Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

κεφάλαιο 16 Η φυγή

Κανείς δεν άκουσε τι είπε μετά ο Σκόρος , ο νάνος τίναξε τα χέρια του και τα ξίφη χτύπησαν στο πάτωμα κάνοντας έναν τρομακτικό θόρυβο , σκάβοντας το πάτωμα.
Αμέσως το έδαφος σείστηκε ,ο σοβάς και ο στόκος που κάλυπτε τον ναό έσπασε αποκαλύπτοντας το παρελθόν του μετατρέποντας τον σε ένα κατάμαυρο ύμνο στον θάνατο, η ζέστη ήταν αφόρητη και ο άνεμος από τα ξόρκια του Βής μαστίγωνε τους πάντες μέσα στην αίθουσα. Όπλα που έπεφταν στο έδαφος κροτάλισαν και οι φρουροί είδαν το θάρρος αυτής της αταίριαστης παρέας να λάμπει γύρω τους λες και ο Θάλγκαρ ο θεός του θάρρους τους ευλόγησε, δεν άντεξαν τράπηκαν σε άτακτη φυγή , μόνο ο Λάκας έμμηνε παγωμένος στον θρόνο του. Ο Λάκας κοίταξε τρομαγμένος τον τερατόμορφο νάνο , μέσα σε μια στιγμή το γόνατο εκείνου του νάνου ήταν βαθιά μέσα στην κοιλιά του, αίμα έτρεξε από το στόμα του, μια γροθιά σχεδόν σύνθλιψε το σαγόνι του και η Λεπίδα του νάνου άστραψε σαν το τελευταίο φώς τις ζωής του, αλλά ο γερό-Βύρωνας ήταν εκεί να σταματήσει τον γιό του με το δυνατό του χέρι να κρατάει το καρπό του Σκόρου.
Πύρινα μάτια συνάντησαν τα δικά του.
«Θυμήσου το όνομα που σου έδωσα.» είπε σταθερά ο Βύρων. Η Φλόγα έσβησε από τα μάτια του Σκόρου και έσκυψε το κεφάλι του με απογοήτευση, θηκάρωσε τα ξίφη και μίλησε ήρεμα .
«Πως θα μου αφαιρούσες την κατάρα ?» ρώτησε ο Σκόρος. Ο Λάκας έβλεπε με αηδία και τρόμο την μεταμόρφωση του νάνου να υποχωρεί.
Πετάρισε τα μάτια του μια φορά , δεν μπορούσε να απαντήσει, έτρεμε.
«θα σου αφαιρούσαμε την ψυχή» απάντησε η Μίνα αντί για τον Λάκα.
«Υπάρχει και άλλος τρόπος, αλλά σε ήθελε νεκρό, και μόνο αυτός ξέρει αυτόν τον τρόπο.» συμπλήρωσε .
«Και σίγουρα δεν θα προσφερθεί…» είπε ο Βής πλησιάζοντας τον Λάκα.
«Αλλά ίσως μας πει που μπορούμε να μάθουμε…» πρόσθεσε προσπαθώντας να δήξει όσο πιο κακός μπορούσε. Τα μάτια του Λάκα άνοιξαν διάπλατα.
«Στον Μπορ θα πάτε, στο Μάραβιλ. Η βιβλιοθήκη του είναι απέραντη.» είπε γρήγορα ο Λάκας.
«Και πώς θα το ζητήσουμε αυτό το ξόρκι ?» ρώτησε ο Σκόρος.
«Κάθαρση , κάθαρση σώματος.» είπε ο Λάκας τρεμουλιαστά.
Ο Σκόρος κοίταξε τον Βής και την Μίνα, εκείνοι του έγνεψαν πως ήξεραν όλα όσα έπρεπε να μάθουν.
«Ευχαριστούμε , καληνύχτα!» είπε ο Σκόρος στον Λάκας και τον κοπάνισε στο πάνω μέρος του κεφαλιού, ο Λάκας ώμος δεν λιποθύμησε.
Ο Σκόρος τον ξανά κοπάνισε , αλλά και πάλι δεν λιποθύμησε. Τελικά ο Σκόρος είπε:
«Μην κουνηθείς» και τον άφησε στον θρόνο του διπλωμένο από τον πόνο στο στομάχι του.
«Φιγουρατζή!» ακούστηκε ο Μάθιου και αμέσως ακούστηκε πιο αυστηρός.
«Να θυμάσαι δεν γίνεσαι άτρωτος, πρέπει να φύγουμε.»
«Σωστά, πατέρα τι θα κάνεις τώρα?» ρώτησε και μετά ξαφνικά θυμήθηκε
«Πο-πο ! είμαι ο γιος του Στράνγκλερ του φλογερού !»\
«Αμάν ! όντος !» είπε ο Τόμπο με μια χαζή έκφραση στο πρόσωπο του.
«Μην νομίζεις πως είμαστε όλοι περήφανοι για εκείνον τον καιρό.» τους απάντησε ο γηραιός νάνος κοιτώντας τον Βής. Ο Βής έγνεψε με μια λυπημένη έκφραση.
«Αλλά υποτίθεται πως …ο Βής… από δω…σε σκότωσε» άρχισε ο Σκόρος σε μια άβολη ατμόσφαιρα
« δεν έχουμε χρόνο !» πετάχτηκε ο Βής. Αμέσως όλοι αναθάρρεψαν.
«Στο οικογενειακό δέντρο των γωνιών σου Τόμπο!» είπε ο Βύρων. Ακούστηκε ποδοβολητό μπροστά από τις εισόδους του ναού μαζί με όπλα που χτύπαγαν πάνω σε βαριές πανοπλίες.
«Ναι ναι εκεί!» τσίριξαν τα γκόμπλιν όλα μαζί.
«Τι είναι αυτά ?» ρώτησε αγχωμένα ο Σκόρος.
«Χρήσιμα.» του απάντησε ο Βής.
«Είμαστε! Είμαστε ! Είμαστε ! Είμαστε!…»
«Σκάστε !» τα έκοψε ο Σκόρος και κοίταξε τον πατέρα του.
«Το κρησφύγετο είναι πάντα έτοιμο, οι οικογένειες μας είναι ασφαλείς, λέτε να μην τα έχουμε σκεφτεί αυτά δυο λιποτάκτες σαν εμένα και τον πατέρα σου Τόμπο?»
«Τι ?» ο Τόμπο πήρε μια ακόμα πιο χαζή έκφραση.
«Έλα φίλε, σύνελθε πάρε αυτό…» είπε ο Σκόρος και πέρασε το ένα ξίφος στο χέρι του Τόμπο.
«Και πάμε τώρα που είμαστε ζεστοί...»
Ο Τόμπο πήρε το σπαθί στο χέρι του και μέσα στην παραζάλη του δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αυτό βρέθηκε στο χέρι του. Ένιωσε την δύναμη να τον τυλίγει και το δέρμα του άρχισε να χλομιάζει.
«Μην φοβάσαι.» άκουσε τον Μάθιου να του λέει σε έναν απαλό τόνο.
Από το δέρμα του πετάχτηκαν ασημένιες φολίδες και πλαισίωσαν τους πήχεις του ,τους ώμους του και τα καλάμια του , τα ζαρωμένα αυτιά του τεντώθηκαν περήφανα, τα γαλάζια του μάτια άστραφταν γεμάτα δύναμη και από το πίσω μέρος του κεφαλιού του εμφανίστηκαν όμορφα ,στιλπνά μαλλιά που έφτασαν μέχρι την μέση του, ο Τόμπο είχε μεταμορφωθεί σε κάτι…
«Υπέροχο…» μονολόγησε η Μίνα σιγανά.
«Θα κάνουμε ωραία αντίθεση …» είπε ο Σκόρος κάπως πειραγμένος από το σχόλιο τις Μίνας. Ωστόσο ο Βής και ο Βύρων έκαναν την ίδια σκέψη.
«Σέντινελ!»
O Ναός σείστηκε, απέξω ακούγονταν ψαλμωδίες μάγων.
«Θα μας θάψουν ζωντανούς !» τσίριξε ο Λάκας. Ο Βής Γύρισε και τον κάρφωσε με το βλέμμα του και τον σημάδεψε με τα ραβδί του με μια απότομη κίνηση.
«Γιατί τόσο φόβος ?» τον ρώτησε ψυχρά «Ο θάνατος δεν είναι μέρος τις φύσης που λατρεύουμε –εμείς- τα ξωτικά ?»
Τα μάτια του Λάκας άνοιξαν διάπλατα, ξαφνικά χέρια μαγείας τον σήκωσαν και βρέθηκε να αιωρείται στον αέρα λίγο πιο μπροστά από τον θρόνο του. Κοίταξε πίσω με ένα επιφώνημα φόβου και είδε πως πάνω στον θρόνο του είχε μόλις πέσει ένα κομμάτι της σκεπής, αυτό τον μπέρδεψε, κοίταξε τον Μάγο στα μάτια. Η έκφραση του ήταν σκληρή και αλύγιστη.
«Καθυστέρησε τους!» διέταξε ο Βής τον Λάκα και με ένα τίναγμα του χεριού του τα μαγικά χέρια των εκσφενδόνισαν έξω από ένα παράθυρου του ναού.
«Σε συμπαθώ όλο και περισσότερο !» φώναξε όλο ενθουσιασμό ο Σκόρος.
«Άντε σπάστε τον τοίχο, σας καλύπτω.» του απάντησε.
Ο Τόμπο και ο Σκόρος κοιτάχτηκαν , κοίταξαν και τον βαρύ πέτρινο τοίχο.
«Τρελάθηκες ?»
«Κάντο ! Οι πόρτες είναι όλες μπλοκαρισμένες.»
Ο ναός έχασε κιάλια κομμάτια της οροφής του.


Ακούστηκε ένας μεγάλος κρότος και πέτρα που σπάει, οι φρουροί είδαν μια τρύπα να ανοίγει με βία και δύο μορφές ,μια κοντή και μια ψηλή ,να πετάγονται από αυτήν. Ακολούθησε μια ριπή ανέμου να βγαίνει με δύναμη από την τρύπα , σηκώνοντας σκόνη που μείωνε την ορατότητα. Όταν η αμμοθύελλα κόπασε ο ναός ήταν άδειος.
Όλοι έτρεχαν σαν παλαβοί , ακόμη και ο γέρο- Βύρων ακολουθούσε με αξιοθαύμαστο ρυθμό. Ο Τόμπο ήταν ενθουσιασμένος, είχε κοπανήσει όποιον φρουρό του έκοβε τον δρόμο και άνοιξε ένα μονοπάτι για τους υπόλοιπους , δεν μπορούσε παρά να ουρλιάζει από την έκσταση, σύντομα όλοι ήταν έξω από την πόλη.
Ο Βύρων τους οδήγησε στο σημείο όπου είχε καταφύγει η γυναίκα του και τα αδέρφια του Σκόρου, εκεί ήταν και οι γέροι γονείς του Τόμπο.
«Πατέρα δεν θα το πιστέψεις !» του έλεγε ο Τόμπο και συνέχυσε να μιλάει έντονα και με απίστευτα γρήγορο ρυθμό. Ο Σκόρος που τον ήξερε τόσο καλά κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά, στα μάτια του Τόμπο καθρεφτίζονταν μια λαχτάρα μια απίστευτη δίψα. Οι ασημένιες φολίδες δεν έλαμπαν πια, είχαν αρχίσει μάλιστα να παίρνουν το χρώμα τις κοκάλινης πανοπλίας του Σκόρου.
«Δώσε μου το αυτό Τόμπο.» είπε ήρεμα ο Νάνος στον φίλο του με σταθερό βλέμμα, εκείνος ένιωσε έκπληκτος , να το επιστρέψει ? Πότε! Ο Σκόρος τρόμαξε με την έκφραση του φίλου του, ήθελε εκείνο το ξίφος στο θηκάρι του και ως δια μαγείας το ξίφος έφυγε από το χέρι του Τόμπο και πέταξε στο θηκάρι του. Όταν το όπλο έφυγε από το χέρι του, η πανοπλία του κομματιάστηκε και έπεσε ,και μέχρι να φτάσει στο έδαφος είχε γίνει σκόνη. Ο Τόμπο σήκωσε τρομαγμένος το βλέμμα του από το σπαθί στον φίλο του. Τότε κατάλαβε το πώς τον επηρέαζε το ξίφος, ονειρευόταν δύναμη, πλούτη, δόξα, εξουσία. Ο Τόμπο το μονό που είχε ποτέ λαχταρίσει ήταν ένα βαρέλι Μπύρα, άλλαξε την έκφραση του σε ευγνωμοσύνη προς τον φίλο του.
«Καλύτερα τώρα ?» τον ρώτησε ο Νάνος που με χαρά έβλεπε ξανά τον παλιό καλό Τόμπο, τον φίλο που παράτησε την ήρεμη ζωή του για να μοιραστεί μαζί του την ζωή ενός κυνηγημένου.
«Καλύτερα να το αποφεύγουμε αυτό…» πρότεινε με ανήσυχη φωνή ο Μάθιου.
«αν ποτέ χάσεις τα ξίφη μπορείς να τα καλέσεις στα θηκάρια τους, όπως φαίνετε, δεν ξέρω πολλά από τέτοια μαγεία φίλε μου, αλλά καλό θα ήταν να μην μοιράζεις την δύναμη για πολύ, η δύναμη ξυπνάει άγρια ένστιχτα...»
Τα μάτια του Σκόρου έπεσαν αναπόφευκτα στην καυτηριασμένη ουλή στο πρόσωπο τις Θέκλας θυμίζοντας του τα δικά του, χαρίζοντας του ένα ρίγος στην ραχοκοκαλιά του.
«Πρέπει να βιαστούμε το Μπλέσγουντ είναι μακριά, σίγουρα μας ακολουθούν, έχουμε ένα ολόκληρο βουνό να διαβούμε.» έκρωξε ο γέρο Βύρων , βγάζοντας τον από τους συλλογισμούς του.
«Όχι αν πάμε κάτω από το βουνό.» τον έκοψε ο Βής.
«Κάτω ?» ακούστηκαν όλοι παραξενεμένοι.
«Ο Βής αντί να απαντήσει έδηξε τα Γκόμπλιν που έστεκαν χαμογελαστά δίπλα του.
«Θα ήταν τιμή μας ο Σωτήρας των παιδιών μας και οι φίλοι του να περάσουν το όρος της Έρντριγκερ μέσα από τις υπόγειες γαλαρίες μας .» ανακοίνωσε χαμογελαστά (χαμόγελο να το κάνει κανείς ) το Γκόμπλιν που στέκονταν στο κέντρο.
«Σας είπα πως είναι χρήσιμα» είπε αυτάρεσκα ο Βής.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου