Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Κεφαλαίο 20 Αποχώρηση από το βασίλειο τον Γκόμπλιν

Ο Σκόρος Πλέον τα είχε κοπανήσει και αυτός , αποφάσισε πολύ σοφά να πλακωθεί στην τζάμπα μπύρα των Γκόμπλιν μέχρι να γυρίσει ο πατέρας του, με την ελπίδα να μάθει τι του έκρυβε τόσα χρόνια. Βέβαια κάπου στο ενδιάμεσο η αναμονή του έφερε τρομερή δίψα και καταλαβαίνετε ι … ίδιο θα κάνατε και εσείς.
Μέσα στην όμορφη ζάλη του αλκοόλ ο ήρωας μας σκεφτόταν το τι είχε συμβεί, είχε περάσει μόλις μια μέρα από όταν βρήκε τα καταραμένα ξίφη και η ζωή του είχε αλλάξει ριζικά … παίρνοντας μαζί του και πολλούς αγαπημένους του οι οποίοι καλά καλά δεν ήξεραν τι έχει συμβει στον ίδιο. Ο Μάθιου άκουγε τις σκέψης του νάνου σκεφτόμενος ότι αυτός δεν μπορούσε να ανακαλέσει κανένα αγαπημένο πρόσωπο από το παρελθόν του.
«Το λατομείο που μου εμπιστεύτηκε ο άκληρος Γέρο - Ρόφ χάθηκε, το σπίτι μου, η οικογένεια μου ξενιτεύτηκε , το ίδιο ο Τόμπο και η Θέκλα.
Και εδώ που τα λέμε τι θέλει αυτή εδώ ? Τρελή !»
Οι σκέψεις του πλανήθηκαν στο Μελαγχολικό ξωτικό της νύχτας, οι ιστορίες μίλαγαν για έναν μάγο που πέταγε σαν πούπουλο στο άνεμο και μοίραζε τον όλεθρο στο πεδίο της μάχης, αλλά η εικόνα που παρουσίαζε τώρα δεν διέφερε από ένα ξωτικό που το έχουν περάσει με γκρι μπογιά.
Παραδόξως συμπαθούσε τον μάγο αν και τον ξένιζε τόσο η όψη του, η θλίψη που είχε το πρόσωπό του και στην φωνή του όταν μίλησε για την απόλυα της αγαπημένης του έμοιαζε το ίδιο αβάστακτη με την θλίψη του Μάθιου. Δεν ήξερε τι να κάνει αλλά, ένιωθε απελπισμένος, αλλα όχι για πολύ !
«Ανάθεμα !» φώναξε ,ξαναβρίσκοντας θάρρος μέσα του και κοπανώντας κάτω την ξύλινη κούπα του.
«Δεν υπάρχουν πισωγυρίσματα τώρα !» Η καρδιά του κλότσησε το στήθος του . Και έφερε την κούπα του με τέτοια δύναμη στα χείλη του που χτύπησε τα δόντια του και έριξε όλη την μπύρα στην κατακόκκινη μούρη του, πέφτοντας ανάσκελα από το μεθύσι.
«Όσο έχουμε μπύρα , έχουμε ελπίδα ! Δεν θα σπάσω την κατάρα για να κρύβομαι μια ζωή , θα βρούμε τον δαίμονα και θα …»
Κάπου εκεί κατέρρευσε στο ηρωικό του παραλήρημα και κοιμήθηκε δίπλα στον από ώρα σουρωμένο Τόμπο .
Απαλά χέρια σήκωσαν το κεφάλι του Σκόρου από το πάτωμα που είχε γεμίσει μπύρα. Χέρια απαλά σαν τα χέρια μιας μάνας ή σαν τον αφρό μια σταρένιας μπύρας... Η θεά Μπύρα ήταν εκεί στην μορφή μιας μεγάλης γυναίκας , που δεν ήταν πλέον όμορφη, αλλά η τρυφερή της ματιά και η καλοσύνη που ακτινοβολούσε σε συγκινούσαν. Πήρε στα χέρια της το μικρό σώμα του νάνου σαν παιδί που είχε εξαντληθεί από το πολύ παιχνίδι .Ήταν περήφανη για αυτό το τέκνο της, που αν και ήταν χαζό και επιπόλαιο, την είχε συγκινήσει ξανά.
«Έχεις πολλά να δώσεις πίσω σε αυτούς που αγαπάς παιδί μου, μην νιώθεις άσχημα, θα είμαι μαζί σου μέχρι να τελειώσει η περιπέτεια σου .»
«Μου αρέσεις νεαρέ, όπως μου αρέσει το όνομα πους σου έδωσε ο πατέρας σου, γίνε Σοφότερος, γίνε ο καλύτερος σου εαυτός, αλλά και αν αποτύχεις μην τα παρατήσεις ποτέ, να κοιτάς κάτω μόνο για να βεβαιωθείς ότι δεν πετάς στα σύννεφα και να σηκώνεις το κεφάλι σου μόνο για να κοιτάς μακρύτερα και εγώ θα σου δώσω ένα δώρο, μια ευχή που βγει από τα σύψυχα σου. Ο Σκόρος άκουγε τα τρυφερά λόγια και τα χάραξε σε μια όμορφη γωνιά της ψυχής του … και ρεύτηκε σε ευγνωμοσύνη…
Η θεά μπύρα γέλασε και δέχτηκε το –κομπλιμέντο -.
«Και μάλλον ένα ακόμα δώρο , θα απαλλάξω εσένα και τον φίλο σου από τον αυριανό πονοκέφαλο.» είπε χαμογελώντας και παρέδωσε τον νάνο στο κρύο πάτωμα.

Το επόμενο πρωί όταν οι δύο φίλοι σηκώθηκαν έμειναν έκπληκτοι από την διαύγεια που ένιωθαν, ήταν τόσο έκπληκτοι που συμφώνησαν ότι η μπύρα κάνει το καλύτερο μεθύσι και συμφώνησαν ακόμα πως ή υπόθεση σήκωνε ένα ποτηράκι, αλλά και 20 βαρέλια είχαν εξαφανιστεί.
«ΠΟΠΟ μέχρι και τα ξύλα από τα βαρέλια ήπιαμε χτες !» είπε ο Τόμπο.
Αλλά ήταν και ώρα επίσης να μάθουν όλοι την κατάσταση και να παρθούν αποφάσεις για το τι θα έκαναν από κει και έπειτα, έτσι μαζεύτηκαν όλοι οι ήρωες μας για να μιλήσουν. Ο Σκόρος εξήγησε τι του είχε συμβεί και με αποφασιστικότητα που θαύμασε ακόμα και ο ίδιος δήλωσε ότι πλέον ένας ήταν ο δρόμος που θα έπαιρνε , να βρει τον δαίμονα , να ελευθερώσει τον Μάθιου από το μαρτύριο του και να βοηθήσει τον Βησσαρίωνα να σώσει την γυναίκα του. Ο Τόμπο και ο Βής στάθηκαν μαζί του. Όλοι έμμηναν έκπληκτοι από τις ιστορίες του Σκόρου και του Βης, Αν και δίσταζαν, τελικά συμφώνησαν.
Η Μίνα πήρε τον λόγο.
«Δεν μπορώ να εγκαταλείψω δυο φίλους μου σε μια τόσο σκοτεινή περιπέτεια.»
«Μιλάς σαν ιέρεια ή σαν φίλος τώρα ?» ρώτησε ο Βής
«Δεν είμαι σίγουρη αν είμαι πλέον ιέρεια… ο Άνθρωπος που εκτιμούσα τόσο δεν ήταν παρά ένα δειλό και διεφθαρμένο όργανο. Μου είπαν ψέματα για τον πόλεμο των ξωτικών και για πρώτη φορά βλέπω την άλλη όψη του νομίσματος. Δεν μοιάζεις σαν ένα αιμοδιψή όρκ όπως μας έλεγαν…
«Ούτε αυτά είναι !... αν τα γνωρίσεις λίγο καλύτερα, βρισκόμαστε εδώ επειδή τα γκόμπλιν αναγνώρισαν το θάρρος μας, όπως βλέπεις ούτε αυτά είναι τόσο κακά όσο νόμιζες.» είπε κάπως σαρκαστικά.
Αν και η Μίνα είχε μια ανασφάλεια για αυτό, σκεφτόμενη πως ίσως η εγγύηση ενός άλλου πλάσματος της νύχτας , του Βης, τους επέτρεψε να διαμείνουν στην πόλη τους, αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει και την εντελώς διαφορετική εικόνα που έδειχναν τα γκόμπλιν εκεί κάτω.
«Το πρώτο βήμα για ειρήνη ίσως…» σκέφτηκε η Μίνα. Έτσι η Μίνα αποφάσισε να ακολουθήσει τον νάνο και τα δύο ξωτικά.
Αποφάνθηκε ότι θα πήγεναν όλοι μαζί μέχρι το οικογενειακό δέντρο των Άρροου που ήταν κριμένο στο δάσος Μπλέσγουντ πίσω από τα όρη που χώριζαν το Μάραβιλ από την Παουλάνερ. Η Θέκλα ήθελε να ακολουθήσει επίσης , ο Σκόρος ήταν κάθετος και έτσι άρχισε ο καυγάς.
«Αποκλείεται !» είπε ο ήρωας μας. «Δεν άκουσες όσα είπα ? Δεν ήταν ο δαίμονας που διέλυσε τον γάμο, εγώ το έκανα, εσύ τι θές εδώ?»
«Παράτησα τα πάντα, το σπίτι μου, τα αδέρφια μου για να σε βρω!»
«Ωραία με βρήκες, τι θες τώρα αποζημίωση ?»
«Είμαι και εγώ εξόριστη τώρα μαζί με τον Τόμπο»
«Και εσύ ρε ηλίθιε μπεκρή τι την πήρες μαζί σου?» ρώτησε κατακόκκινος ο Σκόρος τον φίλο του.
«Ξέρεις δεν είναι…»
«Σκατά τα έκανες πάλι ! Όπως τότε που μας έδιωξαν από το Μάραβιλ !»
«Δεν φταίω εγώ ! είναι που…»
«Είναι που δεν είχες αφήσει θηλυκό και κρύφτηκες σπίτι μου και μου το έκαψαν εκείνος ο όχλος από κερατάδες ! Ηλίθιε!»
«Ναι αλλά τώρα…»
«Ναι αλλά τώρα που θα ξαναπάμε να εύχεσαι να μην σε θυμούνται !»
«Σκόρε εγώ ήθελα…» ξεκίνησε η Θέκλα βουρκωμένη .
«ΤΙ ?»
«Δεν ήθελα…»
Ο Σκόρος άνοιξε το στόμα του να φωνάξει και πάλι, ένιωθε απίστευτη ικανοποίηση που επιτέλους είχε το πάνω χέρι, ήθελε να την κάνει σκουπίδι , δεν μπορούσε πλέον να τον λυγήσει με το κλάμα της. Ο Βης έσπρωξε βίαια τον νάνο και τον πέταξε κάτω.
«Αρκετά!» φώναξε «δεν σε είχα για άκαρδο και μνησίκακο.» είπε με φωνή βαριά που φανέρωνε την σοφία που είχε μαζέψει από τα 400 χρόνια της ζωής του. Ο νάνος σηκώθηκε νευριασμένος και με πληγωμένο εγωισμό.
«Θέκλα , ο Φίλος μου Ο Βένομους λέει να μην ντρεπόμαστε όταν μιλάμε για αγάπη. Ξέρεις ποιος είναι ? ένας πολεμιστής που το αίμα δεν έχει ξεβάψει από τα χέρια του ακόμα. Άτομα που δεν έχουν χάσει αγαπημένους ξεχνάνε ποσο σημαντικοί είναι.» είπε αγανακτισμένα σκεφτόμενος τους συντρόφους που πλέον ήταν σκιές στην μνήμη του.
Ο νάνος σταύρωσε τα χέρια του. Ίσως και να είχε δίκιο. Ο Βής γύρισε ήρεμα στον Σκόρο.
«Η Θέκλα φίλε μου είναι ένα κορίτσι ακόμα , το μόνο που ήθελε ήταν ο τέλειος γάμος, απλά δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είναι ανέφικτο. Δεν θα ήταν εδώ αν ήθελε έναν απλά να κοκορεύεται για το πόσο τέλειο γάμο έχει κάνει, είναι ένα μάθημα και για τους δύο σας. Διακόσια χρόνια παντρεμένος είμαι…» Ο Βύρων κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και η γυναίκα του τον τσίμπησε στα κρυφά.
Ο Σκόρος κοίταξε την Θέκλα , κάρφωσε το βλέμμα του στην μεγάλη ουλή που της είχε κάνει κάτω από το μάτι, ντροπή για την αχαριστία του και για την ατίμωση που χτύπησε μια γυναίκα και πόσο μάλιστα αυτήν.
Η Θέκλα ακούμπησε την ουλή της και κατάλαβε αμέσως, πήγε δίπλα του.
«Δεν σου αξίζω…»
«Μην το λες …εγώ …»
Και τότε ο ήρωας μας μίλησε χωρίς να σκέφτεται όπως έκανε ο Άκαθαρ χρόνια πριν.
«Όσο θα είμαι ζωντανός και θα έχεις αυτήν την ουλή δεν θα σου αξίζω.» ψιθύρισε ώστε να τον ακούσει μόνο αυτή.
«Περίμενε στο δέντρο των Άρροου Θέκλα.»
Ο ήρωας μας πλέον σοφότερος γύρισε την πλάτη στους πάντες και πήγε να ετοιμαστεί για την αναχώρηση. Και αν το προσέξατε είπε –περίμενε- και όχι –πήγαινε-. Τελικά πάλι σε τούμπαρε σκληρέ Σκορε.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου