Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Κεφάλαιο 19 Αποφάσεις

Μεγάλη συγκίνηση το να πετάει κανείς στην πλάτη ενός δράκου, αλλά και μεγάλη τρομάρα για κάποιον που βλέπει την ζωή από το ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά. Ο Βύρων είχε γραπωθεί από τις φολίδες του Θόρν και παρακαλούσε να μην γλιστρήσει. Σενάρια καταστροφής έπαιζαν στο μυαλό του.
Αρχικά γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα και τσακιζόταν… αυτό ήταν το πιο αισιόδοξο σενάριο.
Παραλλαγή πρώτη : Ο Βύρων γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα και τσακιζόταν .Ο Δράκος το καταλάβαινε πιο μετά και αποφάσιζε να τον φάει ώστε να μην πάει χαμένος.
Παραλλαγή δεύτερη : Ο Βύρων γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα … στην αρχή, γιατί μετά ο δράκος πάνω στην τρομάρα του να τον σώσει τον αρπάζει στα γαμψώνυχα του και τον συνθλίβει.
Παραλλαγή Τρίτη : Ο Βύρων γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα … στην αρχή, γιατί μετά ο δράκος πάνω στην τρομάρα του να τον σώσει τον αρπάζει στα γαμψώνυχα του και τον συνθλίβει και μετά τον τρώει. Οι παραλλαγές δεν είχαν τελειωμό, την μια ο δράκος τον έψηνε και τον έτρωγε, μια τον έτρωγε ωμό, μια τον έκανε μπλού και μετά ο δράκος ήθελε κι άλλους νάνους και τρεφόταν μόνο από αυτούς και πάει λέγοντας. Ευτυχώς η Αβεντίνους φάνηκε στον ορίζοντα και ο δράκος προσγειώθηκε.
«Εδώ οι δρόμοι μας χωρίζουν Βύρων.» είπε ο Δράκος και σχεδόν ξάπλωσε κάτω ώστε να κατέβει ο Βύρων από πάνω του.
«Τι θα κάνεις τώρα ?» τον ρώτησε ο Βύρων.
«Θα γίνω σοφότερος… είναι μάλλον καιρός να εκμεταλλευτώ διαφορετικά την αθανασία μου.»
ο νάνος δεν απάντησε
«Θα σου πρότεινα να κάνεις το ίδιο και εσύ Βύρων. Αν ήμουν σοφότερος δεν θα έκρυβα τις πληγές μου για να μην πληγώσω τον εγωισμό μου και τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί.» είπε με θλιμμένο τόνο το κτήνος .
«Να μετανοείς, αλλά να μην μετανιώνεις.» είναι αυθόρμητα ο Βύρων.
Ο δράκος εκνευρίστηκε, δεν ήταν ακόμα τόσο σοφός ώστε να παίρνει συμβουλές από έναν θνητό, ξεφύσηξε ενοχλημένος, αλλά έπειτα το παραδέχτηκε στον εαυτό του και κοίταξε τον νάνο σαν ίσο στα μάτια. Περηφάνια έλουσε τον Βύρων όπου τα λόγια του άγγιξαν τον αθάνατο.
«Αλλιώς δεν θα ήσουν αυτός που είσαι!» συμπλήρωσε ο νάνος.

Το χέρι του νάνου κατέβηκε με βία πάνω στο έδαφος.
«Κατάρα!» αναφώνησε.
Ο Βύρων τώρα ήταν και πάλι ο γέρος νάνος με τα λευκά γένια που ήταν πασαλειμμένα με μπύρα και κολλούσαν πάνω του, το πρόσωπο του ήταν κόκκινο, το ίδιο και τα μάτια του. Η Ντροπή τον έπνιγε.
«Εγώ που τόλμησα να συμβουλέψω έναν δράκο.» οι επόμενες αναμνήσεις ήταν πολύ ζοφερές. Ο δράκος έδωσε ένα αποχαιρετιστήριο δώρο στον Βύρων, την δύναμη να δαμάζει τις φλόγες. Ο Βύρων είχε ήδη το στοιχείο της φωτιάς μέσα του και ο Δράκος το αφύπνισε. Ο Κάθε νάνος είχε μέσα του λίγο από κάποιο στοιχείο το οποίο πήγαζε από την εξειδίκευση τους στο υλικό της δουλειά τους, συνήθως της Γής, αλλά σε πιο σπάνιες περιπτώσεις τα άλλα τρία στοιχεία. Η φωτιά ήρθε από το καμίνι του σιδηρουργείου.
Ο Βύρων λοιπόν δεν άργησε να καταλάβει την απίστευτη δύναμη που του είχε χαρίσει ο δράκος. Δυστυχώς όμως δεν φάνηκε σοφός στην χρήση της –έστρεψε το σφυρί του- προς την μεριά της καταστροφής και πήρε μέρος στον πόλεμο των ξωτικών. Σύντομα υπήρξαν ιστορίες για έναν φλεγόμενο πολεμιστή, έπειτα ακούστηκε κάτι για κάποιον Στράγκλερ τον Φλογερό και στα μέσα του πολέμου όλοι ήξεραν και τρόμαζαν στο άκουσμα αυτού του ονόματος. Τα λάφυρα ήταν πολλά ο πόλεμος είχε επιφέρει μια μεγάλη, ματωμένη περιουσία στον Βύρων μέχρι που κατάλαβε ότι ήταν μόνος, Μόνος όπως ήταν ο Θόρν μέσα στην σπηλιά του. Δεν υπήρχε καμία τιμή σε αυτό που έκανε , δεν υπήρχε σεβασμός προς το πρόσωπο του, αλλά φόβος . Πόσους είχε σκοτώσει ? Οι κραυγές των αθώων ήταν αμέτρητες στους εφιάλτες του.
«Να μετανοείς, αλλά να μην μετανιώνεις.»
«Αλλιώς δεν θα ήσουν αυτός που είσαι!»
Τα σοφά τότε λόγια του ηχούσαν γελοία.
«Μακάρι να ήμουν κάποιος άλλος…» είπε ο Βύρων τότε, το ίδιο ψιθύρισε και σε εκείνη την σκοτεινή γαλαρία με τα χέρια να κρύβουν τα μάτια του.


Κάποια μέρα ένας τοξότης λιποτάκτησε, όχι και τόσο σπάνιο φαινόμενο, γιατί πολλά ξωτικά ήταν αντίθετα στον πόλεμο στα ξαδέρφια τους και σέρνονταν με το ζόρι στους ζυγούς. O Βύρων, ή καλήτερα ο Στράνγκλερ ο Φλογερός, πήρε μια μικρή ομάδα από άντρες και έτρεξαν να τον πιάσουν, ο τοξότης άκουγε στο όνομα Στρέη Αρροου, ο πατέρας του Τόμπο. Το κυνήγι κράτησε πολύ. Τα ξωτικά είναι άψογα στο να κρύβουν τα ίχνη τους και έτσι αναγκάστικαν να χωρίζονται μέχρι που ο Βύρων έμινε μόνος του. Κάποια στιγμή ο Βύρων τον βρήκε. Ο Στρέη δεν έχασε χρόνο και το έβαλε στα πόδια και άρχησε ένας αγώνας αντοχής ανάμεσα στον ελαφρύ και ψυλό τοξότη και τον γεροδεμενο νάνο με το βαρύ σφυρί του και τα κοντά του πόδια. Ο Στρέη ήξερε πως οι νάνοι είναι πολύ γρήγοροι αν το θέλουν, αλλα τα κοντά τους πόδια τους αναγκαζουν να κάνουν την διπλάσια προσπάθεια και κουράζονται εύκολα, ετσι δεν τον υποτήμησε καθόλου και έτρεχε σαν σίφουνας με τον κατακόκκινο νάνο να αγκομαχα πίσω του και να χαλάει τον κόσμο με το κουδούνισμα της πανοπλίας του. Ο αέρας φύσαγε κόντρα και έκανε τα αυτιά του Στρέη να βουίζουν, αλλα αυτό ήταν καλό γιατί τα ξόρκια φωτιάς του νάνου δεν μπορούσαν να τον φτάσουν και έπεφταν στα μούτρα του ίδιου καψαλίζοντας τα γένια του. Σύντομα ο νάνος άρχισε να βλαστημάει, σημαδι ότι κουραζόταν. Μετα από λίγο ο Στρέη ένιωσε ότι ο νάνος έμενε πίσω, αλλα μετά άκουσε έναν μεταλικό θόρυβο και με μια κλεφτή ματιά είδε πως έλιπε η θωράκιση των γοφών από τον νάνο .
Μετα από λιγο έλιπαν οι επομίδες, αργότερα ο θώρακας, Ο νάνος είχε μουλαρόσει ! Τέλος ο νάνος έμινε μόνο με το σφυρί του, αλλα και παλι έφτανε στα όρια του. Το ξωτικό φαινοταν ακούραστο και μάλλον θα απορούσε αμα θα πέταγα ακόμα και το σωβρακο του για να ελαφρινει κι άλλο.
Εν τέλει ο νάνος σταμάτησε, σταμάτησε και το ξωτικό. Ο Βύρων ανάσαινε τόσο βαριά λες και θα έμενε στον τόπο.
«Αντιο φονιά…» είπε περιχαρης το ξωτικο και γύρησε την πλάτη του.
«Δεν …είμαι …φωνιάς…» είπε βαριανασαίνοντας ο Βύρων.
«εγω μπορεί να είμαι.» σφύριξε ο Στρέη με φωνή συριχτή σαν τον ήχο που έβγαζε η χόρδή από το τόξο του που σημάδευε τον Βύρων.
«και τι είσαι τότε , κανένας άγιος ? ή μην μου πέις ! είσαι ένας υπέρμαχος του καλού ! σαν τις μπουρδες που λένε οι άνθρωποι ιππότες, οι αστραφτεροι φονιάδες ! ω ναι!» η χορδή τραβήχτηκε κιάλλο.
«για πες τι είσαι νάνε !» φώναξε ο Στρέη. Η ανάσα του νάνου ήταν τρεμάμενη, όχι από κόποση , από ένα στεναχώρια. Ο Νάνος έμοιαζε να είναι έτοιμος να πνηγει στα αναφιλητα. Τα μάτια του είχαν χαθει σε σκιές λύπης και η κάθε ανάσα του ακούγοταν υγρή σαν να κρατούσε τα δάκρυα με πείσμα και μόνο.
«Είμαι ο Βύρων ο Πολύκαρπος …» είπε, ο τοξότης έμινε έκπλικτος τι ήταν αυτό ? Ο άπληστος νάνος τα παράτησε ? αποφάσισε ότι θα πεθάνει από εκείνον ?
«και είμαι μόνος …» συμπλήρωσε ο Βύρων, άφησε το σφυρί του κάτω, γύρησε την πλάτη και έφυγε από την άλλη. Αυτό πια ήταν το κάτι άλλο! Το επόμενο που θα μπορούσε πια κανείς να δεί θα ήταν να ξυρήσει την γενειάδα του.
«Να μου δωσεις αυτό το σφυρί όταν θα το πιάσο από την άλλη του μεριά.» αυτά είπε ο Τόσο τρομερός Στράνγκλερ και άφησε τον Στρέη κάγκελο.
«Που πας ρε ζουμπα! Θα σε σκοτώσω ρε»ούρλιαξε το ξωτικό, αλλά δεν το έκανε, το θέαμα ήταν αξιοθρήνητο ο νάνος ενώ απομακρινόταν έμιαζε με ένα κοντόχοντρο παιδί που δεν το έπαιζε κανεις, και τότε κατάλαβε, ο νάνος δεν τον κηνηγούσε, αλλα δραπέτευε και αυτός. Πέταγε κάτω τα κομμάτια της πανοπλίας του και κάθε κομμάτι που αφερούσε τον έκανε να θημάτε όλο και πιο πολύ πως ήταν ζωή του , πριν η λαχτάρα για πλούτη του κλέψει την ψυχή. Πως ήταν να είναι εκείνος ο νεαρός σιδεράς που είχε παντού φίλους, και τώρα πλέον δεν άντεχε ούτε τον εαυτό του. Ο Στρέη κατάλαβε ότι αυτός ο άντρας μπορεί να είχε τα πλούτη, την δόξα και την δύναμη , αλλα δεν είχε τίποτα πολίτιμο και όπως λέν τα ξωτικά : είσαι πραγματικά πλούσιος όταν δεν μπορείς να μετρήσεις αυτά που έχεις.
«Τελικά … όλα είναι δυνατά…» είπε στον εαυτό του και αποφάσισε να κρατήσει το σφυρί του νάνου, αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία, να αλλάξει και να του το επιστρέψει όταν αποφασίσει να το κρατήσει πάλι από την μεριά της δημιουργίας, αν δεν το έκανε ο νάνος θα έπερνε εκείνο το βέλος στο στέρνο.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου