπαιρνε πολύ σε μάκρος, αλλά η υπομονή του Σκόρου έφερε καρπούς.
«Ρώτα τον φύλο σου τον Βησσαρίων, είναι περήφανος για τα κατορθώματα του στον πόλεμο? Όσο περήφανος είναι αυτός , άλλο τόσο είμαι εγώ.» σιωπή και πάλι. Πλέον μόνο μια χαλασμένη κάνουλα που έχανε μια σταγόνα που και πού μπορούσε να σπάει εκείνη την σιωπή.
«Δεν μπορώ να σου απαντήσω δυστυχώς λεβέντη μου, Μπορώ να σου πω ένα μόνο, ο πραγματικός ήρωας είναι ο πατέρας του Τόμπο, αυτός μου έδηξε τον δρόμο που βαδίζω.» ο βετεράνος σηκώθηκε όρθιος
«Εγώ …» άρχισε να λέει αλλά κόμπιασε, είχε πιεί πολύ μπύρα για την ηλικία του και τα συναισθήματα του είχαν αρχίσει να βγαίνουν ανεξέλεγκτα.
«Πατέρα πρέπει να μάθω!...» είπε ο Σκόρος , αλλά ο Βύρων δεν άκουγε, του είχε γυρίσει την πλάτη και απομακρυνόταν με βήμα γοργό. Ο Σκόρος δεν τον ακολούθησε, ήξερε τον πατέρα του, αν έλεγε όχι το εννοούσε , και εξάλλου το θέμα τον στεναχωρούσε. Σίγουρα σε κάποια στιγμή στο μέλλον ο Πατέρας του θα του απαντούσε.
Ο Βύρων τα είχε κοπανίσει για τα καλά, δεν ήταν πια ένας ρωμαλέος νάνος που θα μπορούσε να γονατίσει ένα βαρέλι μπύρας μοναχός του. Καταριόταν τον εαυτό του που ήθελε να παραβγεί με τον γιό του στο ποτό. Βγήκε από το κελάρι, έστριψε σε μια γωνία και όταν βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος βυθίστηκε στις αναμνήσεις του.
Ο Βύρων ήταν πλέον ένας νέος νάνος , όμορφος με περιποιημένη γενειάδα , στιβαρά μπράτσα , γυμνασμένο από την δουλειά κορμί και έξυπνα μάτια. Είχε την ηλικία το γιού του , εικοσιπέντε με τριάντα , νιάνιαρο αν σκεφτείς ότι οι νάνοι ζουν τριακόσια με τετρακόσια χρόνια.
Εκείνον τον καιρό ειρήνης μετά τον πρώτο πόλεμο των ξωτικών , ο χειμώνας ήταν βαρύς, ανακόπτοντας όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Ο Βύρων εργαζόταν σαν παραγιός σε ένα σιδηρουργείο στη πόλη Έλδορ, η δουλειές πήγαιναν πρίμα , το μέταλλο πουλιόταν πιο πολύ και από ζεστά ψωμάκια, όπλα , πανοπλίες, ασπίδες, βέλη, πέταλα αλόγων, πόρπες και άλλα πολλά. Την στιγμή που το καυτό μέταλλο ενός ξίφους τσιτσίριζε στο νερό η πόρτα του σιδηρουργείου άνοιξε. Ο Βύρων προσπάθησε να διακρίνει μέσα από τους ατμούς τον νεοφερμένο στο μαγαζί, έβλεπε σωστά ? μια γυναίκα ? Μια γυναίκα σίγουρα δεν είχε καμία δουλειά σε ένα σιδηρουργείο εκτός και αν το άλογο ή μουλάρι της ήθελε πετάλωμα , βαρετή δουλειά.
«Τι θα θέλατε κυρία?» ρώτησε ευγενικά ο Βύρων , κάτι που κληροδότησε και στον γιο του.
«Πληροφορίες!» ανακοινώσε η γυναίκα με μια φωνή όμορφη, απαλή σαν χάδι ενός ζέφυρου. Ο νάνος σήκωσε το βλέμμα του από την δουλειά του και εξέτασε προσέχτηκα την γυναίκα εκείνη. Ήταν το δίχως άλλος πολύ όμορφη για μια γυναίκα τις ανθρώπινης φυλής. Φορούσε χιτώνα μάγου με λευκό χρώμα και κόκκινο μανδύα από πάνω με το κομψό κορμί να διαγράφετε λυγερό και λεπτό από κάτω. Τα ρούχα ήταν εκλεκτής ποιότητας με χρυσή κλωστή στις ραφές. Τα μαλλιά τις ήταν μαύρα σαν την νύχτα ,αλλά στο φώς γυάλιζαν με ένα ανεπαίσθητο χρώμα του γαλάζιου. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του κόκκινου κρασιού, μαύρα με μια σπίθα κόκκινου.
Ο Βύρων άφησε όπου βρήκε το ξίφος που έφτιαχνε , πλησίασε μαγεμένος την γυναίκα, πίσω του ένα στουπί άρχισε να καίγεται από το πυρακτωμένο μέταλλο που είχε παρατήσει πάνω του ο νάνος.
«Ότι θέλετε αφέντρα!» συμφώνησε ο νάνος που πλέον στέκονταν απέναντι στην γυναίκα, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της ,ο νάνος το δεχτικέ στα χέρια του, αλλά όσο και να ήθελε να φιλήσει εκείνα τα όμορφα λεπτά και λευκά δάκτυλα δεν
έπεσε τόσο χαμηλά, κοίταξε την γυναίκα στα μάτια .(χωρίς να αφήνει το απαλό χέρι της από τα δικά του.) Ασφαλώς αυτή δεν ήταν η αντίδραση που περίμενε η αφέντρα και για αυτό τράβηξε το χέρι της .
«Ψάχνω το λημέρι του δράκου Θόρν » του είπε ψυχρά η γυναίκα.
«Ω! μα κανείς δεν τολμά να πλησιάσει εκεί , ειδικά τώρα που ο δράκος είναι πληγωμένος από τον πόλεμο, γιατί σας νοιάζει ο δράκος κυρία?» ρώτησε ο Βύρων
«αυτό δεν σε αφορά !» απάντησε η μάγισσα αυταρχικά, κάτι που δεν άρεσε στον Βύρων, γιατί να του μιλήσει έτσι ? επειδή ήταν νάνος ? ξιπασμένοι άνθρωποι , της άξιζε ένα καυτό λεπίδι στο λαιμό και ας πάει να πνιγεί αυτή και όλη η μαγεία που ήξερε.
«Τότε δεν με αφορά να σου πω και εγώ …» είπε ο νάνος πετώντας το στήθος του έξω νευριασμένος. Οι δύο τους κοιτάχτηκαν μια στιγμή και έπειτα ο νάνος ρουθούνισε νευριασμένα για να γυρίσει την πλάτη του στην μάγισσα.
«Ξέρεις πώς να πάω εκεί ?» τον ρώτησε η Μάγισσα ενώ εκείνος έπιανε τα σύνεργα του ξανά στα χέρια.
«Ναι !» απάντησε
«Πως θα πάω εκεί ?»
«Πρώτα θα πας στα τσακίδια, θα ρωτήσεις όλους τους ηλίθιους της πόλης και αφού θα ψάχνεις στα τυφλά θα έρθεις εδώ ξανά και θα ρωτήσεις με ΣΩΣΤΟ τρόπο το πώς θα πας εκεί.»
«Άντε στο διάολο νάνε!» είπε η Μάγισσα και βρόντηξε την πόρτα πίσω της.
«Λες και θα πληρωνόμουν ποτέ για πληροφορίες» είπε στον εαυτό του ο Βύρων. Για μια στιγμή ένιωσε λίγο άσχημα, θα μπορούσε να την έκανε να νιώσει άβολα αν έμενε ευγενικός , αλλά τέτοια άτομα μπερδεύουν την ευγένεια με την δουλοπρέπεια και καλύτερα να έβαζε τον πισινό του μέσα στο καμίνι παρά να έδινε τέτοια ευχαρίστηση σε μια τόσο άξεστη γυναίκα.
«Ίσως είχε συνηθίσει να παίρνει ότι ήθελε με την ομορφιά.» της σκέφτηκε ο νάνος. Το σφυρί του κοπάνισε το καυτό μέταλλο , πετάγονταν μερικές παιχνιδιάρικες σπίθες σαν τις σκέψεις του νάνου.
«Την έτσουξε που δεν με τούμπαρε με την γοητεία της…χεχε!» είπε στον εαυτό του ενώ κι άλλες σπίθες πετάγονταν από το καυτό μέταλλο.
«Ίσως αυτό να της συμβαίνει πιο συχνά τώρα τελευταία …χο χο γίνομαι λίγο κακός χο χο» ξανά είπε στον εαυτό του. Βέβαια ο νάνος όσο και να μην το παραδεχόταν είχε γοητευτεί από την γυναίκα , γιατί αν δεν το είχε κάνει, θα σκεφτόταν τι στο καλό θέλει μια μάγισσα στο λημέρι ενός δράκου ? Και δεν θα σκέφτονταν αν θα έρθει πίσω μετανιωμένη να τον καλοπιάνει ώστε να την βοηθήσει.
Το όνομα της μάγισσας ήταν Πέρλιαν και σε αντίθεση με ότι νόμιζε ο Βύρων δεν ήταν μια γυναίκα που θα έπαιρνε ότι ήθελε με ένα απλό γοητευτικό χαμόγελο, ήταν κάτι παραπάνω από ισχυρή μάγισσα, ήταν ένα πραγματικό κτήνος , θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κάνει εκείνον τον οξύθυμο νάνο ένα κομμάτι μέταλλο και να τον πέταγε στο καμίνι του μέχρι να εξατμιστεί, αλλά δεν το έκανε , δεν περίμενε τίποτα άλλο από έναν στουρνοκέφαλο νάνο, οι νάνοι ήταν πολύ περήφανα πλάσματα και αν ένιωθαν πως κάποιος τους υποτιμούσε πείσμωναν σε σημείο να σκάσουν και γάιδαρο.
«Εξάλλου…» σκέφτηκε η Πέρλιαν «ψέματα θα έλεγε ο ζουμπάς, δεν θα είχε ιδέα που βρίσκετε ο Θόρν.»
Η Πέρλιαν ρώτησε παντού γύρω στην πόλη αν μπορούσε να βρει έναν οδηγό για το κρησφύγετο του δράκου, αλλά κανένας δεν τόλμαγε να την οδηγήσει εκεί και δεν μπορούσε να καταλάβει το πώς θα πάει προς τα εκεί, δεν ήταν εξοικειωμένη με τα ταξίδια επί ποδός. Το κακό ήταν πως ο δράκος μετά των τραυματισμό του στον πόλεμο δεν ήθελε κανένα άθλιο ανθρωπάκι ή ξωτικό ή νάνο να τον δει στην άσχημη του κατάσταση και έτσι πάντα έψηνε όποιον απεσταλμένο για δώρα έστελνε το Έλδορ, δράκος ήταν ότι ήθελε έκανε. Σαν αποτέλεσμα κανείς δεν πλησίαζε τον Θόρν. Το χειρότερο όμως ήταν πως η δωρεές και τα δώρα της πόλης έφταναν στον δράκο γιατί υπήρχε ένας που δεν τον πείραζε ο δράκος και για κακή της τύχη αυτός ήταν ο Βύρων ο βοηθός του σιδερά, ο σιδεράς που είχε τσακωθεί μαζί του το πρωί. Έτσι λοιπόν η Πέρλιαν μετά από μια μέρα γεμάτη απογοήτευση και με τους πάντες να της λένε να μιλήσει με τον Βύρων , η μάγισσα ήταν ξανά έξω από το σιδεράδικο του νάνου.
Η μάγισσα ήταν έξω φρενών , δεν ήθελε να ζητήσει από το νάνο καμία χάρη, αλλά την πίεζε ο χρόνος, όλα τις πήγαιναν στραβά , απελπίστηκε και αποφάσισε πως θα κατάπινε τα καπρίτσια του νάνου μέχρι να φτάσει στον δράκο, έκατσε λοιπόν στην ρίζα ενός δέντρου με την λύπη να χαλάει το όμορφο πρόσωπο της και περίμενε να βγει ο νάνος. Ένας καυγάς ακούστηκε από το σιδηρουργείο, πανοπλίες κροτάλιζαν και οι βρισιές πήγαιναν σύννεφο. Βύρων ξεπρόβαλε από το σιδηρουργείο με μια μεγάλη μουτζούρα στην μούρη του και με ένα μικρό σχίσιμο πάνω από το φρύδι κρατώντας ακόμα μια τσιμπίδα στο χέρι, να έκρινε κανείς από το βλέμμα του δεν είχε γίνει ατύχημα.
Ο Βύρων είδε την Πέρλιαν να κάθετε στο δέντρο αμίλητη. Ο Βύρων επιβράδυνε το βήμα του και συνέχισε να κοιτάει την μάγισσα. Το βλέμμα τις ήταν λυπημένο και τον κοίταγε συμπονετικά. Ο Βύρων μετάνιωσε που είχε φερθεί άσχημα στην γυναίκα, μόλις είχε χάσει την δουλειά του ,με έναν άχαρο μάλλον τρόπο ( τόλμησε να ζητήσει αύξηση ) ,αλλά η Πέρλιαν δεν έδειχνε να απολαμβάνει την κακοτοπιά του. Ο νάνος σταμάτησε, κοίταξε μια μέσα στο σιδηρουργείο και μια την γυναίκα, έπειτα πέταξε την τσιμπίδα μέσα στο σιδηρουργείο, από το οποίο ακούστηκε ένα βογκητό, και πήγε και κάθισε δίπλα στην μάγισσα. Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί .
Ο Βύρων κάθισε με τα μικρά του πόδια να ανοιχτά , σαν έναν υπερφυσικό μπέμπη που έπαιζε με τα παιχνίδια του, στήριξε τα χέρια του στο χώμα ώστε να ανασηκώσει τους ώμους του και να κρύψει το κοκκίνισμα στα μάγουλα του.
«Συμκγμνονμη…» μουρμούρισε ο νάνος ντροπαλά.
«πως είπες ?» τον ρώτησε η Πέρλιαν η οποία διασκέδαζε αφάνταστα με τον Βύρων, δεν θα μπορούσε τίποτα να της ήταν πιο βολικό.
«Συγνώμη» είπε ο νάνος πολύ σιγανά.
«εντάξει , πως σε λένε ?» τον ρώτησε η Μάγισσα με την ίδια ένταση και με φωνή παιδιάστικη λες και είναι παιδία που το ένα θέλει να παίξει με το τόπι του άλλου, η μάγισσα το διασκέδαζε, το ίδιο και ο νάνος.
«Είμαι ο Βύρων ο Άνεργος …πλέον» της είπε. Η Μάγισσα γέλασε δυνατά , χάιδεψε τον ώμο του νάνου και με του είπε απαλά.
«Έλα μην στεναχωριέσαι δεν σου κρατάω κακία για το πρωί, σου ζητάω συγγνώμη αν σε πρόσβαλα κιόλας ,αλλά είναι μεγάλη ανάγκη να πάω να βρω τον δράκο.»
«εντάξει» της απάντησε κάπως ντροπαλά.
«Πο-πο πραγματικά είναι πολύ εύκολο» σκεφτόταν από μέσα της η Πέρλιαν.
«Αν με πας στον δράκο θα σε πληρώσω καλά » με τα λόγια της αυτά ο νάνος αναθάρρεψε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και με ένα χαμόγελο πετάχτηκε όρθιος.
« Δεν έχω ανάγκη τα λεφτά σου κυρά.» της είπε. Η Πέρλιαν φοβήθηκε πως ο νάνος είχε ξανά- θιχτεί από κάτι.
«Θα σε πάω χωρίς καμία πληρωμή, αρκεί να με συνοδεύσεις μέχρι την Αβεντίνους ,δεν είναι μακριά , κανείς δεν επιτίθεται σε μια μάγισσα, θα βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον τι λες ?»
«Σύμφωνοι» δήλωσε η μάγισσα, όταν θα γινόταν η δουλειά της μπορούσε να εξαφανιστεί με ένα νεύμα του κεφαλιού της αφήνοντας τον νάνο σύξυλο μαζί με τον Θόρν.
«Λοιπόν ξεκινάμε ?»
«Τώρα ?»
«Έμοιαζες βιαστική…» της απάντησε. Η Πέρλιαν χαμογέλασε, για μια στιγμή ένιωσε μια συμπάθια για αυτόν τον νάνο. Σηκώθηκε όρθια και περίμενε τον νάνο να της πει το σχέδιο του.
«θα πάρω τα μπαγκάζια μου , αλλά πρώτα θα σφραγίσουμε την συμφωνία μας, ο Βύρων έτεινε το χέρι του. Η Πέρλιαν έκανε να το σφίξει ,αλλά ο νάνος αν αυτού πήρε το χέρι του στο δικό του και το γύρισε με την παλάμη προς τα πάνω και της έβαλε μια πέτρα στην χούφτα της.
Η μάγισσα απόρησε ,αλλά αμέσως κατάλαβε, ο νάνος της έδειχνε το παράθυρο του σιδηρουργείο.
«Για να μπορώ να σε εμπιστευτώ …» δήλωσε. Η Πέρλιαν σκέφτηκε πως αυτό που ήθελε ο νάνος να κάνει ήταν μια άσχημη μικρή και ανώριμη πράξη που ήταν …
«Πολύ αναζωογονητικό!!!» παραδέχτηκε λαχανιασμένα ενώ έτρεχε δίπλα στον νάνο που λαχάνιαζε και γελούσε με κακία. Ο ήχος από το τζάμι που έσπαγε γαργαλούσε ακόμα την σκέψη της, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το είχε κάνει στα αλήθεια αυτό χωρίς καν να το σκεφτεί. Μέσα σε λίγα λεπτά οι δύο τους ήταν πάνω σε ένα κάρο που χοροπηδούσε στο ανώμαλο έδαφος με τα εργαλεία του νάνου να κουδουνίζουν, οι κούπες και τα σερβίτσια του να κοίλανε πέρα δώθε μέσα στο κάρο με μερικά να πέφτουν και με κουβέρτες που ανέμιζαν. Η αποχώρηση του Βύρων ήταν πολύ εντυπωσιακή το δίχως άλλο και η φιγούρα του κατακόκκινου γέρο – νάνου σιδηρουργού που έτρεχε ξωπίσω τους βρίζοντας κατακόκκινος με τα λευκά του γένια να μπερδεύονται ήταν το κερασάκι στην τούρτα.
«Ανορθόδοξα, αλλά γρήγορα.» σκέφτηκε η Πέρλιαν «και αυτό είναι το μόνο που μετράει.» κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού της είχε προσθέσει και –διασκεδαστικά-.
Το ταξίδι δεν ήταν πολύ μεγάλο δύο μέρες πορεία με μία διανυκτέρευση στην ύπαιθρο. Ο νάνος ήταν τελικά πιο συνεργάσιμος τώρα και δεν έδειχνε διόλου μετανιωμένος για την γαϊδουρινή συμπεριφορά του. Βέβαια είχε το δίκιο με το μέρος του ,όπως έλεγε ο ίδιος , και ακόμα έλεγε πως ήταν πολύ καλύτερος τεχνίτης από το αφεντικό του και πως το αφεντικό του ήταν και πολύ βλήμα. Ο νάνος τελικά δεν ήταν και τόσο μπούφος όσο φαίνονταν , ήταν πρόσχαρος και ενέπνεε έναν αέρα σιγουριάς και αισιοδοξίας , είχε κερδίσει την συμπάθεια της μάγισσας, μάλιστα εκείνη είχε αποφασίσει να τον στείλει στην Αβεντίνους μέσα από τα μονοπάτια της μαγείας.
Τελικά έφτασαν στην σπηλιά του Θόρν , τα περίχωρα ήταν κατακαμένα κάτι που δεν παραξένεψαν κανέναν από τους δυο. Ο δράκος ήταν αρκετά κακόκεφος μετά τον τραυματισμό του και δεν ήθελε κανένας θνητός να τον δει στην κατάσταση του. Στην Πέρλιαν γεννήθηκε η περιέργεια πως αυτός ο νάνος ήταν ο μόνος που δεχόταν ο Θόρν, εκ πρώτης όψεως δεν μπορούσε δει τι έκανε τον Βύρων τόσο ξεχωριστό.
«Σταμάτα εδώ.» την διέταξε ο νάνος .
«Γιατί ?» τον ρώτησε « ο Θόρν δεν θα με έβλαπτε…»
«και δεν μπορεί» συμπλήρωσε τον εαυτό της από μέσα της.
Ο νάνος δάγκωσε το χείλος του σαν να ντρεπόταν.
«Ε.. να ας πούμε ότι είναι αντρική δουλειά.» η Πέρλιαν γέλασε με τα λόγια του νάνου, αλλά με το μυαλό στην αποστολή της το γέλιο της έσβησε από τα χείλια της.
«Αν σου πω να περιμένεις εσύ εδώ ? τι θα κάνεις?»
«θα αρνηθώ βέβαια!» της απάντησε. Η μάγισσα δεν ήθελε να κάνει τον νάνο να ξανά πεισμώσει οπότε συμβιβάστηκε.
Ο νάνος προχώρησε με ένα δεματάκι στα χέρια του , το άφησε λίγο πριν την είσοδο της σπηλιάς και γύρισε να κοιτάξει την Πέρλιαν.
«Πιο μακριά !» της είπε , η μάγισσα έκανε μερικά βήματα πίσω
«γύρνα από την άλλη!» της ξαναείπε η μάγισσα δεν κατάλαβε ,αλλά δεν είχε χρόνο για τις βλακείες του νάνου και υπάκουσε.
«Άρχοντα Θόρν…» άκουσε αχνά και ευγενικά την φωνή του νάνου και έσκασε ένα χαμόγελο με την δουλοπρέπεια στην φωνή του νάνου. Το χαμόγελό της πάγωσε όταν άκουσε τον ήχο από μια λαίλαπα φωτιάς.
Αμέσως γύρισε και είδε μια αχνή φιγούρα να είναι παγιδευμένη σε μια τεράστια ακτίνα φωτιάς που έβγαινε από την σπηλιά. Πριν το καταλάβει είχε φτάσει στην είσοδο της σπηλιάς με την καρδιά της να κτυπάει τρελά.
«Βύρων !» φώναξε ενώ η φλόγες συνέχιζαν να καλύπτουν τον φίλο της.
Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της ενώ παρατηρούσε από μια ασφαλή απόσταση.
Το θηρίο έκλισε τα σαγόνια του και η λαίλαπα εξαφανίστηκε όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. Ο νάνος έστεκε στην είσοδο της σπηλιάς.
Η Πέρλιαν έτρεξε προς τον νάνο χωρίς να πιστεύει ότι ήταν ζωντανός.
Ο νάνος από την άλλη με το που την είδε έβαλε μια γελοία τσιρίδα λες και ήταν κοριτσόπουλο και άρχισε να κρύβει τα απόκρυφα του.
«Σου είπα να κοιτάς από την άλλη !» φώναξε κατακόκκινος από ντροπή.
Τότε η Πέρλιαν κατάλαβε ότι ο νάνος ήταν ολόγυμνος, τα ρούχα του είχαν καεί, αλλά εκείνος ήταν ακέραιος. Ο νάνος βούτηξε το δεματάκι και έβγαλε από μέσα μια αλλαξιά ρούχα. Η Πέρλιαν στράφηκε προς το εσωτερικό της σπηλιάς που ήταν ολοσκότεινο.
«Δεν το ήξερα ότι ήσουν τόσο βίαιος αδερφέ.» φώναξε με ένταση .
«Α δεν πειράζει έτσι χαιρετά ο Θόρν.» φώναξε ο Βύρων
«μια στιγμή.. είπε αδελφέ?»
«Πέρλιαν τι κάνεις εδώ ?» ακούστηκε η βροντερή φωνή του θηρίου.
Ο Βύρων προχώρησε στην σπηλιά και είδε κάτι το μοναδικό, η Πέρλιαν είχε αγκαλιάσει στοργικά το ρύγχος του δράκου και τον χάιδευε.
Ο Δράκος ήταν ένα τρομερό πλάσμα, αλλά μόνο αυτοί που είχαν αρκετό θάρρος και τύχη μπορούσαν να καταλάβουν την ομορφιά τους. Το μεγάλο του κεφάλι είχε το μέγεθος ενός βαρελιού που κατέληγε σε έναν λαιμό μήκους δύο μέτρων και το κορμί του ήταν δυνατό με τέσσερα μεγάλα πόδια που ήταν εξοπλισμένα με δυνατά νύχια, τα φτερά του ήταν πελώρια, αλλά τα φτερά του Θόρν ήταν σπασμένα και σκισμένα που κρέμονταν από το κορμί του σε μια μίζερη στάση.
«Δεν θα σε άφηνα ποτέ έτσι ..»
«Αυτός ο απαίσιος νάνος είναι άτρωτος από την φωτιά μου , με ντροπιάζει που το βλέμμα του πέφτει απάνω μου, σκότωσε τον.»
«Ο Βύρων με έφερε σε εσένα , του χρωστάς μια χάρη.» με τα λόγια αυτά το σώμα της Πέρλιαν άρχισε να λάμπει. Η λάμψη έγινε τόσο δυνατή που τα μάτια του Βύρων πόνεσαν ,όταν τα μάτια του ξαναπροσαρμόστηκαν μπορούσε πλέον να αντικρίσει δύο δράκους. Η δράκαινα που έβλεπε είχε πανέμορφες κόκκινες φολίδες που γυάλιζαν ακόμα και στην σκοτεινιά της σπηλιάς. Η διαφορά ανάμεσα στον τσακισμένο και στον υγιή δράκο ήταν τεράστια ο Βύρων ένιωσε τέτοιο δέος λες και κάποιος θεός ήταν παρών.
«Ας μην χάνουμε χρόνο, θα σε θεραπεύσω με την μαγεία μου αδερφέ.»
«Είναι μάταιο τα τραύματα αυτά είναι πολύ παλιά Πέρλιαν.»

Δυστυχώς όντος ήταν μάταιο. Κανένα ξόρκι δεν μπορούσε να πιάσει στα πολυκαιρισμένα τραύματα. Επί τέσσερις μέρες η δράκαινα προσπαθούσε ασταμάτητα. Ο Βύρων προσφέρθηκε να βοηθήσει, αν μπορούσε, αλλά οι δράκοι τον αγνόησαν. Τον είχε συγκινήσει η αδερφική αγάπη που είχαν αυτά τα αρχαία όντα που γεννήθηκαν από το ίδιο αυγό. Την πέμπτη μέρα η δράκαινα κατέρρευσε. Δεν είχε καταφέρει τίποτα και είχε απελπιστεί. Ο Θόρν γινόταν όλο και πιο αδύναμος, τις τελευταίες μέρες ούτε που μιλούσε μόνο ανάσαινε βαριά , ο θάνατος πλέον κάλυπτε απειλητικά τον κάποτε μεγαλόπρεπο Δράκο όπως η θολές φολίδες του κάλυπταν το σώμα του. Η Πέρλιαν βαριανάσαινε δίπλα του εξαντλημένη με το ρύγχος της να ακουμπά στο δικό του, και ο Βύρων παρακολουθούσε με αγωνία και στεναχώρια δίχως να μπορεί να δικαιολογήσει το ενδιαφέρον του.
Η αδύναμη φωνή του Θόρν έσπασε την σιωπή της σπηλιάς.
«Πέρλιαν μάλλον έφτασε η ώρα… μου αρκεί που είσαι δίπλα μου…»
Αυτά ήταν τα μόνα λόγια του Θόρν, ο δράκος απλός περίμενε το τέλος.
Η δράκαινα πετάχτηκε όρθια κάνοντας το έδαφος να σειστεί.
«Όχι!» ούρλιαξε ενώ ένιωθε την καρδία του αδερφού της να χτυπάει όλο και πιο αργά μια καρδιά που κανένα πλάσμα δεν μπορεί να μην αγαπήσει. Η Πέρλιαν τίναξε το κεφάλι της και βρυχήθηκε θυμωμένα . Το πανέμορφο κτήνος κρέμασε το κεφάλι του με οδύνη και τότε Τα Δάκρυα Του Δράκου πότισαν το έδαφος.
«Θα σας απογοητεύσω και τους δυο … Βύρων δεν θα σε πάω στην Αβεντίνους…» ήταν η πρώτη φορά που η δράκαινα του μιλούσε και το έκανε με ευγνωμοσύνη λες και αναγνώριζε τον ενδιαφέρον του .
«και εσύ αδελφέ δεν θα πεθάνεις σήμερα.» συμπλήρωσε.
Αυτό που ακολούθησε ξέσκισε την καρδιά του Βύρων στα δύο. Μέσα σε ένα παίξιμο του ματιού η οροφή της σπηλιάς είχε εξαφανισθεί λες και είχε εξατμιστεί ή εκραγεί με βία , μια άγνωστη απίστευτη δύναμη κόλλησε τον Βύρων στον τοίχο καθηλώνοντας τον να παρακολουθεί ένα φώς που κατέβηκε από τα ουράνια να τυλίγει την δράκαινα κάνοντας τις φολίδες να λάμπουν ασημένιες.
«Ζήσε αγαπημένε μου…» ψιθύρισε την τελευταία της επιθυμία η Πέρλιαν πάνω από το αδύναμο ρουθούνισμα του Θόρν.
«Καρδιά Του Δράκου …σπάσε» φώναξε περήφανα και η Δράκαινα διαλύθηκε σε άπειρα χρυσά ροδοπέταλα που ακολούθησαν την δεσμίδα του φωτός στα ουράνια εκεί όπου αχνοφαίνονταν οι πύλες του πάνθεου. Έτσι λοιπόν , η Πέρλιαν έδωσε την ζωή της για τον αδερφό της, έσπασε την καρδιά της. Κάθε δράκος που το κάνει αυτό μπορεί να πράξει ένα θαύμα , αν είναι θέλημα της καρδιάς του και μόνο. Η καλή αυτή ψυχή συγκίνησε τους θεούς και την αγκάλιασαν παίρνοντας την στον πλάι τους, εκεί όπου πάνε μόνο οι αληθινοί ήρωες και πιστέψτε με είναι πολύ πιο πολλοί από ότι νομίζετε.
Το Σκοτάδι ξανάπεσε. Η Πέρλιαν είχε χαθεί. Ο Βύρων είχε παραλύσει.
Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του , έκλεγε σαν παιδί, δεν είχε δει κάτι τόσο μεγαλόπρεπο στην ζωή του, κάτι τόσο ευγενικό. Ο Θόρν έριχνε κατάρες παντού και θρηνούσε με τον δικό του τρόπο. Τα τραύματα του Θόρν είχαν θεραπευτεί λες και δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον νάνο που έκλαιγε. Το τι ένιωσε ο Θόρν ακριβώς εκείνη την στιγμή καλύτερα να μην το μάθουμε ποτέ. Ο Θόρν πήρε την μορφή ενός νάνου με κόκκινα γένια. Πλησίασε τον Βύρων , τον αγκάλιασε και με το αβάσταχτο ,ακόμα και για κείνον, κενό έκλαψε μαζί του.
«Εσύ θα είσαι ο αδερφός μου τώρα.»

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου