Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Νανοπεριπέτειες κεφαλαιο 10-11

Κεφάλαιο 10
Στον Φάρο

Το ξωτικό με τον Σκόρο είχαν ανταλλάξει μια κάπως αμήχανη χειραψία και αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να κουβαλήσουν την αναίσθητη Μίνα , την ιέρεια του θεού Λέα (θεός των ξωτικών) στον φάρο.
Το ξωτικό καθ όλη την διαδρομή τους προς τον φάρο παρατηρούσε τον νάνο ο οποίος κουβαλούσε την λεπτοκαμωμένη γυναίκα της ανθρώπινης φυλής στον ώμο του χωρίς δυσκολία. Το ξωτικό ήταν σιωπηλό όσο περπατάγανε προς τον φάρο πρόλαβε να πει ένα –ευχαριστώ-, που τον έσωσε, και ένα –συγγνώμη- ,που τον έδειρε, στον νάνο και έπειτα ο Σκόρος μονοπώλησε την συζήτηση. Ο Σκόρος νιώθοντας πιο άνετα πλέον και ξερώντας πως τα σημαντικά θέματα θα συζητιόντουσαν στον φάρο είχε αραδιάσει όλα όσα θεωρούσε πως θα έπρεπε κανείς να ξέρει για αυτόν τον κόσμο άμα εμφανιζόταν από το πουθενά, γιατί κάπως έτσι αντιμετώπιζε το ξωτικό της νύχτας , σαν μια ζωγραφιά που ζωντάνεψε.
«Και που λες εμείς οι νάνοι έχουμε δυο ονόματα, το ένα μας το δίνουν οι πατεράδες μας και είναι πάντα μια ιδιότητα, όπως γενναίος, έξυπνος , αλλά αυτό το όνομα μένει κρυφό για τους πιο πολλούς, -δεν σου λέω βέβαια ακόμα το δικό μου και δεν θα το μάθεις μέχρι να μου φύγουν οι μελανιές από το πρόσωπο να είσαι σίγουρος ...» Το ξωτικό έκανε μια αποδοκιμαστική γκριμάτσα μες στις σκοτούρες του, αλλά ο νάνος δεν μπορούσε να δει καλά στο σκοτάδι όπως το σκοτεινό ξωτικό και συνέχυσε για κακή του τύχη. « και το όνομα με το οποίο σε φωνάζουν το φτιάχνεις μόνος σου , το δικό μου είναι Σκόρος, και έτσι η ταφόπλακα σου θα γράφει -Μπίλιας Ο Τρομερός- για παράδειγμα.» Το σκοτεινό ξωτικό χαμογέλασε, ένα ξωτικό του φωτός θα είχε φρίξει στην λέξη –ταφόπλακα-.
« Όπως Στράνγλερ ο Φλογερός ε ?» σχολίασε άχρωμα το ξωτικό.
« Ω! μα ξέρεις τον φοβερό αυτόν ήρωα των νάνων ? πολέμησε στους πόλεμους των ξωτικών χρόνια πριν.»
« Η μονάδα μου τον σκότωσε.» είπε απαλά το ξωτικό και στο μυαλό του ήρθε η μνήμη από το φρούριο που το τύλιξαν στις φλόγες οι συνδυασμένες μαγείες της φωτιάς του μάγου Λόργαν και του αέρα από εκείνον. Το ξωτικό μετάνιωσε για τα λόγια του καθώς φοβήθηκε την αντίδραση του Σκόρου. Ο Νάνος έμμηνε ακίνητος για μια στιγμή με τα μάτια στραμμένα πάνω στον μάγο.
«Δηλαδή εσύ είσαι ο …»
«Βησσαρίων Ταϊφούν.» συμπλήρωσε με πικρία ο μάγος καθώς πλέον δεν αισθανόταν περήφανος για αυτό το όνομα. Τα μάτια του Σκόρου άνοιξαν διάπλατα.
«Ωραία!» αναφώνησε με αθώα κατάπληξη ο νάνος και μια κάπως σαχλή χαρά τον συντάραξε κάνοντας το ξωτικό να νιώθει ακόμα πιο άβολα.
Το ξωτικό δεν ήξερε πια τι να σκεφτεί για αυτόν τον νάνο, παλάβρας το δίχως άλλο. Ο Βησσαρίων άνοιξε το στόμα του να πει κάτι ,αλλά ο Σκόρος τον διέκοψε.
«Φτάσαμε!»
Ο φάρος ήταν αρκετά κοντά στην πόλη Παουλάνερ, την πόλη όπου ο Σκόρος είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια με τον Τόμπο. Πολλά σπίτια ήταν έξω από τα τύχει της πόλης και υπήρχαν αρκετές ρίζες από κομμένα δέντρα παντού αυτό εμφάνισε μια σκιά στο πρόσωπο του Σκόρου.
«Η πόλη μεγάλωσε πολύ από την τελευταία φορά που την είδα» είπε στο εαυτό του πιο πολύ παρά στον Βησσαρίων.
Ο φάρος ήταν από καιρό ερειπωμένος και παντού υπήρχε μόνο κρύα πέτρα. Ο Σκόρος άρπαξε μερικά άχυρα από τα γύρω σπίτια και έτσι μπόρεσαν να φτιάξουν ένα υποτυπώδες κρεβάτι ώστε να μην κάθονται στην κρύα πέτρα, άναψαν και μια μικρή φωτιά που την κράτησαν για λίγο αναμμένη ,τόσο όσο χρειάζονταν για να συζητήσουν. Έβαλαν την Μίνα να ξαπλώσει λίγο παραπέρα και άρχισαν να διηγούνται τις ιστορίες τους με τα χέρια τους να ακουμπάνε στα ξίφη ώστε να μιλάνε μαζί με τον Μάθιου για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.
Πρώτος άρχισε ο Σκόρος την ιστορία του και την είπε γρήγορα και με πάθος χωρίς να παραλείψει τίποτα
«Και τότε εκείνη την στιγμή πραγματικά η δύναμη του Μάθιου με έκανε να εκραγώ ! Δεν μπορούσα να αντέξω όλο αυτόν τον θυμό και έβγαλα έναν τρομερό βρυχηθμό !...»
«Καλή φάση !» συμπλήρωσε ο Δαίμονας
«Ναι ! και ήταν τόσο τρομερός που όλοι πανικοβλήθηκαν και έπειτα η Θεά Μπύρα γέμισε τα βαρέλια ,γιατί τις αρέσουν τα δυνατά συναισθήματα και …»
Το ξωτικό μια ήθελε να γελάσει με το δίδυμο του νάνου και του δαίμονα και μία να το βάλει στα πόδια καθώς ένιωθε πως όλα αυτά ήταν αληθινά.
«Και έτσι ο Μάθιου κατάστρεψε τον γάμο μου…»
«δεν κάνει τίποτα !» τον διέκοψε ο Μάθιου, γέλασαν και το ξωτικό υπνωτισμένο από την κούραση ένιωσε για μια στιγμή σαν να έβλεπε ένα παλαβό όνειρο μετά από ένα καλό μεθύσι, τόσο άνετα μιλούσε για τον χαμό ολόκληρης της περιουσίας του και τις παλιάς του ζωής ο νάνος που έδινε κουράγιο στον Μάγο. Μετά τον λόγο πήρε ο δαίμονας και η ιστορία του δεν ήταν τόσο ανάλαφρη όσο του Σκόρου.







Κεφάλαιο 11
Ιστορίες


«Μάλλον δεν σας μοιάζω τόσο για δαίμονας» ακούστηκε η φωνή του Μάθιου Άκαθαρ να λέει στους δύο άνδρες με μια θλίψη στην φωνή του που και οι δύο ένιωσαν .
«Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν είμαι κακός αλλά το σκοτάδι …» η φωνή έκανε μια παύση.
«Αλλά το σκοτάδι με έχει αφομοιώσει πλέον…» παραδέχτηκε πένθιμα η βασανισμένη ψυχή και κανένας από τους θνητούς δεν μίλησε από συμπόνια, θλίψη και δέος. Ο Μάθιου συνέχισε τον λόγο του με θαυμαστή, γρανιτένια σταθερότητα πνίγοντας τον πόνο με ελάχιστες παύσεις και προσπαθώντας να βοηθήσει τους άλλους δυο να καταλάβουν την ιστορία του.
«Έγινα δαίμονας γιατί πέθανα μέσα στο μίσος μου και στην αμαρτία μου, σκότωσα τον πατέρα μου» οι δύο θνητοί τινάχτηκαν στα κοφτά αυτά βέβηλα λόγια που ξεστόμισε ο δαίμονας τόσο αβίαστα.
«Αλλά για εμένα αυτός ο άνθρωπος ήταν απλά ο Γουίλιαμ Άκαθαρ ένας πανούργος μάγος που με χρησιμοποιούσε για τους δικούς του μοχθηρούς σκοπούς, ένας άνθρωπος που δεν μπορούσα παρά να υπακούσω και να βοηθήσω, αυτός ήταν που βούτηξε την ψυχή μου στο σκοτάδι και τα χέρια μου στο αίμα των εχθρών του.»
Η φωνή που άκουγαν ο νάνος και το ξωτικό της νύχτας ήταν ήρεμη αλλά οι δύο άντρες ένιωσαν την οργή του Μάθιου, που πήγαζε από αιώνες μαρτυρίου, σαν να ήταν δική τους και ένα παροξυμμένο μίσος έκανε τους μύες τους σε ολόκληρο το κορμί τους να μυρμηγκιάζουν και μια φλόγα άρχισε να φουντώνει μέσα τους με μια απολαυστική θέρμη που φλόγιζε την καρδιά τους με δύναμη. Και τότε ακούστηκε ένας βήχας από το αχυρένιο στρώμα απέναντί τους, η Μίνα είχε πνιγεί στον ύπνο της με το σάλιο της, οι δύο άνδρες επανήλθαν στην πραγματικότητα και αφού αντάλλαξαν ένα ανήσυχο βλέμμα για εκείνο που είχαν νιώσει μόλις πριν μια στιγμή έσπευσαν προς την Μίνα. Ο Σκόρος πήρε την ιέρεια στα χέρια του, η ιέρεια είχε ιδρώσει σαν να έβλεπε κάποιον εφιάλτη και τα μαύρα μαλλιά της είχαν κολλήσει πάνω στο πρόσωπο της , άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε έντρομη γύρο και αφού εστίασε και αναγνώρισε το πρόσωπο του Σκόρου έδηξε να ανακουφίζετε ,αλλά χωρίς να εγκαταλείπει την ένταση από το πρόσωπο της, έπειτα ξανακοιμήθηκε μέσα στην παραζάλη της.
Ο Σκόρος την άφησε τρυφερά στο στρώμα και σκούπισε ελαφρά τον ιδρώτα της με την γενειάδα του, μια κίνηση που δεν διέφυγε από τον Βησσαρίωνα, και ξαναγύρισε στην θέση του.
«Όταν μίλαγα πιο πριν νιώσατε μια οργή μέσα σας…σωστά?» Ρώτησε ο Δαίμονας με την ήρεμη φωνή του, το ξωτικό δίστασε για μια στιγμή.
«Ναι !» απάντησε αμέσως καχύποπτα ο Σκόρος αυτήν την φορά και κοίταξε κατάματα το ξωτικό.
«Αυτή η κοπέλα… έχει μια καλή ψυχή, το νιώθω, είναι ιέρεια του θεού Λέα σωστά ?»
«Σωστά, ο θεός των ξωτικών» απάντησε ο Σκόρος αμέσως.
«Των ξωτικών ? από πότε ο θεός της δημιουργίας ανήκει σε κάποια φυλή ?» ρώτησε ο Μάθιου.
«Ε να μην είναι τώρα γύρω στα ….» άργησε ο Σκόρος …
«Τριακόσια χρόνια!» δήλωσε κοφτά ο Βησσαρίων «από τον πόλεμο των ξωτικών» συμπλήρωσε ο ίδιος.
«Μάλιστα ώστε τα ξωτικά τα έχουν φέρει όλα στα μέτρα τους όπως φαίνετε.» δήλωσε σκεπτικά ο Μάθιου.
«Ας κάνουν ότι θέλουν τα χαζοχαρούμενα ξωτικά με τους θεούς τους !» είπε ενοχλημένος ο Σκόρος ξαφνιάζοντας τους άλλους δύο «Η Μίνα ποια σχέση έχει?»
Η φωνή του Μάθιου ακούστηκε ξανά πιο ελαφριά τώρα και το ξωτικό είχε μια έκφραση στο πρόσωπο του που ίσως έκρυβε ένα ελαφρό χαμόγελο από κάτω.
«Και εγώ θα ανησυχούσα για κάποιον τόσο αγαπημένο μου Σκόρε, ειδικά όταν θα έπρεπε να με συνοδεύσει σε ένα τόσο επικίνδυνο ταξίδι.»
«Ε?» έκανε ο Σκόρος και γύρισε να κοιτάξει το ξίφος που μοιραζόταν με τον Βησσαρίωνα λες και κοιτούσε κατάματα τον Μάθιου.
«Θα καταλάβεις Σκόρε, όλα στον καιρό τους, εγώ ο ίδιος τώρα συνειδητοποιώ το τι είμαι, δεν περιμένω από εσένα να καταλάβεις.»

«Τόσα χρόνια ήμουν υπόδουλος του πατέρα μου. Όταν ήμουν ακόμα άνθρωπος ήμουν ένας εξαίσιος πολεμιστής, η μαγεία του πατέρα μου είχε περάσει σε εμένα με έναν διαφορετικό τρόπο.» ο δαίμονας έκανε μια παύση νιώθοντας τον φόβο του νάνου ότι δεν θα καταλάβαινε τα περί τις μαγείας και έτσι ο Μάθιου αποφάσισε να πλατειάσει λίγο την διήγηση του.
«Εσύ αρχιμάγε σίγουρα κατάλαβες τι εννοώ» και ο Βησσαρίωνας έγνεψε θετικά στο φώς της φωτιάς, λες και έβλεπε το πρόσωπο του Μάθιου στις φλόγες.
«Η μαγεία έρρεε μέσα στο κορμί μου, αν και ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω κάποιο ξόρκι την χρησιμοποιούσα διαφορετικά, την εκτόνωνα στο κορμί μου.» άλλη μια παύση.
«Η μαγεία για να καταλάβεις Σκόρε είναι κάτι σαν την θέληση ενός ατόμου μαζί με την ενέργεια του και έπειτα για να γίνει μάγος πρέπει να το καλλιεργήσεις αυτό. Η μαγεία του κάθε ατόμου είναι διαφορετική ο φίλος μας ο αρχιμάγος την εξωτερικεύει με ξόρκια, το πώς ακριβώς δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι πως την μαγεία πρέπει να διοχετεύετε και να εκτονώνετε. Εγώ την διοχέτευα στους μύες μου και στο μυαλό μου πάντα χωρίς καν να το συνειδητοποιώ και αυτό με έκανε πιο γρήγορο ,πιο δυνατό, και το πιο σημαντικό όξυνα τις αισθήσεις μου.»
ο Βησσαρίων συμπλήρωσε.
« Η μαγεία πρέπει να έχει ένα μέσο πάντα, αν ο μάγος δεν κρατά ένα ραβδί το οποίο θα δεχτεί τις επιπτώσεις τις μαγείας θα κάψει τα χέρια του με το πρώτο πύρινο ξόρκι.»
Ο νάνος έμοιαζε πιο πολύ να μην πείστηκε παρά να μην κατάλαβε.
«Και οι νάνοι χρησιμοποιούν την μαγεία στα εξαίσια χειροτεχνήματα τους, χωρίς να το καταλαβαίνουν βέβαια.» είπε με φωνή που έμοιαζε ειλικρινής ο Μάθιου και ο νάνος στρογγυλοκάθισε με χαρά, το κομπλιμέντο είχε πιάσει τόπο, ο νάνος πείστηκε!
«Και πού κολλάνε όλα αυτά με την υποδούλωση σου στον πατέρα σου?» ρώτησε ο πλέον κατηρτισμένος στην μαγεία Σκόρος.
«Σχετίζονται με τα δύο ξίφη που απέκτησες Σκόρε.» απάντησε ήρεμα ο Μάθιου «Όταν σκότωσα τον άνθρωπο εκείνων που τόσο μισούσα την εξουσία του, με τιμώρησε εξουσιάζοντας το σώμα μου μέχρι αυτό να πεθάνει… με εμένα απλό παρατηρητή των πράξεων του.» και ο Μάθιου συνέχισε την διήγηση με τον ίδιο ήρεμο τόνο με τους θνητούς να περιμένουν με αγωνία την συνέχεια.
«Αλλά το μαρτύριό μου δεν τελείωσε εκεί γιατί εκείνος φρόντισε να παγιδέψει τις ψυχές μας μέσα σε αυτά τα σπαθιά που είχαν απάνω τους το αίμα μας και έτσι όταν πέθανε το σώμα μου κάποιος άλλος πήρε τα ξίφη και αμέσως ο Πατέρας μου εξουσίαζε το σώμα του και αξιοποιούσε τις δυνάμεις μου, επεκτείνοντας το μαρτύριο μου σε ένα ακόμα θύμα που το σκοτάδι τύλιγε την ψυχή του, όπως το μίσος τύλιξε την δική μου, και με ένα μέρος του εαυτού του να ευχαριστιέται τις αποτρόπαιες πράξεις του πατέρα μου, και μετά ξαναέβλεπα τον θάνατο- Ω τι ήρεμα!» εκείνη η τελευταία φράση ήταν η μόνη που ήταν χρωματισμένη με συναισθήματα κάνοντας μέχρι και το ξωτικό τις νύχτας να αναπηδήσει.
«Αλλά η ηρεμία δεν κράταγε πολύ , ένα άλλο θύμα έβρισκε τα ξίφη και η ιστορία επαναλαμβανόταν ξανά με τελευταίο θύμα μια όμορφη ξωτικιά της νύχτας…»
«Την Άιλα…» ακούστηκε υγρή η φωνή του Μάγου και όταν ο Σκόρος γύρισε να τον κοιτάξει ο Βησσαρίων είχε το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από τις παλάμες του. «Την γυναίκα μου…» πρόσθεσε αφαιρώντας τα χέρια του από το πρόσωπο του, στο οποίο μπόρεσε ο Σκόρος να διακρίνει εκτός από θλίψη μια βαθειά ντροπή.
Ο Σκόρος άπλωσε με συμπόνια το χέρι του και το ακούμπησε στον ώμο του ξωτικού, όπως θα έκανε και στον Τόμπο.
«Δεν χρειάζεται να κρατάς μέσα σου αυτό που σε ντροπιάζει φίλε μου.» το ξωτικό κοίταξε κατάματα αυτό το πλάσμα που πριν μια μέρα ήταν εχθρός του.
«Είναι αλήθεια, ντρέπομαι για τον εαυτό μου, τετρακόσια χρόνια ήμουν ένας ήρωας και τώρα είμαι ένας δειλός….αυτοεξόριστος.» ο νάνος συνέχυσε να τον κοιτάζει σταθερά κατάματα με την καλόκαρδη ματιά του και το ζεστό του χέρι να ακουμπά τον ώμο του μάγου, ο μάγος δεν μπορούσε παρά να νιώθει άσχημα για όλα αυτά τα σημάδια που είχε αφήσει πάνω στον Σκόρο κατά την πάλη τους.
«Αλλά εσύ μου δίνεις θάρρος.» είπε το ξωτικό χωρίς να το πολυσκεφτεί νιώθοντας πιο άνετα με τον πρώην εχθρό του, σαν να ήταν και αυτός ένας όμοιος του.
«Πες μας τι έπαθες »

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου