Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ

μετά απο μακρά απουσία σας παρουσιάζω μια τελευταία ιστορία μου ύστερα απο παροτρυνσή του Σκόρου. ελπίζω να την απολαύσεται.


ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ


Η βροχή σάρωνε την κοιλάδα του Κυρ δημιουργώντας ένα υδάτινο πέπλο, το οποίο περιόριζε την ορατότητα σε μερικά μέτρα. Οι δεκάδες κεραυνοί που έσκιζαν τον συννεφιασμένο ουρανό χάριζαν, έστω και στιγμιαία, το βαθυκύανο φώς τους στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Μιας πόλης που είχε ανθήσει αριστερά και δεξιά του ποταμού Κασμαρ. Αν την παρατηρούσε κάποιος σε μια ξάστερη νύχτα, όταν τα δύο φεγγάρια, ο Ανούμ και ο Τερεμ, ήταν ψηλά στον ουρανό, θα μπορούσε να διακρίνει ότι στην αριστερή όχθη του ποταμού μια παραγκούπολη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται.

Ο Μαρκ ανασηκώθηκε λίγο και κοίταξε έξω από το παράθυρο του παλαιού σταθμού ραντάρ. Τα μάτια του ήταν θολά, ίσως από τα δάκρυα που ανέβλυζαν από το αδύνατο πρόσωπο του, είτε ίσως από τα δεκάδες άδεια μπουκάλια που βρισκόντουσαν διάσπαρτα στο πάτωμα και περιείχαν αναμεμειγμένη αλκοόλη με καραμελόχρωμα και είχαν καταναλωθεί εντός λίγων ημερών. Μπορούσε να δει, αν και θολά λόγο της βροχής, τα φώτα της Αστραθ. Η πόλη της κοιλάδας του Κυρ, εκεί όπου ο Μαρκ κάποτε έμενε αλλά τον είχαν διώξει τόσο άδικα. Η Αστραθ συμπλήρωνε πάνω από 300 χρόνια ευημερίας και ήταν η πρώτη πόλη που ιδρύθηκε από τους αποίκους της γης πάνω σε αυτό τον φιλόξενο πλανήτη.
O Mαρκ γλίστρησε στο υγρό τσιμεντένιο τοίχο, ώσπου το χέρι που κρατούσε το περβάζι του παραθύρου βρέθηκε να ακουμπάει το παγωμένο πάτωμα. Μέσα στο μυαλό του αντηχούσε η λέξη του Εξεταστή «Ελαττωματικός ,Ελαττωματικός». Ένας λυγμός βγήκε από τα χείλη του σπάζοντας έτσι το μονότονο βούισμα της βροχής. Αργά γύρισε την πλάτη του στον τοίχο και αφού έκατσε οκλαδόν έφερε τα χέρια του στο πρόσωπο του και άρχισε πάλι να κλαίει. Ξαφνικά με το αριστερό του χέρι, ο Μαρκ, ψαχουλέψει το κρύο πάτωμα, τα ακροδάχτυλα του ακουμπήσανε ένα μικρό μεταλλικό κουτί τυλιγμένο σε χοντρό χαρτόνι. Με πολύ προσεκτικές κινήσεις έφερε το μικρό δεματάκι στην αγκαλιά του. Άρχισε να κουνάει το πάνω μέρος του κορμιού του προς πίσω χτυπώντας δυνατά την πλάτη του στον τοίχο. Το μυαλό του άρχισε σιγά-σιγά να ξεθολώνει. Τον επισκέφτηκαν αναμνήσεις του παρελθόντος και άφησε τον εαυτό του να χαθεί λίγο μέσα σε αυτές.


Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2732 μΧ.


Ένα μικρό παιδί, ηλικίας μόλις πέντε χρονών, κάθεται σκυφτό πάνω από ένα κομμάτι καμβά κρατάει το πινέλο με ένα εντελώς ανορθόδοξο τρόπο. Το πινέλο περνάει μέσα από την μικρή, σφικτή γροθιά του και βγαίνει ανάμεσα από τα δάκτυλα του. Τραβάει γραμμές αριστερά και δεξιά κουνώντας το χέρι του λες και κρατάει κάποιο αόρατο σπαθί.
«Μαρκ, ώρα για φαγητό» φώναξε μια γυναικεία φωνή.
«Τώρα μαμά.» αποκρίθηκε ο πεντάχρονος Μαρκ και άρχισε να κουνάει πιο ζωηρά το χεράκι του.
«Άντε παιδί μου θα κρυώσει » Είπε η μητέρα του.
Ο μικρός Μάρκ πέταξε το πινέλο του στο πάτωμα και έτρεξε άτσαλα προς το μέρος της μητέρας του. Καθώς περνούσε την πόρτα της κουζίνας δύο τεράστια χέρια τον άρπαξαν κάτω από τις μασχάλες και τον σήκωσαν ψηλά. Ο πατέρας του τον έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Που πας πιτσιρίκα;» τον ρώτησε παιχνιδιάρικα ο πατέρας του.
«Άσε με κάτω μπαμπά πρέπει φάω σου λέω.» είπε δυνατά με την παιδική φωνούλα του ο Μαρκ.



Αυτή η ανάμνηση ζέστανε τον Μαρκ. Οι δύο του γονείς, συγκεκριμένα, οι δύο «βοηθητικοί» του γονείς. Ο όρος «βοηθητικός», στην κοιλάδα του Κυρ, χαρακτήριζε τον άνθρωπο ο οποίος δεν είχε κάποιες ιδιαίτερες πνευματικές ή σωματικές ικανότητες. Όμως είχε περάσει τα τεστ χαρακτήρα και ο οργανισμός τους είχε δεχθεί τα διάφορα ρομποτικά εμφυτεύματα δίνοντας του έτσι το δικαίωμα να μπορεί να μείνει στην δεξιά όχθη του Κασμαρ.
Η μητέρα του Μαρκ, η Σονάτα, είχε αντικαταστήσει την τελευταία φάλαγγα όλων των δακτύλων με ρομποτικά ακροδάχτυλα για να μπορεί να δουλέψει στα τεράστια μέταλλο-υφαντουργεία των Ανωτέρων. Ενώ ο Χαμπλέρ, ο πατέρας του Μαρκ, παρόλο που είχε κριθεί επιθετικός ως χαρακτήρας, βρέθηκε να έχει μια θέση φύλακα στην Αχμαρ, τα παλάτια των ανωτέρων, λόγο των βιονικών βραχιόνων που του είχαν κάνει δώρο οι γονείς του.


Μετά το μεσημεριανό γεύμα ο Μαρκ πήδηξε από την καρέκλα του και έτρεξε να συνεχίσει την ζωγραφιά του. Πίσω του τον ακολουθούσε η μητέρα του κρατώντας μια πετσέτα με σκοπό να σκουπίσει τα δάκτυλα του που ήταν γεμάτα σάλτσα.
Ο Μαρκ έκατσε στον πισινό του και έπιασε το πινέλο που είχε πετάξει στο πάτωμα. Καθώς σήκωσε το χέρι του για να βάλει άλλη μία πινελιά πάνω στον καμβά, η Σονάτα έπιασε το χέρι του.
«Μαρκ, διαβολάκι τι σου έχω...» Σώπασε απότομα και έμεινε αποσβολωμένη κοιτώντας τον καμβά. Πάνω του ήταν ζωγραφισμένη η «Κραυγή» του Μουνκ . Η Σονάτα την είχε δει σε ένα μουσείο προ-αποικιακής τέχνης πριν από δέκα χρόνια και θα ορκιζόταν ότι ήταν ολόιδια με αυτή που είχε ζωγραφίσει ο Μαρκ.
«Μαμά πρέπει τελειώσω.» Στρίγγλισε ο Μαρκ προσπαθώντας να απεγκλωβίσει το χεράκι του από την λαβή της Σονάτα.
«Μαρκ τι είναι αυτό;» είπε χαμηλόφωνα η Σονάτα.
«Ζωγραφιά Μαμά» είπε δείχνοντας την διάφανη οθόνη αφής του υπολογιστή.
«Μου την έδειξε ο Μπαμπάς.» Συμπλήρωσε.


Η επόμενη ανάμνηση που ήρθε στο μυαλό του Μαρκ, ήταν λίγες μέρες μετά την ζωγραφιά. Ήταν η στιγμή που θα έμπαινε στον κόσμο των «βοηθητικών»
Και αν ήταν αρκετά δεξιοτέχνης, ίσως με το πέρας μερικών χρόνων θα μπορούσε να ενταχθεί στους «ανώτερους» . Ήταν η στιγμή που έκανε το πρώτο του εμφύτευμα. Ένας λυγμός έφυγε από τα χείλη του, ενώ δάκρυα κυλούσαν στα μάτια του, και έσφιξε στην αγκαλιά του το σκληρό πακέτο.


Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2732 μΧ. λίγες μέρες μετά.


Ο πεντάχρονος Μαρκ καθισμένος σε ένα δερμάτινο μαύρο καναπέ, με τα μικρά του δακτυλάκια ακολουθεί τις διαδρομές των ραφών του. Στο βάθος του δωματίου βλέπει τους γονείς του να κάθονται απέναντι από ένα ηλικιωμένο άνθρωπο οποίος φοράει άσπρα ρούχα. Ο γιατρός κρατάει στο χέρι του την ζωγραφιά με την «Κραυγή» και την περιεργάζεται με επίσημο ύφος. Η μορφή του τρομάζει ελαφρά τον Μαρκ, έχει κάτι το παράξενο πάνω του αλλά δεν μπορεί ακόμα να το προσδιορίσει. Ο «παράξενος κύριος» συζητούσε χαμηλόφωνα με τον Χαμπλέρ και την Σονάτα, οι οποίοι κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου, ρίχνοντας κοφτές ματιές στον Μαρκ. Ο Μαρκ ήθελε πάρα πολύ να τρέξει κοντά στην μητέρα του και να την πάρει αγκαλιά, όμως είχε μάθει ότι όταν οι ενήλικες μιλάνε, τα παιδιά πρέπει να μην τους ενοχλούν, οπότε συνέχισε να παίζει με τις ραφές του καναπέ.
«Εντάξει λοιπόν.» Ακούστηκε η βραχνή φωνή του γιατρού ο οποίος σηκώθηκε από την καρέκλα του.
«Θα βάλουμε μέσα τον πιτσιρικά σήμερα, και από αύριο θα βλέπει τον κόσμο με άλλη ματιά.»
Ο Μαρκ πάγωσε.. «Με άλλη ματιά; τι εννοούσε ο «παράξενος» κύριος;» σκέφτηκε με το παιδικό μυαλό του.
Ο γιατρός τον πλησίασε και έκανε ένα βαθύ κάθισμα ώσπου να έρθει στο ύψος του Μάρκ που καθόταν στον καναπέ. Ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά του Μαρκ σαν ηλεκτρικό ρεύμα, ξαφνικά αντίκρισε το τι έκανε παράξενο αυτόν τον Κύριο. Η κόρη του δεξιού του ματιού είχε ένα πράσινο ιριδίζον χρώμα.
«Είσαι έτοιμος για το μεγάλο βήμα πιτσιρίκο;» ρώτησε ο Γιατρός.
Ο Μαρκ κοίταξε απεγνωσμένα τους γονείς του που καθόντουσαν ακόμα στις θέσεις τους. Άρχισε να τον πιάνει πανικός, η μητέρα του του έγνεψε καταφατικά, ο πατέρας του του έκλεισε το μάτι κάνοντας ένα νεύμα προς την πόρτα. Ξαναγύρισε τα μάτια του προς τον γιατρό κοιτώντας τον παρακλητικά, δεν ήθελε να απομακρυνθεί από τους γονείς του, ιδιαιτέρα μαζί με αυτόν τον «παράξενο» κύριο.
«Έλα μαζί μου.» είπε ο Γιατρός όσο πιο μαλακά μπορούσε, απλώνοντας το χέρι του προς το μέρος του.
Ο Μαρκ άρπαξε το χέρι του Γιατρού και σηκώθηκε από τον καναπέ.
«Ετοιμάστε το χειρουργείο.» φώναξε ο Γιατρός ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου.



Μέσα στο παλιό Ραντάρ μια κραυγή απόγνωσης ακούστηκε η οποία πνίγηκε μέσα σε ένα λυγμό. Ο Μαρκ είχε σηκωθεί όρθιος ακουμπώντας την πλάτη του στον υγρό τοίχο. Σήκωσε το δέμα στο ύψος τον ματιών του και με το ένα χέρι άρχισε να ξετυλίγει το χαρτονένιο περιτύλιγμα. Τα μηχανικά μέρη μιας συσκευής άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους στα χέρια του Μαρκ. Μια άλλη ανάμνηση τον χτύπησε σαν «γροθιά». Ήταν δεκαπέντε χρονών και πλέον ονομαζόταν «βοηθητικός», το εμφύτευμα που του είχε τοποθετήσει ο Γιατρός στο μπροστινό μέρος του αριστερού εγκεφαλικού λοβού λειτουργούσε άψογα, χαρίζοντας του τέλεια όραση. Μπορούσε να δει μόρια σκόνης να αιωρούνται μπροστά του, το περίγραμμα των φύλλων πάνω στα δέντρα, μα το κυριότερο μπορούσε να δει τις μικροατέλειες που άφηναν τα πινέλα του πάνω στον καμβά ώστε να μπορεί να τις διορθώσει δημιουργώντας έτσι πίνακες απεριορίστου κάλλους.

Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2742 μΧ.

Δεκάδες μυρωδιές πλημμύριζαν τον αέρα, καραμέλα, δυόσμος, αλκοόλ. Ο Μαρκ καθόταν με κλειστά μάτια στην μέση του κελαριού. Τα ρουθούνια του πετάριζαν προσπαθώντας να ρουφήξει όλες τις μυρωδιές που ήταν στον χώρο. Σφιχτά στο στήθος του κρατούσε ένα μικρό σημειωματάριο. Σε αυτό έγραφε τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του, για το πόσο ανώτερος ένοιωθε από τα άλλα παιδιά, διότι ήταν ο νεότερος «Βοηθητικός» που είχε περάσει από την Αστραθ, την αναμονή του για να ενταχθεί στους «Ανώτερους», για το πόσο πολύ αγαπούσε την Μαριάμ που κάποια παιδιά την φώναζαν «Ελαττωματική» επειδή ήταν αριστερόχειρας. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε ένα μπουκάλι, ξεκούμπωσε το μεταλλικό πώμα, και η μυρωδιά της καραμέλας πλημμύρισε τον αέρα. Το έφερε στα χείλη του και η γεύση του ποτού γέμισε τον ουρανίσκο του. Ερχόταν κρυφά σε αυτό το κελάρι εδώ και τρία χρόνια, παρόλο που γνώριζε ότι το αλκοόλ απαγορεύεται στην κοιλάδα του Κυρ. Του φαινόταν παράξενο γιατί οι μεγάλοι είχαν δαιμονοποιήσει το συγκεκριμένο υγρό αφού ήταν τόσο γευστικό.
Ένας οξύς γδούπος απέσπασε την προσοχή του και λαμπερές ακτίνες φωτός έλουσαν το υπόγειο. Ο Μαρκ μαρμάρωσε, τρεις σιλουέτες έριχναν τις μακριές σκιές τους μέσα στο κελάρι.
«Νομίζω ότι βρήκαμε τον ποντικό μας.» Ακούστηκε μια βαριά ανδρική φωνή.¨
«Και είναι και μικρός.» Απάντησε η βαριά φωνή της μεσαίας σιλουέτας.
Ο Μαρκ είχε παγώσει στην θέση του, σαν ένα ελάφι που το χτυπάνε τα φώτα της νταλίκας τα μεσάνυχτα. Η Τρίτη σιλουέτα έκανε τρεις μεγάλες δρασκελιές και έπιασε τον «ποντικό» από τον ώμο.
«Έλα παιδί μου.» Είπε μέσα από τα δόντια του.
«Πρέπει να δώσεις ορισμένες εξηγήσεις.» Συμπλήρωσε.
Ο Μαρκ ακολούθησε δουλικά τον φρουρό μέχρι να φτάσει στο κτήριο της Φρουραρχείας το οποίο βρισκόταν στο κέντρο της πόλης.
«Περίμενε εδώ.» Είπε κοφτά ο φρουρός δείχνοντας με το χέρι του ένα παγκάκι.
Μετά από πέντε λεπτά μια πόρτα άνοιξε και ένας μυώδης άντρας φώναξε τον Μαρκ μέσα στο γραφείο.
Μπήκε μέσα στο γραφείο και κάθισε στην καρέκλα που του υπόδειξε ο Φρουρός. Ένοιωθε μουδιασμένος, το μυαλό του δούλευε γρήγορα αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι το αξιόλογο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει αυτή την στιγμή.
«Όνομα ;» Ρώτησε παγερά ο Φρουρός.
«Μαρκ Σουρίντερ, κύριε.» Είπε δισταχτικά ο Μαρκ.
Ο μυώδης άντρας στράφηκε στον υπολογιστή που ήταν πάνω στο γραφείο.
«Μάλιστα.» ψιθύρισε.
«Ο γιος του Χαμπλερ, σωστά;» συμπλήρωσε, κοιτώντας υποτιμητικά τον Μάρκ.
«Ναι κύριε.» Αποκρίθηκε ο Μαρκ.
«Τι έκανες κάτω στο κελάρι; Το γνωρίζεις ότι είναι παράνομο; » Ρώτησε απότομα ο φρουρός.
«Τίποτα δεν έκανα, και δεν ήξερα ότι απαγορεύεται» Είπε μέσα απο τα δόντια του ο Μαρκ κρατώντας τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος του προσπαθώντας να κρύψει το τετράδιο του.
«Έπινες ε;»βροντοφώναξε ο φρουρός.
Τα μάτια του Μαρκ άρχισαν να βουρκώνουν.
«Φέρε εδώ αυτό το τετράδιο.» είπε ο άνδρας.
Ο Μαρκ άφησε το τετράδιο πάνω στο γραφείο. Δεν προσπαθούσε πλέον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, τα οποία πλέον είχαν αρχίσει να κυλάνε στα μάγουλα του.
«Αγαπάς και ένα κορίτσι βλέπω...Ντροπή σου. Πίνεις, αγαπάς, τι άλλα πάθη έχεις μικρέ;»
«Τίποτα άλλο.» Είπε μέσα από τους λυγμούς που τράνταζαν το σώμα του Μαρκ.
«Σε δύο χρόνια περνάς από την εξεταστική, και απ ότι βλέπω πας για «Ελαττωματικός» παιδί μου.»
«Μα είμαι βοηθητικός!» Φώναξε με όλη την δύναμη τον πνευμόνων του ο Μαρκ.
«Και;» πρόσθεσε ο φρουρός.
Ο Μαρκ ξαφνιάστηκε από την απάντηση και βάλθηκε να κοιτάζει σαστισμένος το τραχύ πρόσωπο του φρουρού..
«Φύγε τώρα, Και όλα θα γραφτούν στον φάκελο σου.».


Τα χαρτόνια που κάποτε τύλιγαν τον μηχανισμό τώρα κειτόταν στο έδαφος. Μια μικρή γυαλιστερή συσκευή βρισκόταν τώρα στα χέρια του Μαρκ. Η μία πλευρά της είχε χαραγμένο το ‘EMP’
«Ηλεκτρομαγνητικός παλμός» Σκέφτηκε ο Μαρκ και ένα μειδίαμα εμφανίστηκε στο πρόσωπο του. Θα τοποθετούσε την συσκευή στην κεντρική μονάδα του Ραντάρ και ο παλμός θα κατέστρεφε όλα τα μηχανικά μέρη της κοιλάδας του Κυρ, συμπεριλαμβανομένων και των μεταφυτευμάτων. Θα εκδικούταν την Αστραθ που τον πέταξε στην αριστερή όχθη του Κασμαρ. Θα τους σκότωνε όλους όσους είχαν κάτι το μηχανικό πάνω τους. Η οργή ξεχείλιζε μέσα του αλλά δεν έκλαιγε, τα δάκρυα του είχαν πλέον στερέψει.
Όταν μάζεψε τα πράγματα του και πέρασε στην άλλη όχθη αντίκρισε την γύμνια της κοινωνίας του. Βρήκε εκατοντάδες ανθρώπους σε άθλια κατάσταση, όλοι είχαν κριθεί ελαττωματικοί για διάφορους λόγους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι «Ελαττωματικός» θεωρείτε αυτός που είτε απέρριψε το εμφύτευμα του, είτε η συμπεριφορά του ξέφευγε από την κοινή αποστειρωμένη συμπεριφορά που επέβαλλαν οι «Ανώτεροι» στην κοινωνία. Την συσκευή που κρατούσε στα χέρια του την είχε κατασκευάσει ένας «Ελαττωματικός» φυσικός πού γνώρισε σε ένα σκοτεινό μπαρ της αριστερής όχθης, είχε κριθεί «Ελαττωματικός» λόγο της έπαρσης που τον χαρακτήριζε. Είχε δεχτεί να κατασκευάσει την συσκευή για οχτώ προσωπογραφίες του.
Ο Μαρκ συνέδεσε την συσκευή στην κεντρική κονσόλα του Ραντάρ. Ένα πάτημα του μεγάλου κόκκινου κουμπιού και μία πλήρη περιστροφή του Ραντάρ θα ήταν αρκετό για να σπείρει τον όλεθρο στην κοιλάδα του Κυρ. Η λέξη του Εξεταστή αντήχησε πάλι μέσα στο κεφάλι του Μαρκ. Μια άλλη ανάμνηση βρήκε τον δρόμο της προς την επιφάνεια.


Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2744 μΧ.

Ο Δεκαεφτάχρονος Μαρκ κάθετε σε μια άβολη σιδερένια καρέκλα. Μπροστά του απλώνεται η χαώδης αίθουσα της εξεταστικής επιτροπής. Στα δέκα περίπου μέτρα υψώνονται τα έδρανα της εξεταστικής επιτροπής. Η αίθουσα εξέπεμπε ένα γαλάζιο φως, κάποιος κρυφός φωτισμός, υπέθεσε ο Μαρκ.
«Σουρίντερ Χαμπλερ Μαρκ.» Φώναξε ο Εξεταστής.
Ο Μαρκ σηκώθηκε από την καρέκλα.
«Εξετάζεσαι για την απόκτηση Κοινωνικής Ιδιότητας. Έχεις να δηλώσεις τίποτα;» συμπλήρωσε ο Ηλικιωμένος άντρας.
« Θέλω να δηλώσω ότι υπήρξα ο νεότερος «Βοηθητικός» από την ίδρυση της Αστραθ.» Απάντησε ο Μαρκ.
Ο εξεταστής ακούμπησε την οθόνη του υπολογιστή. Πίσω του εμφανίστηκε το ολόγραμμα της οθόνης με την φωτογραφία του Μαρκ .
«Σουρίντερ Χαμπλερ Μαρκ» Αναφώνησε ο Εξεταστής. «Η επιτροπή έλεγξε τον φάκελο σου διεξοδικά. Βρήκαμε καταχωρήσεις για τέρψη από το αλκοόλ, για αδύναμα συναισθήματα όπως έπαρση, αλαζονεία, αγάπη και υπάρχουν υπόνοιες ότι ορισμένα βράδια πέρασες από τον οίκο ανοχής στην αριστερή όχθη. Έχεις να προσθέσεις τίποτα;»
«Είμαι ο νεότερος «Βοηθητικός»». Φώναξε ο Μαρκ.
«Και;» Απάντησε ο Εξεταστής πιάνοντας το σφυρί που ήταν πάνω στο έδρανο.
«Ελαττωματικός ,Ελαττωματικός» είπε ο Εξεταστής χτυπώντας το σφυρί πάνω στην έδρα.
«Γιατί;» Ούρλιαξε ο Μαρκ απεγνωσμένα.
«Ανθρώπινα Πάθη ,ελαττωματικά γονίδια μάλλον.» είπε αδιάφορα ο Ηλικιωμένος, κοιτώντας σχολαστικά ένα άλλο φάκελο .
«Μέχρι να ανατείλει ο Τερεμ να έχεις περάσει απέναντι.»

Ο Μαρκ κοντοστάθηκε κρατούσε την κονσόλα με τα δύο του χέρια, έριξε μια μάτια έξω από το παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς μπροστά του, η βροχή μαστίγωνε ακόμα ,σαν θεϊκή τιμωρία, την κοιλάδα. Η λάμψη των κεραυνών του θύμιζε τον φωτισμό της εξεταστικής αίθουσας. Σήκωσε απότομα το δεξί του χέρι, το άφησε να αιωρείται , σκέφτηκε ότι και αυτός θα βρισκόταν νεκρός με το πάτημα του κουμπιού, δεν τον ένοιαζε , δεν μπορούσε να ζει σαν απόβλητος, ήταν «Βοηθητικός» γαμώτο, ίσως και «Ανώτερος», ναι, θα έδινε ένα μάθημα σε αυτούς που τον έβγαλαν «ελαττωματικό» θα τους έδειχνε ότι είναι καλύτερος τους. Το χέρι του έπεσε βαρύ πάνω στο κουμπί.
Τα μελίγγια του άρχισαν να χτυπάνε οδυνηρά σήκωσε το βλέμμα του και είδε τα φώτα της Αστραθ να σβήνουν διαδοχικά. Ένα χαμόγελο συνδυασμένο με μορφασμό από τον πόνο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τα γόνατα του λύγισαν και βρέθηκε πεσμένος στο έδαφος βλέποντας σταγόνες αίματος να στάζουν στο πάτωμα, αλλά πλέον δεν ένοιωθε πόνο, τα μάτια του έκλεισαν και ένιωσε χαρούμενος, η ζωή άρχισε να εγκαταλείπει το σώμα του, κράτησε όσο πιο πολύ μπορούσε την τελευταία του ανάσα και όταν δεν μπορούσε άλλο ψέλλισε.
«Νίκησα.»




created by
kalanapathw

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου