Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Νανοπεριπέτειες - Κεφάλαιο 13 Σφαγή Στο Ντάρκεντ

Κεφάλαιο 13
Σφαγή Στο Ντάρκεντ



Η Μορφή που αντίκριζε ο μάγος δεν έχασε στιγμή, όρμησε κατευθείαν πάνω στον μάγο με τέτοια ορμή που νόμιζες πως εξαφανίστηκε , για να εμφανιστεί ακριβώς μπροστά από τον μάγο με τα ξίφη να τον σημαδεύουν. Ένα εύκολο χτύπημα σκέφτηκε ο δαίμονας , αλλά το χτύπημα δεν έγινε ποτέ, ο δαίμονας πάγωσε στην πόζα του, με το σώμα του κοκαλωμένο, τότε παρατήρησε το χέρι του Μάγου να σχηματίζει μια μισόκλειστη γροθιά, χειρομαγεία! Ίσως να ήταν το τέλος εκείνης της παρτίδας για τον δαίμονα, αλλά σκέφτηκε πως ίσως αυτός ο μάγος να είναι ο επόμενος που θα έπαιρνε τα ξίφη και η σκέψη της μαγείας του ήταν δελεαστικότατη για εκείνον.
Ο Μάγος ωστόσο ήθελε να εξακριβώσει πιο άτομο έβλεπε μπροστά του και έτσι πλησίασε κι άλλο. Ολόκληρο το πρόσωπο ήταν καλυμμένο με μια μάσκα που έμοιαζε με προέκταση του κρανίου, σαν κοκάλινη ,όπου κατέληγε σε ένα κέρατο στο μέτωπο και άλλα κέρατα με μια φλογωιδή σχεδίαση που προεκτείνονταν από το πίσω μέρος του σαγονιού, τα μάτια δεν φαίνονταν καλά πίσω από τις σχισμές τις προσωπίδας. Για μια στιγμή δεν έμοιαζε με την Άυλα, αλλά αναγνώρισε αμέσως την μυρωδιά του ιδρώτα της ,τα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της, και την κορμοστασιά της που ήταν τυλιγμένη από την υπόλοιπη μεταμόρφωση του δαίμονα και ο μάγος με φρίκη την αναγνώρισε.
Η συγκέντρωση του αποσπάστηκε και το ξόρκι του λύθηκε. Ο Δαίμονας κατέβασε τα ξίφη με ορμή , αλλά αυτός ο μάγος είχε ζήσει την φρίκη του πολέμου και είχε μάθει να μην υποτιμά το ατσάλι, με μερικές μελετημένες κινήσεις απέφυγε τον εχθρό του και με ένα ξόρκι του ανέμου τράβηξε μακριά τον εαυτό του.
«Δηλώνω γοητευμένος από τις ικανότητες σου.» είπε ο δαίμονας χαμογελώντας με την αποτρόπαια μάσκα να συσπάτε σε ένα αρρωστημένο χαμόγελο. Φόβος κυρίευσε τον Βησσαρίων, εκείνη η φωνή είχε σίγουρα κάτι το κακό, τράβηξε το μαγικό του ραβδί. Ο Δαίμονας όρμησε ξανά με έναν καταιγισμό από ατσάλι που άστραφτε. Ο μάγος άρχισε να δυσκολεύεται να αποφεύγει και να ετοιμάζει τα ξόρκια του ταυτόχρονα, και όταν βρήκε ένα άνοιγμα για να επιτεθεί συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς να σκοτώσει και την αγαπημένη του.
Μια στιγμιαία απόγνωση τον κυρίευσε και έστρεψε το ξόρκι του στο έδαφος με μερικές μικρές αστραπές να χτυπάν τα ίδια του τα πόδια. Αναμνήσεις από τον πόλεμο όρμισαν στο μυαλό του και το μυαλό του θόλωσε για τα καλά. Είχε ταλαιπωρηθεί τόσο πολύ από εκείνα τα χρόνια και μόνο εκείνη η γυναίκα είχε απαλύνει τον πόνο του με ζεστή της καρδιά, πώς να επιτιθόταν ? Πώς να την έσωζε ? Σήκωσε το βλέμμα του και είδε των δαίμονα να ετοιμάζει ένα ξόρκι που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί. Φλόγες χόρευαν στα ξίφη , ο δαίμονας τέντωσε με δύναμη τα χέρια του και οι φλόγες πετάχτηκαν σαν βέλος καταπάνω του. Οι λέξεις για το ξόρκι προστασίας του διέφευγαν, μπορούσε μόνο να κοιτάζει με αγωνία το τεράστιο πύρινο βέλος να έρχεται καταπάνω του.
Χορδές τεντώθηκαν και βέλη σφύριξαν στον αέρα. Ένα σώμα κάλυψε τον Βησσαρίων και τον έσπρωξε παραπέρα. Το πύρινο βέλος χτύπησε την Ασπίδα του Βένομους Πόισονμπερθ , ένας ακόμα ήρωας του πολέμου και φίλος του Βησσαρίων.
«Βής ! αρκετά έκανες!» ακούστηκε η βαριά φωνή του Βένομους μαζί με τον ήχο από την ασπίδα του που πέταγε κάτω. Ο Βής κοίταξε γύρω του και είδε και άλλους στρατιώτες να έρχονται, μύριζε την μυρωδιά του καμένου μέταλλου , άκουγε χορδές από τόξα να τεντώνονται , πανοπλίες να κουδουνίζουν, ξαναζούσε τον πόλεμο που τόσο τον είχε σημαδέψει.
Ο ήχος από ατσάλι που χτυπά ατσάλι τον συνέφερε στην πραγματικότητα. Ο Βένομους μαζί με άλλους στρατιώτες πολεμούσαν τον δαίμονα και πολύ συχνά κάποιος έπεφτε νεκρός, τότε ο κλοιός άνοιγε και οι τοξότες έριχναν αμέτρητα βέλη στον δαίμονα, που λίγα του έκαναν. Το αίμα έφτασε στην μύτη του Βής. Σηκώθηκε και με θλίψη αποφάσισε , θα τελείωνε αυτήν την τρέλα με ότι είχε, όπως τότε με τον Στράνγκλερ τον Φλογερό, η Άυλα δεν θα ήθελε ποτέ να την χρησιμοποιούν έτσι. Σήκωσε το χέρι του στον αέρα, η έκσταση της μαγείας των κυρίευσε, ένιωσε κάθε τρίχα του σώματος του να πιρουνιάζει το κορμί του, ένιωσε τον κεραυνό που θα καλούσε να ρέει μέσα του και να καίει τα δάκρυα από το πρόσωπο του, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό, συνέχισε να συγκεντρώνει περισσότερη δύναμη και όταν άνοιξε τα μάτια του… η μάχη είχε τελειώσει.
Ο Βέν αποφεύγοντας μια επίθεση έμπλεξε το σπαθί του στην αλυσίδα που συγκρατούσε τα σπαθιά του δαίμονα και την τράβηξε σπάζοντας την, αμέσως ο δαίμονας βρίζοντας ταλαντεύτηκε, κατέβασε με ορμή το ξίφος στο στήθος του Βέν και έπειτα κοκάλωσε στην θέση του μαζί με όσους παρακολουθούσαν . Τα ξίφη έπεσαν από τα χέρια του και με το που ακούμπησαν στο έδαφος εκτοξεύτηκαν στο αέρα διαπερνόντας την οροφή της υπόγειας πόλης. Η μεταμόρφωση της Άυλα κατέρρευσε σαν πυλός που ήταν κολλημένος πάνω της και έπειτα η κοπέλα έπεσε δίπλα από τον Βέν. Όλοι ήταν τρομοκρατημένοι , και όσοι δεν ήταν περίμεναν από τον μεγάλο ήρωα Βησσαρίων να τελειώσει το επεισόδιο αυτό. Εκείνος έτρεξε προς τα εκεί, η Άυλα ανάσαινε βαριά, ο ήρωας μας ανακουφίστηκε, και κοίταξε τον Βέν , ο βαρύς θώρακας τις πανοπλίας τον είχε σώσει. Έπειτα κοίταξε με θλίψη τα σώματα από άλλους νεαρούς στρατιώτες και ένιωσε την ενοχή του να τον πνίγει.
Και τότε άκουσε κάποιον να σαλεύει, γύρισε να δει και είδε την Άυλα όρθια. Άπλωσε το χέρι του , η Άυλα τον κοίταξε με μάτια πύρινα, δαιμονικά και το πρόσωπό της ήταν ένα προσωπείο πόνου με δάκρια ανάμικτα με αίμα να κοίλανε στα μάγουλα της. Άκουσε την φωνή της για τελευταία φορά σε έναν μαραζωμένο τόνο.
«Δεν μπορώ να το ελέγξω…»τα μάτια του μάγου άνοιξαν διάπλατα. Η Άυλα τράβηξε το χέρι του και έσφιξε τον λαιμό του σαν μέγγενη με το άλλο. Οι τοξότες δίστασαν να ρίξουν, ο δαίμονας κάλυπτε το σώμα του με αυτό του Βής, και εξάλλου κανένα βέλος δεν μπορούσε να διαπεράσει δυο σώματα. Οι στρατιώτες με τους αρχηγούς τους νικημένους έμειναν πίσω από τις ασπίδες τους, έτσι ο δαίμονας έφτασε ως τον διάδρομο, παράτησε τον μισολιπόθυμο Βησσαρίων στο έδαφος και έφυγε από το Ντάρκεντ χρησιμοποιώντας τις γνώσεις της Άυλα.
Ο Βής μες στην παραζάλη του δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο, με την ανάσα του ακανόνιστη έκανε μερικά βήματα αγωνιώδη βήματα που τον έκαναν να ξαναπέσει κάτω. Δεν μπορούσε να προχωρήσει, πήρε μια ανάσα και μετά μια άλλη, η απογοήτευση άρχισε να τον τυλίγει , είχε αποτύχει να προστατέψει την φυλή του και την γυναίκα του, από την αδυναμία του. Οργή, Ντροπή, Φόβος τον κυρίευσαν και έπεσε στο έδαφος.
Ποδοβολητά τον συνέφεραν ,είχαν περάσει ώρες ,αλλά ένιωσε πως είχε χάσει μέρες, πετάχτηκε όρθιος και έσπρωξε βίαια αυτούς που προσπάθησαν να τον βοηθήσουν, κάποιοι μουρμούριζαν κάτι ακατάδεκτο, δεν έδωσε σημασία, αν αυτό το πλάσμα έφτανε μακριά και αποκάλυπτε την ύπαρξη των ξωτικών της νύχτας , ο έξω κόσμος θα τους απειλούσε και πάλι η σκέψη ενός ακόμα χαμένου πολέμου τον πανικόβαλε ακόμα περισσότερο.
«Που πήγε?» ρώτησε άγρια το πρώτο ξωτικό που βρήκε κοντά του
«δυτική έξοδος» ήταν η απάντηση του και αμέσως ο μάγος πέταξε τον μανδύα του με τα όμορφα σύμβολα και άρχισε να τρέχει μανιασμένα προς την έξοδο.

Είχε αφήσει το Ντάρκεντ πλέον και έτρεχε μανιασμένα στο δάσος χωρίς να μπορεί να βρει ένα σημάδι από το πού πέρασε η Άυλα , το μόνο που μπορούσε να ακούσει ήταν η ανάσα του που έβγαινε άγρια από το στόμα του, τα πόδια του πονούσαν, το στήθος του ήταν έτοιμο να ανοίξει στα δυο και η μαγεία του έκαιγε όλο του το κορμί, γιατί όσο πιο αδύναμος γινόταν σωματικά τα τόσο πιο ισχυρή γινόταν η μαγεία του, αυτό ήταν το μεγάλο του δώρο. Τα πόδια του δεν άντεξαν έπεσε κάτω και σκέφτηκε
«Θα μας σφαγιάσουν αν ανακαλύψουν την Άυλα, Ω την καημένη ! Ακόμα και αν την σκοτώσουν ο δαίμονας θα θέλει εκδίκηση για ότι του κάναμε, και θα φέρει τους εχθρούς στα σπίτια μας… και ο πόλεμος…»
Στην σκέψη του πολέμου το ξωτικό παραιτήθηκε, καμπούριασε τους ώμους ένας σπαραγμός βγήκε από το στόμα του και μίλησε στην γλώσσα των ζώων :
«Σκοτώστε με» είπε σε όλους τους λύκους που τον τριγυρνούσαν και ανησυχούσαν για αυτόν, γιατί τα ξωτικά και οι λύκοι ήταν παλιοί σύμμαχοι. Ένιωθε την μαγεία από τον κεραυνό που είχε επικαλεστεί να τον καίει.
«Θα πεθάνω μέσα στην μαγεία μου τότε» είπε στην γλώσσα των ζώων. Κοίταξε στα σύννεφα και με ένα πικρό χαμόγελο κατάλαβε πως δεν θα έμενε ίχνος από το σώμα του ,μετά από αυτόν τον κεραυνό που θα έριχνε στον εαυτό του, ώστε να ντροπιάζετε αιώνια.
Αλλά την τελευταία στιγμή δείλιασε, το ότι ήταν ήρωας δεν σήμαινε πως δεν είχε μια θνητή ψυχή, και έτσι έριξε τον κεραυνό παραδίπλα σε ένα δέντρο , έπεσε στα τέσσερα και ξέρασε αηδιασμένος με τον αυτό του καλώντας τους λύκους να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο του…και τότε ξεπρόβαλε μπροστά του ένας νάνος.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου