Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Κεφάλαιο 17 Το Βασίλειο των Γκόμπλιν

O Σκόρος δεν ήταν καθόλου σίγουρος αν έπρεπε να είχε σώσει εκείνα τα γκόμπλιν. Η ιδέα να μπει σε κλειστό χορό μαζί τους τον τρόμαζε.
«Φαντάσου την μπόχα» σκεφτόταν, αλλά αμέσως ο πόνος από τα βέλη στα χέρια του τον σούβλιζαν υπενθυμίζοντας του πως αν δεν θεράπευε η Μίνα γρήγορα εκείνες στις πληγές όλο και κάποιο κουσούρι θα του έμενε, οπότε ήταν ο πρώτος που πέρασε την μυστική είσοδο για το βασίλειο των γκόμπλιν.
Οι ήρωες, με εξαίρεση των Βής, έμμειναν κατάπληκτοι από αυτό που έβλεπαν. Τα γκόμπλιν μέσα στις στοές δεν ήταν βρόμικα , ούτε υπήρχε δυσοσμία στον αέρα.
«Βγαίνουν έξω βρόμικα για να τα υποτιμάνε» εξήγησε ο Βής «είναι καλό να ξέρεις τις αδυναμίες σου.»
Οι νάνοι θαύμασαν και τα ξύλινα δοκάρια από καστανιά που στήριζαν τις γαλαρίες , τα οποία δοκάρια είχαν την ιδιότητα να τρίζουν πολύ πριν καταρρεύσει μια γαλαρία δίνοντας στα γκόμπλιν την ευκαιρία να φύγουν έγκαιρα. Τα γκόμπλιν δεν ήταν τόσο απολίτιστα όσο νόμιζε ο Σκόρος ,αλλά σίγουρα παρέμεναν αρκετά… χαζά. Δεν υπήρχε ένας συγκεκριμένος ενδυματολογικός κώδικας. Μπορούσες να δεις γκόμπλιν να φοράνε το απλό και παραδοσιακό χιτώνιο από μαλλί που έκλεβαν από τους ανθρώπους ή να φοράνε τα παιδικά ρούχα που έκλεβαν από τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα το η κοινωνία τους να μοιάζει με καλλικατζούρα πράσινων παιδιών που είχαν καταλάβει μια πόλη. Τα Σπίτια τους ήταν καθαρά και με βαμμένους τοίχους, γεμάτα με κλεμμένα αντικείμενα από ανθρώπους ,νάνους, ξωτικά και Σκοτεινά ξωτικά, ναι τα γκόμπλιν δεν ήταν ιδιαίτερα παραγωγική φυλή , γενικά δεν έδιναν δεκάρα για αντικείμενα αξίας, έκλεβαν ότι τους φαινόταν όμορφο και χρήσιμο. Ωστόσο τα γκόμπλιν ήταν η κατώτερη κάστα των ξωτικών, προήλθαν από μια αρχαία κατάρα που έπεσε σε κάποια ξωτικά της νύχτας, και σαν ξωτικά λοιπόν τα γκόμπλιν αγαπούσαν την ζωή και πάνω από όλα την δική τους ζωή που διαρκούσε το πολύ πενήντα χρόνια. Αυτό τα έκανε δειλά χωρίς να είναι ποτέ μια πραγματικά υπολογίσιμη δύναμη.
Και όσο αφορά την εκπαίδευση τους τα γκόμπλιν μάθαιναν να κλέβουν, να κρύβονται και να τρέχουν , αλλά το καλύτερο μαζί τους ήταν οι τρόποι τους, δεν είχαν ντροπή μέσα τους , μίλαγαν μόνο στον ενικό και με λίγα λόγια αλλά με πολλές προτάσεις πολύ γρήγορα. Με αλλά λόγια μπορούσαν να σε κάνουν μανιακό μέσα σε μια ώρα.
Tα γκόμπλιν ακόμα φάνηκαν πολύ φιλόξενα, καθώς παραχώρησαν στην παρέα και ένα κατάληξα που είχε σχετικά ψηλό ταβάνι, τους ήταν καθαρό, είχε εστία για θέρμανση και τα τέσσερα γκόμπλιν, που ονομάζονταν Τοκ, Τοπ, Τορ, Τοτ, έμειναν μαζί τους για να τους βοηθήσουν με ότι χρειάζονταν και να τους δώσουν καθαρά ρούχα (κλεμμένα, Ο γέρο Βύρων αναγνώρισε μερικά εκλιπόντα κομμάτια τις γκαρνταρόμπας του.) . Οι ήρωες μας δέχτηκαν την φιλοξενία με ανακούφιση και πρώτος και καλύτερος ο Σκόρος, που ήταν σε άθλια κατάσταση, πασαλειμμένος με αίμα ,ιδρωμένος , κουρασμένος, με τα χέρια του τραυματισμένα και τα γαμπριάτικα ρούχα του σκισμένα να κρέμονται θλιβερά απάνω του.
Η Μίνα πήρε τον φίλο της σε ένα δωμάτιο να περιποιηθεί τις πληγές του, έδιωξε ευγενικά όλους τους άλλους που ήθελαν να είναι μαζί τους μαζί με τα γκόμπλιν . Η πόρτα έκλισε και ο Σκόρος άκουσε την μητέρα του να λέει στον μικρό αδερφό του Σκόρου πως ήταν ώρα για μπάνιο, μετά ακούστηκε για πρώτη το κλάμα αυτού του τρομερού μπόμπιρα που δεν έκλαψε στην θέα ούτε των φρουρών ούτε των άσχημων γκόμπλιν.
Ο Σκόρος ξαπλωμένος και εξαντλημένος ήθελε πολύ να δει εκείνον τον αδερφό που δεν ήξερε καν την ύπαρξη του . Ένιωσε το δροσερό χέρι της Μίνας πάνω στο μέτωπο του. Ο Σκόρος ένιωσε ανακουφισμένος, οι μελανιές που του είχε κάνει ο Βής στο πρόσωπο άρχισαν να υποχωρούν και σύντομα εξαφανίστηκαν. Δεν ήξερε αν η ανακούφιση που ένιωθε ήταν μέρος της δύναμης που είχε η Μίνα ή αν ήταν απλά η ζεστασιά που ένιωθε μαζί της . Ο πόνος εξαφανίστηκε , και ο ήρωας μας αφέθηκε στο ευγενικό άγγιγμα της ιέρειας . Ο Σκόρος αγαπούσε πολύ την Μίνα και δεν το αρνιόταν στον εαυτό του , αυτός , ο Τόμπο και η Μίνα μεγάλωσαν μαζί , τρία παιδιά από διαφορετικές φυλές , αλλά πότε τα παιδιά νοιάστηκαν για φυλές ? Έπαιζαν μαζί σαν αδέρφια, η Μίνα πάντα φρόντιζε τα αγόρια που σαν μπούφοι έπεφταν πάνω στις τσουκνίδες και οι Μίνα τους έβαζε φύλα από μολόχα πάνω στο χτύπημα ,ναι η Μίνα την είχε την φροντίδα μέσα τις, ήταν ένα πολύ ευγενικό άτομο και ο Σκόρος έπαιζε ξύλο με τον Τόμπο για το ποιος θα την παντρευτεί ( με τον Σκόρο να τραβάει τις δυο τούφες που είχε τότε για γενειάδα που έχανε συνέχεια), οι μεγάλοι γέλαγαν με τα χαριτωμένα καμώματα των παιδιών, ήταν πολύ όμορφα χρόνια. Η Μίνα στα δέκα εισήχθηκε στον κλήρο για να ακολουθήσει τα μονοπάτια της θεραπείας και τα αγόρια στα δεκαέξι χαιρέτησαν την αγαπημένη τους φίλη για να βρουν την τύχη τους στο Μάραβιλ όπου ο Σκόρος έγινε βοηθός ξυλουργού και ο Τόμπο κυνηγός.
Βέβαια εγκατέλειψαν το Μάραβιλ όπως όπως, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τα μάτια του Σκόρου άνοιξαν διάπλατα όταν θυμήθηκε ότι πρέπει να ξαναπάει στο Μάραβιλ.
«Τι έγινε πόνεσες ?» ρώτησε η Μίνα που μόλις είχε τελειώσει με τις πληγές του φίλου της. Ο Σκόρος έπιασε το χέρι της και το ακούμπησε στο στήθος του.
«Σε ευχαριστώ» της είπε ντροπαλά.
«Ο … αφού σε έχω συνηθίσει πλέον» του απάντησε με την καλοσυνάτη φωνή της. «Ξεκουράσου και θα μιλήσουμε μια άλλη φορά» Η Μίνα άφησε το χέρι του φίλου της και σηκώθηκε να φύγει. Αυτό γενικά δεν το περίμενε ο Σκόρος μια ιέρεια δεν αφήνει σχεδόν ποτέ τον ασθενή της αν δεν έχει κάποιον άλλον να επισκεφτεί. Η Μίνα ένιωθε άβολα με τον Νάνο , κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Μίνα !» της είπε όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει.
«Ναι ?»
«Πώς με βρήκες εκείνο το βράδυ ?» την ρώτησε. Καμία απάντηση.
«Τι ένιωσες ?» την ξαναρώτησε ήρεμα. Σιγή. Ο κοπέλα δεν θα του απαντούσε.
«Κακό και οργή ένιωσα να σε τυλίγει, και τρόμαξα για σένα φίλε μου.» απάντησε με ειλικρίνεια.
« Ο Μάθιου δεν είναι κακός» απάντησε ο Σκόρος.
« Δεν ένιωσα τον …- Μάθιου-.» πρόφερε το όνομα με δυσπιστία.
Ο Σκόρος έμμηνε άναυδος.
«Ξεφορτώσου αυτά τα ξίφη.» είπε σταθερά η Μίνα και έκλισε την πόρτα πίσω της.
Ο ήρωας μας πήρε μια κοφτή ανάσα και έμμηνε αμίλητος. Στις Σκιές του δωματίου ήταν κριμένη μια φιγούρα που ποτέ δεν αντιλήφθητε κανείς. Το Σκοτάδι ήταν το στοιχείο του και παρακολουθούσε την σκηνή από την αρχή. Μπορούσε να νιώσει απόλυτα το πώς ένιωθε ο Σκόρος. Μελαγχολικές σκέψεις ξεχείλισαν στο μυαλό εκείνου του πλάσματος που γεννήθηκε για να γίνει όπλο, που πατέρας του ήταν η ίδια η μαγεία ,θυμήθηκε το πόσο ωραίο είναι το αίσθημα της ισχύος και το πόσο χαζό φαίνεται να το αρνηθείς, πόσο εύκολο είναι να αφεθείς , αλλά και πόσο κενός νιώθεις όταν καταλάβεις ότι είσαι μόνος.
«Έχει δίκιο.» ακούστηκε μετά από ώρα ο δαίμονας μέσα στο κεφάλι τους Σκόρου.
«Είσαι ένας καλός νάνος Σκόρε, εγώ έχω πληρώσει τις αμαρτίες μου, πρέπει να με αφήσεις θα πάμε στον Μπόρ και θα βρω την ανάπαυση και εσύ θα ξαναβρείς την ζωή σου.»
«Όχι.» απάντησε ο Σκόρος με το κοφτό του λεξιλόγιο φωναχτά.
«Δεν φταις εσύ, όλοι όσοι κράταγαν αυτά τα ξίφη πάντα υπέκυπταν στην σκοτεινή πλευρά του εαυτού τους στο τέλος , αυτή είναι η μεγαλύτερη κατάρα αυτών των όπλων. Στείλε με επιτέλους να αναπαυτώ!» ο Μάθιου σχεδόν έκλαιγε.
«Αυτό είναι το μόνο εύκολο!» φώναξε μέσα από τα δόντια του ο Σκόρος, πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του και σηκώθηκε όρθιος. Ο Σκόρος άρχισε να ντύνετε.
«Δεν θα τα παρατήσω, που έχω να πάω ? καμία κοινωνία δεν θα με δεχτεί ,αν ώμος σώσουμε την Άυλα και καταστρέψουμε τον άλλον δαίμονα τότε όλο και κάτι καλό θα βγει,
Ο δαίμονας έμμηνε άφωνος ,ίσως από την αποφασιστικότητα που είδε στον νάνο ή επειδή απλά είχε χρόνια να νιώσει ελπίδα.
«Και θα αναπαυτείς ξέροντας πως έχεις κάνει κάτι καλό.»
Ο Μάθιου θα ήθελε να δείξει το πόσο καλό του έκαναν εκείνα τα λόγια αλλά δεν είχε κάποιον τρόπο, η μήπως είχε?
«Θα σε μάθω ότι μπορώ για ότι αντιμετωπίσουμε»
«Καλό!» τον έκοψε ο Σκόρος που δεν σταμάτησε ποτέ να μιλάει στον αέρα.
«Είδα ακόμα που φιλάνε τα γκομπλιν την μπύρα τους.»
«Καλύτερο!» είπε ο Σκόρος και άνοιξε την πόρτα.
Μια στιγμή αργότερα ο Βής γλίστρησε αθόρυβα έξω από το δωμάτιο με παλιές ιστορίες να αναδύονται στην μνήμη του.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου