Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Νανοπεριπέτειες κεφαλαια 1-9

Κεφάλαιο 1
Μαυρογέρακας




Ο Γουίλιαμ Άκαθαρ πέθαινε και θα έπρεπε να ήταν χαρούμενος που το τέλος του θα ήταν αυτό, αλλά στα μάτια του υπήρχε τρόμος και όχι αγαλλίαση.
Ήταν ένας περήφανος και δυνατός άνδρας, ένας ισχυρός μάγος γνωστός σαν –Μαυρογέρακας- ο οποίος με την δύναμη και την πονηριά του είχε καταφέρει να γίνει βασιλιάς στο αρχαίο βασίλειο του , χαμένο πια από τους αιώνες και τους πολέμους.
Κάποτε πριν χρόνια, βλέποντας τον 17χρονο γιό του, τον μόνο άνθρωπο που αγαπούσε και εμπιστευόταν, να αφοπλίζει τον δάσκαλο τις ξιφασκίας ένιωσε πολύ περήφανος για εκείνον. Έτσι ο Μαυρογέρακας άφησε ένα χαμόγελο να αστράψει κάτω από την μαύρη κουκούλα του μανδύα του και για μια φορά άφησε τα συναισθήματα του ελεύθερα και ευχήθηκε χωρίς να σκέφτεται…
-Γιέ μου μακάρι να πεθάνω και το πρόσωπο σου να είναι το τελευταίο πράγμα που θα δω.
Η ευχή του είχε πραγματοποιηθεί, ο τρόμος του μετατράπηκε σε οργή.
Δεν μπορούσε να πιστέψει πως επέζησε από τόσους δόλιους ανθρώπους για να πεθάνει από το χέρι του γιού του , του οποίου το πρόσωπο ήταν αγνώριστο από το μίσος.
Ο γιός του ο Μάθιου Άκαθαρ ήταν ένας εξαίσιος πολεμιστής, απίστευτα δυνατός, αλλά η ψυχή του δεν είχε κακία μέσα της. Σιχαίνονταν τους –διπλωματικούς- μεθόδους του πατέρα του και ακόμα περισσότερο τον εαυτό του όταν ήταν αναγκασμένος να γίνει κυριολεκτικά ο –εκτελεστής- αυτών των μεθόδων. Σιχαίνονταν να τον ελέγχουν. Έπειτα από κάποια χρόνια δεν άντεξε άλλο παραλογίστηκε και όλη αυτή η καταπιεσμένη οργή τον οδήγησε σε αυτήν την αναίσχυντη πράξη και η δύσμοιρη ψυχή του τυλίχτηκε στο σκοτάδι άθελα του.
Ο Μαυρογέρακας με παραλογισμένη οργή τράβηξε ένα σπαθί όμοιο με εκείνο του γιού του που βρίσκονταν κοντά του και κάρφωσε τον γιό του στο στήθος από κάτω προς τα πάνω, όμοιο με το χτύπημα που του είχε κάνει ο γιός του. Δεν είχε την δύναμη για ένα θανάσιμο χτύπημα, μόλις που λίγο αίμα κύλησε στην λεπίδα. Τα ξίφη ακούμπησαν, το ίδιο και το αίμα των δύο ανδρών.
-Καταραμένος να ‘σε να ζεις πάντα μαζί μου.- καταράστηκε ο Μαυρογέρακας και ξεψύχησε. Ο νεαρός ανέκφραστος κινήθηκε μηχανικά, σχεδόν ευλαβικά σαν να είχε μετανιώσει. Τράβηξε το ξίφος από την θανάσιμη πληγή του πατέρα του και τον ξάπλωσε στο πάτωμα. Πήρε το άλλο ξίφος από το χέρι του νεκρού και έμεινε να κοιτάζει για μία στιγμή. Έπειτα η πληγή του στο στήθος τον πόνεσε απίστευτα, ένιωσε να χάνει τον έλεγχο του σώματος του και μια δύναμη να τον συνθλίβει, άκουσε τον πατερά του να ουρλιάζει με την οργή που είχε προ ολίγου
-Είσαι δικός μου τώρα!!!





Κεφάλαιο 2
Σκόρος



«Μπα…» είπε κάπως δύσπιστα ο Σκόρος.
«Λίγο μελαγχολικό το βιβλίο που διάλεξα αυτή την φορά.» σκέφτηκε. Σήκωσε το δεξί του φρύδι κοιτάζοντας χαμογελώντας το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του.
Δεν ήταν αυτό το πραγματικό του όνομα, του είχε κολλήσει από την μανία του να διαβάζει βιβλία φαντασίας μέχρι που ένας φίλος του τον παρομοίασε με έναν σκόρο που τρώει τα ρούχα όπως εκείνος τα βιβλία, τέλος πάντων του άρεσε αυτό το σχόλιο και κράτησε το σκόρος για ψευδώνυμο του.
«Και δηλαδή ο Μάγος αυτός μπήκε στο σώμα του γιου του…πφφφ! Μαγεία!»
Παρόλο που τον συνάρπαζε δεν πίστευε ιδιαίτερα στην μαγεία, όπως και όλοι οι νάνοι φυσικά.
«Και ο Μάθιου έζησε για πάντα υπό την εξουσία του πατέρα του, που τόσο μισούσε…» πρόσθεσε κάπως λυπημένα.
«Άντε μωρέ!» σκέφτηκε και άρπαξε το ποτήρι με την μπύρα του και ήπιε μια γουλιά τόση ώστε να νιώσει ίσα-ίσα την γεύση της ευθυμώντας πάλι, καθώς δεν ήταν στο στυλ του να μένει για πολύ ώρα σκυθρωπός.
«Η καλύτερη!» δήλωσε φωναχτά και πήρε ένα άλλο ποτήρι στα χέρια του και επανέλαβε την διαδικασία.
«χμμ…Δυνατή θα έλεγα με ,απαλή υφή…και η επίγευση είναι πικρούτσικη, μου αρέσει!» είπε στην σύσσωμη οικογένεια του ζυθοποιού που τον παρακολουθούσαν με απίστευτη ένταση όλη αυτήν την ώρα που αξιολογούσε τις μπύρες τους.
Ναι ο Σκόρος ήταν ένας τυχερός νάνος, ήταν ένας δοκιμαστής μπύρας, κορυφαίος στο χωρίο του. Βεβαία έτσι νόμιζαν οι υπόλοιποι νάνοι, αυτός απλός διάλεγε τις δυο που του άρεσαν πιο πολύ και έβαζε λίγο σάλτσα στην περιγραφή, κατά τα άλλα έπινε μια γουλιά από όλες και διάβαζε χαλαρά τα βιβλία αυξάνοντας την ένταση κάνοντας τους αγχωμένους ζυθοποιούς να νομίζουν πως είναι γευσιγνώστης αιχμής, και έτσι ο Σκόρος συμπλήρωνε το εισόδημα του λατομείου του.
«Τελειώσαμε!» δήλωσε χαρούμενα. Έκλεισε το βιβλίο του και σηκώθηκε όρθιος.
«Τέσσερα αστέρια στις δύο τελευταίες» είπε σφίγγοντας το χέρι του αρχιζυθοποιου χαμογελώντας όπως άρμοζε στην ευγένεια του, πέρασε το βιβλίο παραμάσχαλα και ανηφόρισε την ξύλινη σκάλα για να βγει από το πέτρινο κελάρι του ζυθοποιού.
Χαμόγελα άστραψαν στους νεότερους γιους του ζυθοποιού κολακευμένοι από τα σχόλια του γευσιγνώστη, αλλά ο γέρος ζυθοποιός δεν ήταν ευχαριστημένος. Όταν ο σιγουρεύτηκε ότι ο Σκόρος είχε φύγει τους κοίταξε άγρια.
«Δεν είδατε ρε βλαμμένα ότι κατσούφιασε σε μία στιγμή ? αν δεν ήμουνα παλιός φίλος του πατέρα του θα μας είχε βάλει το πολύ δύο αστέρια αστροπελέκια!» φώναξε κατακόκκινος ο γέρος νάνος.
«Η επόμενη παραγωγή θα είναι δέκα φορές καλύτερη» είπε και κουνούσε το ξεροκέφαλο κεφάλι του οργισμένα και όλοι συμφωνήσαν το ίδιο αποφασιστικά και ξεροκέφαλα σαν γνήσιοι νάνοι.
Και έτσι οι μπύρες από το Μπίρβιλ ήταν κάθε χρόνο καλύτερες πράγμα που τις καθιστούσαν ανάρπαστες φέρνοντας σεβαστά ποσά στην οικονομία του χωριού, ποσά ασήμαντα σε σχέση με αυτά που έπαιρνε ο φίλος μας, χωρίς κανείς να το καταλάβει ποτέ.




Ο Σκόρος βγήκε από το κελάρι, και τα μάτια του πόνεσαν από την απότομη αλλαγή του φωτός κάνοντας τον να μορφάσει ελαφρά. Αφού συνήλθαν τα μάτια του χάιδεψε την κοντούλα (για νάνο) καστανή γενειάδα του και χαμογέλασε, του άρεσε αυτός ο πόνος γιατί όπως του είχε μάθει ο πατέρας του ήταν ένας γλυκός πόνος που προμηνούσε μια ωραία ζεστή μέρα. Ναι, ο φίλος μας ήταν ένας πρωινός τύπος, από αυτούς που σου σπάνε τα νεύρα για την υπέροχη μέρα που χάνεις εσύ που χουζουρεύεις. Ο Σκόρος ήταν ένας μάλλον λιπόσαρκος νάνος σε σχέση με τους άλλους. Η κοιλιά του ήταν κανονική και τα χέρια του γυμνασμένα και οι πλάτες του ήταν φαρδιές από την δουλειά στο λατομείο, το πρόσωπο δεν ήταν και πολύ όμορφο, είχε χοντροκομμένα χαρακτηριστικά , αλλά ήταν ευγενικό και χαρωπό, αυτή ήταν η ομορφιά του. Τα μάτια του ήταν μαύρα σαν κουμπιά , αλλά καλοκάγαθα και ειλικρινής, τα μαλλιά του ήταν καστανά ανοιχτά και μακριά. Ήταν ένας ελαφρώς περίεργος τύπος, βέβαια όλοι οι νάνοι ήταν λίγο περίεργοι, ξεροκέφαλοι, πεισματάρηδες, ευέξαπτοι και καβγατζήδες, αλλά ο ήρωας μας ήταν μαζί με όλα αυτά και πολύ ονειροπόλος. Ονειρεύονταν περιπέτειες σαν και αυτές που διάβαζε και έλπιζε να ζήσει μια και αυτός. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άνθρωποι και ξωτικά ζητούσαν μισθοφόρους και υπόσχονταν λάφυρα και πλούτη, αλλά ο πόλεμος ήταν από καιρό ξεχασμένος στους νάνους και ακόμα τα λεφτά δεν συγκινούσαν τον φίλο μας, καθώς δεν του λείπανε, αλλά και ένας πόλεμος δεν ήταν η περιπέτεια που ζήταγε.
Προσπέρασε ένα πανδοχείο στο οποίο άλλαζαν τα βαρέλια τις μπύρας και όταν τα άλλαζαν αυτό σήμαινε γλέντι καθώς λέγονταν πως όταν όλα τα βαρέλια αδειάσουν και την επόμενη μέρα τα συναισθήματα είναι πολύ έντονα (όπως το κέφι ας πούμε) τότε τα βαρέλια θα ξαναγεμίσουν από μόνα τους και η θεά Μπύρα θα βγει από το παλιότερο βαρέλι και θα προσφέρει σε όλους μπύρα που ανέβλυζε από το υπέροχο δέρμα της, ένας γαργαλιστικός θρύλος που όλοι οι παλαιότεροι νάνοι επιβεβαίωναν και οι νεότεροι αναβίωναν. Ο Σκόρος είχε πάει σε πολλά τέτοια γλέντια με τους φίλους του παλιότερα (καθώς δεν είναι και πολύ δύσκολο να αδειάσουν τα βαρέλια τις μπύρας στο Μπίρβιλ) ,αλλά ποτέ δεν είδε την θεά Μπύρα. Ήξερε πως ήταν ένας μύθος, αλλά μετά από μερικές μπύρες ήταν σίγουρος πως θα έβλεπε μαγεία και θα άρχιζε η περιπέτεια που τόσο επιθυμούσε.
«Μπάρμπα Λόλιο!!!» φώναξε στον πανδοχέα που τον ήξερε από παιδί, έναν ασπρογένη νάνο με ωραία καλοσυνάτα πράσινα μάτια και μια αξιοσέβαστη (γοητευτική όπως έλεγε ο ίδιος) μπυροκοιλίτσα.
«Έλα-έλα» του είπε κάνοντάς του νόημα να πάει κοντά του. Πήγε κοντά του και εκείνος απομακρύνθηκε από την πόρτα του μαγαζιού αφήνοντας κάτι άλλους νεότερους νάνους να αναλάβουν τον βαρέλι που έσερνε.
«Θα έχουμε γλέντι αύριο ?» ρώτησε τον Μπάρμπα-Λόλιο κουνώντας παιχνιδιάρικα πάνω κάτω τα φρύδια του χαμογελώντας πλατιά με μια σαχλή μπυρολάγνη έκφραση στο πρόσωπο του.
«Όχι ! είναι για δώρο!» του απάντησε διασκεδάζοντας με την έκφραση του νεαρού νάνου.
«Δώρο σε ποιόν» ρώτησε ο Σκόρος
«Σε εσένα βέβαια.» είπε ο γεροπανδοχέας σταυρώνοντας τα χέρια του και χαμογελώντας πλατιά με ένα ήρεμο χαμόγελο. Τα μαύρα μάτια του Σκόρου άνοιξαν διάπλατα και μεγάλη χαρά τον διαπέρασε, άνοιξε τα χέρια του να αγκαλιάσει τον πανδοχέα, αφού ήταν μια μεγάλη τιμή από νάνο σε νάνο αυτό, αφήνοντας το βιβλίο που είχε παραμάσχαλα, με τίτλο -Τα Ξίφη του βασιλιά Άκαθαρ- να πέσει στο χώμα.
«Δώρο για τον γάμο σου !» συμπλήρωσε ο πανδοχέας. Τα χέρια που τον έσφιγγαν λυθήκαν και ένιωσε το βάρος του νεαρού να γέρνει προς το μέρος του. Για μία στιγμή του φ άνηκε πως ο Σκόρος θα έβαζε τα κλάματα όπως όταν ήταν πιτσιρίκι. Ο Σκόρος τραβήχτηκε και αργά έπιασε το βιβλίο που του είχε πέσει.
«Κλοτσιά στ’ αχαμνά η τελευταία σου κουβέντα μπάρμπα Λόλιο.» είπε θλιμμένα ο Σκόρος
«Έλα ρε συ , θα δεις θα μαλακώσει η Θέκλα με τον καιρό.» τον παρηγόρησε ο μπάρμπα Λόλιος
«Καλά τα λέμε.» είπε και έφυγε με τους ώμους κυρτούς και το βιβλίο που κρατούσε στο χέρι σχεδόν να ακουμπάει στο έδαφος.
Φτάνοντας σπίτι του, μια ωραία μικρή πέτρινη οικία, ο Σκόρος είδε απ’ έξω την Θέκλα μια πανέμορφη, χαριτωμένη νανίτσα με απίστευτη χάρη για το κοντούλικο κορμί της σίγουρα ήταν η πιο όμορφη στο Μπίρβιλ.
«και η πιο σπαστικιά …» ξεφύσησε σαν δράκος ο Σκόρος θυμούμενος τον λόγο που την ζήτησε σε γάμο και τον λόγο όπου μετάνιωσε εκείνη του την ενέργεια.
«αχ αγάπη μου σε περίμενα πως και πως.» του είπε .
«εγώ πάλι όχι…» σκέφτηκε ο Σκόρος.
«Μου έλειψες!» κατέθεσε ναζιάρικα η Θέκλα.
«εμένα πάλι όχι !» ξαναείπε από μέσα του ο Σκόρος. Η Θέκλα άνοιξε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει καθώς αυτός πλησίαζε.
«έτσι που έχει ανοιχτά τα χέρια μου έρχεται να τις πετάξω το βιβλίο στην μούρη.» σκέφτηκε ο Σκόρος.
«Σου έλειψα ?» τον ρώτησε.
«Όχι!» σκέφτηκε.
«Ναι.» είπε.
Η Θέκλα τον πλησίασε και τον αγκάλιασε.
«Δεν θα με αγκαλιάσεις.» τον ρώτησε ναζιάρικα.
«Να σε δείρω μήπως ?» είπε από μέσα του, αλλά τελικά είπε…
«Όχι.». Η όμορφη νανίτσα σήκωσε το προσωπάκι της από το στήθος του και τον κοίταξε σαν μικρό παιδί έτοιμο και καλά να κλάψει.
«Να πάρει ο διάολος, όλο αυτό κάνει.» και ο Σκόρος που είχε αδυναμία στην ομορφιά της και δεν μπορούσε ποτέ να βλέπει κάποιον στενοχωρημένο την αγκάλιασε.
«σκατά να φάει το μυαλό μου και η καλοσύνη μου» σκέφτηκε
« Πως έμπλεξα έτσι ο βλάκας. Πως θα την σουτάρω αυτήν που να πάρει οργή ? αν την παντρευτώ θα πεθάνω από την γκρίνια της στην πρώτη εβδομάδα, αλλά άμα ακυρώσω και τον γάμο ο νόμος μου απαγορεύει να παντρευτώ ξανά .» κοίταξε το ωραίο της πρόσωπο.
«τι ωραία γυναίκα, να είναι στα αλήθεια τόσο σπαστικιά ? ή εγώ είμαι περίεργος?» αναρωτήθηκε .
«μπύρα μυρίζεις πάλι?» ρώτησε η Θέκλα με έναν τόνο που προμηνούσε γκρίνια και απογύμνωνε την γλυκύτητα από πάνω της.
«Ωχ! Τελικά δεν είμαι εγώ ο περίεργος .» σκέφτηκε ο ήρωας μας ξαναγυρνώντας στην πραγματικότητα .
«μα αφού είχα πάει για αξιολόγηση ….» απολογήθηκε ο φίλος μας.
«ΟΧΙ ! μπεκρούλιαζες !» επιτέθηκε η μπασμένη γλωσσού (όπως την αποκαλούσε ο Σκόρος.) και να πεις σε έναν νάνο ότι έπινε μέρα μεσημέρι ήταν αρκετά μεγάλη προσβολή, γιατί ναι μεν οι νάνοι τιμούσαν δεόντως την μπύρα, αλλά ποτέ δεν έπιναν την ημέρα, όσο υπήρχε φώς οι νάνοι δούλευαν και γι’ αυτό ευημερούσαν.
«Όχι…» είπε αργά ο φίλος μας και προσπαθούσε να παραμείνει ψύχραιμος
«…ορίστε και τα χρήματα που πήρα για τις υπηρεσίες μου.» είπε δείχνοντας τα χρήματα που πήρε από τον ζυθοποιό.
«Ω!...Ω! μα τους θεούς ! ήξερα ότι ο άνδρας που θα πάρω πίνει, αλλά τώρα έμαθα πως παίζει και ζάρια!» και η γκρίνια μόλις άρχισε….
«Και καλά σήμερα κέρδισες ! περιμένεις πάντα να κερδίζεις ? ε ? πως θα μας θρέψεις?»…. και τέλος πάντων η παραλογισμένη γκρίνια τράβηξε για αρκετή ώρα και επειδή μπορεί να ξέρετε από γκρίνια ή και αν δεν ξέρετε δεν χάνετε και τίποτα καλύτερα να υπερπηδήσουμε αυτό το σημείο τις ιστορίας.
«Ω!...Ω! μα τους θεούς δεν πατάει καλά η γυναίκα που θα πάρω!»











Κεφάλαιο 3
Η μέρα του γάμου



Μια ωραία μέρα ξημέρωσε για όλους τους νάνους, μια ηλιόλουστη μέρα! Μια μέρα από αυτές που αρέσουν στον ήρωα μας, μια μέρα…
«Υπέροχη μέρα για να πεθάνεις» δήλωσε με σαρκασμό και αγανάκτηση στον Τόμπο ο Σκόρος.
Ο Τόμπο, ο καλύτερος φίλος του ήρωα μας, ήταν το μόνο ξωτικό που κατοικούσε στο Μπίρβιλ. Ήταν ψηλός και λεπτός με μαλλιά μακριά λίγο πιο ανοιχτόχρωμα από του Σκόρου. Όπως όλα τα ξωτικά είχε μάτια πράσινα και μυτερό σαγόνι και τα εξίσου μυτερά αυτιά των ξωτικών, αλλά η πολύχρονη διαμονή του στο Μπίρβιλ είχε –εξομαλύνει- όλα τα άλλα -μυτερά- χαρακτηριστικά της φυλής του. Δεν τον έλεγες και κούκλο…είχε ασπαστεί από καιρό τα έθιμα των νάνων και τις αξιοσέβαστες (γοητευτικές) μπυροκοιλιτσες τους και ήταν κάτοχος μίας. Τα μάγουλα του ήταν αφρατούλικα και πάντα κόκκινα και κάθε βράδυ ήταν κόκκινη και η μύτη του κόκκινη, δυστυχώς δεν ήταν τόσο ανθεκτικός στο ποτό όσο οι νάνοι. Με τον Σκόρο γνωρίζονταν από μωρά, όταν ο Σκόρος του δάγκωνε τα μυτερά αυτιά του για να γίνουν κανονικά. Ακόμα ο Τόμπο ήταν αυτός που του κώλυσε το παρατσούκλι Σκόρος και ήταν ο μόνος πλέον στο Μπίρβιλ που ήξερε το κανονικό του όνομα. , κοίταξε τον φίλο του διασκεδάζοντας μερικώς με τις υπερβολικές κουβέντες που συνήθως λέγανε οι νάνοι, αλλά δεν μπορούσε να μην νιώθει και άσχημα μιας και αυτός έβαλε το χεράκι του να έρθουν κοντά ο Σκόρος και η Θέκλα.
«Έλα μην σκας!» του είπε μαλακά.
«Άμα δεις το δώρο μου θα φτιάξει η διάθεσή σου!» του είπε χαμογελώντας ενώ σηκωνόταν όρθιος ώστε να πάει στην πίσω αυλή όπου είχε κρύψει το δώρο του φίλου του. Ο Σκόρος χαμογέλασε ευγενικά προς τον φίλο του και ας μην τον έβλεπε ο Τόμπο.
«Αχ ρε φίλε μου, αφού πάλι σφυρί για το λατομείο μου πήρες τι το κρύβεις κάθε φορά ?» σκέφτηκε ο νάνος καθώς σχεδόν όλα τα σφυριά από το μικρότερο ως το μεγαλύτερο που είχε στο λατομείο του ήταν δώρα του Τόμπο. Βέβαια και όλα τα τόξα του Τόμπο ήταν δώρα του Σκόρου, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
«Ιδού» του είπε και του πρότεινε το σφυρί στα χέρια του. Ο νάνος έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Αυτό είναι Όπλο!!!» είπε με γουρλωμένα τα μάτια ο Σκόρος.
«Ε και ? πρέπει να έχεις μαζί σου ένα όπλο στον γάμο για τον όρκο που δίνετε στην γυναίκα και στο λαό σας, έτσι δεν είναι ?» τον ρώτησε και χάιδεψε το ανάγλυφο στέλεχος που ήταν λεπτοδουλεμένο και έφερνε απάνω του ωραία κυματιστά σχέδια.
«Ναι…αλλά αυτό είναι….»
«Υπερβολικά όμορφο για έναν νάνο ?» σάρκασε ο Τόμπο. Ο Σκόρος άρχισε να χαμογελάει.
«Δεν λέω…είναι λίγο …φανταχτερό» είπε ο φίλος μας.
«Καθαρό είναι !» του πέταξε ο Τόμπο.
«Όπως και να έχει το έφτιαξα οι καλύτεροι σιδεράδες των ξωτικών και είναι τόσο καλό όσο και των νάνων. Θα ήθελα να σε δω με αυτό.» είπε με σοβαρό ύφος δίνοντας βάρος και σεβασμό στα λόγια του και παραδίνοντας το όπλο στον νέο του ιδιοκτήτη. Ο φίλος μας πλέον το κράταγε στα χέρια του όπως οι νάνοι ήρωες στα βιβλία και στους θρύλους. Ήταν μεγάλο και έφτανε μέχρι τον λαιμό του Σκόρου, ήταν και βαρύ, λίγο αποκαρδιωτικό σαν να του έλεγε πως δεν ήταν άξιος να το κρατάει, αλλά ο φίλος μας δεν ήταν και τόσο χαζεμένος ακόμα ώστε να νοιάζεται τι του λέει το σφυρί. Κοίταξε την όμορφη καθαρή και βαριά κεφαλή του, σαφώς πιο όμορφη από αυτά των νάνων, αλλά αμφίβολής ποιότητας. Όπως και να χει ήταν πολύ συγκινητική χειρονομία διότι με το σφυρί του γαμπρού υποτίθεται πως έμπαιναν τα θεμέλια στο σπίτι και με άλλα λόγια ο Τόμπο έδινε την ευχή του.

Ήταν απόγευμα πλέον στην μέρα εκείνη και η φαντασία του φίλου μας κάλπαζε. Εκείνο το δώρο του είχε ξυπνήσει όλες τις αγαπημένες ιστορίες με νάνους πολεμιστές και τα θανάσιμα σφυριά τους. Ε λοιπόν δεν άντεξε.
«Τελευταία βλακεία πριν παντρευτώ και μετά τα κεφάλια μέσα» σκέφτηκε ο φίλος μας. Πήρε το δώρο του Τόμπο και πήγε στο λατομείο του.
«Και τώρα θα σκάσω κάτι χεχε !!» σκέφτηκε με την καταπιεσμένη επιθυμία και το άνχος μην τον δουν (ή καλύτερα μην τον δει η Θέκλα) να κάνει το αίμα του να βράζει σαν παιδί που θα κάνει την σκανδαλιά του ο κόσμος να χαλάσει. Βρήκε μια πέτρα άχρηστη και την ετοίμασε για μα της δώσει μια σφυριά που όμοια της δεν υπήρχε. Το έκανε πολύ συχνά παλιότερα, αλλά ποτέ δεν είχε την ευκαιρία από τότε που αρραβωνιάστηκε την Θέκλα διότι η –μπασμένη γλωσσού- τον ακολουθούσε ακόμα και στο λατομείο. Μόνο στην αξιολόγηση μπίρας δεν τον ακολουθούσε επειδή δεν τις άρεσε η μυρωδιά από τα κελάρια. Για τον λόγο αυτόν τα τελευταία 5 χρόνια οπού ο Σκόρος ανέβαλε συνέχεια τον γάμο τραβούσε τις αξιολογήσεις σε μάκρος όσο πιο πολύ μπορούσε ώστε να ησυχάζει και να διαβάζει τα βιβλία του, όπου ούτε αυτά ενέκρινε η Θέκλα.
«Λοιπόν! Θα την κοπανήσω κατακόρυφα πηδώντας από ψηλά, όπως έκανε ο Βασιλιάς Όρν στο –Τσαμπουκάς και Γκασμάς-….ωραία ιστορία…πώς να τελείωνε άραγε ? η Θέκλα έκαψε το βιβλίο πριν το τελειώσω…γαμώτο…όχι το – Τρείς Τσαντισμένοι Νάνοι- έκαψε το άλλο το κομμάτιασε.» έμμηνε μια στιγμή σιωπηλός.
«Είμαι για κλάματα . Η βιβλιοθήκη μου είναι το ίδιο διαλυμένη με τα νεύρα μου…πόσες φορές τα άρπαξε μέσα από τα χέρια μου και τα κατέστρεψε… και πόσες φορές τις μίλησα…χωρίς αποτέλεσμα…αυτή η ευγένεια θα με φάει…» το σφυρί πλέον είχε ακουμπήσει κάτω, είχε πιάσει πάτο όπως και το ηθικό του ήρωα μας.
Βέβαια έχουμε πει πως δεν ήταν στον χαρακτήρα του να μένει πολύ ώρα σκυθρωπός. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο κούνησε το κεφάλι του να αδειάσει από εκείνες τις σκέψεις και το σφυρί ήταν και πάλι περήφανο προς τα πάνω. Ακούμπησε το σφυρί απαλά πάνω στην πέτρα ετοιμάζοντας το χτύπημα του.
«Ας πούμε ότι αυτό το χτύπημα είναι από το βιβλίο – Ο Σκόρος κάνει πατσά την Θέκλα-.» σκέφτηκε με αυτοσαρκασμό και τέντωσε το σφυρί απότομα πάνω από το κεφάλι του.
Δυστυχώς ο φίλος μας δεν θα έκανε ποτέ πατσά την Θέκλα ,ούτε καν στην φαντασία του διότι το αριστούργημα τον ξωτικών, ήταν πολύ λεπτεπίλεπτο για τα γούστα των νάνων, η κεφαλή ξεκούμπωσε από το στέλεχος με αποτέλεσμα να εκσφενδονιστεί έξω από το λατομείο του φίλου μας με τραγική προσγείωση σε ένα παράθυρο όπου το τζάμι υποχώρησε ,πέρασε ξηστά από τον δύσμοιρο γέρο-νάνο που πριν ροχάλιζε ώστε να πάει φρέσκος στον γάμο και να πιεί πολύ μπίρα και έπεσε στο κάτω μέρος τις ντουλάπας του όπου ήταν κούφιο δίνοντας ακόμα μεγαλύτερη ακουστική στο χτύπημα, οι μεταλλικές κρεμαστές αναπήδησαν και κουδούνισαν όλες μαζί πολλές πρόκες πετάχτηκαν έξω. Ο γέρο-νάνος πετάχτηκε απάνω , πάτησε την μεταλλική σκάφη με το νερό για το ποδόλουτρο του έπεσε ανάσκελα στέλνοντας την σκάφη να χτυπήσει τα ράφια όπου είχε απάνω μερικά φίνα πορσελάνινα μπιμπελό των ξωτικών όπου έσπασαν όλα μαζί και όλα αυτά την στιγμή οπού η γυναίκα του παππούλη τσίριζε βλέποντας την ακαταστασία.
O Σκόρος τα άκουγε αυτά από απόσταση με σφιγμένα τα δόντια και σε στάση για ταχεία φυγή.
«ΣΚΟΡΕ!!!» ούρλιαξε ο γέρο-νάνος. Καθώς η κεφαλή έγραφε το όνομα του απάνω και δεν δυσκολεύτηκε να βγάλει συμπέρασμα.
Ο φίλος μας το έβαλε στα πόδια και ανέβηκε στις σκαλωσιές του λατομείου, έφτασε στο ψηλότερο σημείο και πήδηξε πάνω στον βράχο όπου σκάβανε και κρύφτηκε εκεί. Ήταν το ψηλότερο σημείο στο χωριουδάκι του Μπίρβιλ κανείς δεν είχε πατήσει το πόδι του εκεί ούτε ο ίδιος . Ο ήλιος ήταν κοντά στην δύση του και έδινε στα πάντα ένα ροδαλό χρώμα. Λίγο παραπέρα παρατήρησε δυο σκούρες μακρόστενες σκιές. Τις πλησίασε και παρατήρησε ότι επρόκειτο για δύο όμοια σπαθιά θηκαρωμένα στις θήκες τους ,πεταμένα στο βράχο, με ένα μαύρο γεράκι σκαλισμένο στις λαβές τους. Ο φίλος μας εξέτασε την λεπίδα τους και έμμηνε να κοιτάει αποσβολωμένος τα όπλα που έλαμπαν στο φώς του απογεύματος κατακόκκινα σαν το αίμα του Μαυρογέρακα αιώνες πριν.































Κεφάλαιο 4
Το Γλέντι

Ο φίλος μας πήρε τα σπαθιά στα χέρια του. Ήταν πολύ όμορφα, απλά και γερά με μόνη διακόσμηση το μαύρο γεράκι. Από τις άκρες των λαβών τους ξεκινούσαν λεπτές μαύρες αλυσίδες και ο τελευταίος κρίκος ήταν φθαρμένος στο εσωτερικό του μαρτυρώντας την ύπαρξη ενός άλλου κρίκου ,που ίσως είχε σπάσει.
«Ίσως να είναι σετ» υπέθεσε απλά ο Σκόρος θεωρώντας πως η αλυσίδα εξυπηρετούσε την ένωση των σπαθιών , καθώς το είχε ξανασυναντήσει σε ένα από τα βιβλία που είχε διαβάσει.
Ο Σκόρος γύρισε σπίτι του όταν το λυκόφως άρχιζε να δίνει την θέση του στο σκοτάδι. Γλίστρησε από σκιά σε σκιά με μεγάλη έξαψη για το λάφυρό του, ελπίζοντας να μην τον δει κανείς. Μπήκε σπίτι του και άναψε μερικές λάμπες πετρελαίου για να διώξει το σκοτάδι. Παρατήρησε πως το τζάμι του παραθύρου του ήταν σπασμένο από το σφυρί του Τόμπο που είχε πλέον ένα απλό ξύλινο κοντάρι και ένα σημείωμα μαζί του. Το σημείωμα έγραφε : -Το δώρο μου Σκόρε! Κανονικά έπρεπε να στο παραδώσω στον γάμο σου, αλλά δεν μπορούσα να περιμένω! Καλορίζικο το σφυρί και το τζάμι ζωντόβολο. Ο γείτονας σου Μπάρμπα Μπίλιας –
Ο Σκόρος χαμογέλασε. Ο μπάρμπα- Μπίλιας πάντα είχε ένα ιδιόρρυθμο χιούμορ.
«τουλάχιστον επισκεύασε το σφυρί.» σκέφτηκε. Και τότε θυμήθηκε! Ο γάμος. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Είχε βέβαια 3 και παραπάνω ώρες αλλά κάθε τι για τους νάνους ήταν σαν την μπίρα, ήθελε τον καιρό του για να γίνει σωστά.
Ήταν έτοιμος πια .Καλοντυμένος με μαύρα ρούχα και μαύρη κάπα. Πήγε να πάρει το Σφυρί που του έφερε ο Τόμπο, αλλά κάτι δεν του πήγαινε καλά .Το ξύλινο κοντάρι δεν του άρεσε και η κεφαλή ήταν τραχιά στο σημείο που έμπαινε το κοντάρι και η διαφορά ήταν ολοφάνερη.
«Χρειάζομαι ένα όπλο για τον όρκο» σκέφτηκε καθώς ήταν έτσι η παράδοση των νάνων. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στα σπαθιά που βρήκε το απόγευμα.
«Ο Τόμπο θα είναι σίγουρα τύφλα τώρα .» σκέφτηκε και έτριψε το πιγούνι του. Και χωρίς να το πολυσκεφτεί πήρε τα σπαθιά τα στερέωσε στην δερμάτινη ζώνη του και βγήκε από το σπίτι του.
Όλο το Μπίρβιλ ήταν εκεί .Ο Τόμπο ήταν πλέον ένα χαρούμενο ζωτικό χαμένο στα απολαυστικά ποτά των νάνων και δεν ήξερε ποιο είναι το πάνω και ποιο το κάτω, πράγμα που βόλευε τον Σκόρο. Ο γάμος θα γινόταν στην πλατεία του χωριού με τους νάνους μαζεμένους σε ημικύκλιο. Μια μικρή σκηνή με μισό μπόι ύψος (νάνου) είχε στηθεί για να βλέπουν όλοι. Τα δώρα ήταν μπροστά από την σκηνή χαμηλά ώστε να δίνουν όλοι τις προσφορές τους και τα δώρα τους. Το ημικύκλιο που δημιουργούσε το κοινό το συμπλήρωναν τα βαρέλια του Μπάρμπα Λόλιου που τα τοποθέτησαν έτσι για διακόσμηση. Πολύ παρατήρησαν και θαύμασαν τα σπαθιά του γαμπρού. Λέγονταν πως όταν κάποιος έφερνε κάτι άλλο από ένα σφυρί για τον όρκο του θα έπρεπε να κάνει κάτι πρωτότυπο σαν τον Μπάρμπα-Λόλιο που στον γάμο του είχε φέρει ένα σφυρί που αντί για κεφαλή είχε ένα μπιροπότηρο και η γυναίκα του αντί για το παραδοσιακό πλάστη είχε φέρει και αυτή ένα μπιροπότηρο και ορκίστηκαν ταυτόχρονα τσουγκρίζοντας και φωνάζοντας .
«Στην Υγειά μας» ένας πετυχημένος γάμος που ίσως το γηραιό ζεύγος να το συζητούσε εκείνη την στιγμή γιατί μιλούσαν και χαμογελούσαν ,όπως παρατήρησε ο Σκόρος.
Στην μακρόστενη σκηνή καθόταν δεξιά από το κοινό ο Γαμπρός και αριστερά η Νύφη ο καθένας με το σόι του, ο Σκόρος βέβαια είχε μόνο μερικούς φίλους ,αλλά το γιατί δεν είχε κανέναν συγγενή θα μας το πει ο ίδιος αργότερα.
Ο ιερέας τις θεάς Μπύρας ανέβηκε στην σκηνή και κάλεσε τους μελλόνυμφους ανοίγοντας τα χέρια του. Πλησίασαν και ο ιερέας ρώτησε ποιος θα αρχίσει να μιλάει. Ο Σκόρος με το ποιο ευγενικό χαμόγελο και μια κλήση του κεφαλιού του είπε αργά και σταθερά.
«Ας αρχίσει η αγαπητή μου κυρία» ελπίζοντας να γίνει κάτι στο ενδιάμεσο και να αναβληθεί ο γάμος γιατί οι μεθυσμένοι νάνοι ( που αφθονούσαν ) συχνά πλακώνονται σε ακατάλληλες στιγμές που ορισμένες φορές μπορείς να το εκμεταλλευτείς.
Η Θέκλα είπε τον παραδοσιακό όρκο προς μεγάλη απογοήτευση του Σκόρου, διότι ήταν σύντομος. Έπειτα ο ιερέας άρχισε τα δικά του για δεσμούς αγάπης, ψυχής και μπίρας και άλλες αρλούμπες που πλέον δεν συγκινούσαν διόλου τον Σκόρο καθώς η αγωνία άρχισε να τον κυριεύει σαν να περίμενε την σειρά του για την κρεμάλα. Τα χέρια του άρχισαν να ιδρώνουν, το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος, τα νεύρα του είχαν τσιτώσει και ένιωθε ένα τρέμουλο σε όλο του το σώμα.
«Δεν θέλω να την παντρευτώ ρε γαμώτο! Με ξεγέλασε η κάρια! Από όταν την ζήτησα έγινε τούτο το νευρόσπαστο. Ω Μέγα Μπύρα σώσε με.» σκέφτηκε σχεδόν κλαίγοντας από μέσα του.
«Δεν έζησα ρε γαμώτο! Μπορώ να εναντιωθώ αλλά, δεν έχω την δύναμη.»τα μάτια του πέσανε στους αδερφούς της Θέκλας , οκτώ μαντράχαλοι που αγαπούσαν πολύ την μικρή τους αδερφούλα. Μόρφασε.
Ο γιακάς του τον έπνιγε και τον τράβηξε λίγο με αμηχανία, ο λόγος του ιερέα τελείωσε.
«Γαμπρέ έχεις τον λόγο.» είπε ήρεμα ο ιερέας. Ο Σκόρος έκανε μερικά αποφασιστικά βήματα και πήγε στο κέντρο της σκηνής.
«Αυτό ήταν…τέρμα η ελευθερία…αν στην θέση μου ήταν ακόμα και ο πιο ασήμαντος ήρωας από τα βιβλία μου θα την σκαπούλαρε, απέχω τόσο πολύ τελικά…» σκέφτηκε με μια πικρία. Τράβηξε τα δυο σπαθιά και ετοιμάστηκε να μιλήσει.
Και τότε σαν από μηχανής θεός ο Τόμπο εμφανίστηκε από το πουθενά και έσπρωξε τον Σκόρο και πήρε αυτός τον λόγο.
«Έχω κάτι να πω!» φώναξε με το ένα χέρι ψηλά. Από το κοινό ακούστηκαν μερικά γέλια.
«Ο φίλος μου από δω που τον αγαπώ και σέβομαι….» και όλοι παρατηρούσαν την γελοία έκφραση του ξωτικού που προσπαθούσε να δείχνει σοβαρός χωρίς αποτέλεσμα.
Εντωμεταξύ κανείς δεν παρατηρούσε τον Σκόρο που ήταν λίγα βήματα παραπέρα που ένιωθε κάτι πρωτόγνωρο. Από την στιγμή που είχε στα χέρια του τα δύο σπαθιά τα χέρια του τα είχαν σφίξει απίστευτα δυνατά. Ένιωσε την πλάτη του να τεντώνετε και τους μύες από όλο του το σώμα να σφίγγονται, η πλάτη του τον πονούσε καθώς και το κεφάλι του, αλλά ένιωθε ωραία. Ένιωθε απίστευτα δυνατός και ο φόβος του είχε υποχωρήσει.
Η Θέκλα παρακολουθούσε έξαλλη τον Τόμπο να λέει άπειρες ασυναρτησίες και να γελοιοποίει την τελετή. Ντροπιασμένη γύρισε να κοιτάξει τον Σκόρο για να επέμβει και ήταν η πρώτη που τον αντίκρισε εκείνη την στιγμή.
Το θέαμα την τρόμαξε. Το κάποτε ευγενικό πρόσωπο του Σκόρου είχε μετατραπεί σε μια κόκκινη παραμορφωμένη μάσκα οργής. Τα μάτια του κοιτούσαν το κενό.
Τα βαρέλια που ήταν σε ημικύκλιο τραντάχτηκαν σαν να τα κούνησε κάποιος από μέσα και έκαναν έναν δυνατό θόρυβο που μετέφερε την δόνηση στο έδαφος ξαφνιάζοντας το κοινό. Τότε όλοι παρατήρησαν τον Σκόρο για πρώτη φορά από την στιγμή που τράβηξε τα σπαθιά.
Το πρόσωπο του ήταν κατακόκκινο και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πουθενά. Ένα γρύλισμα άρχισε να βγαίνει από το στόμα του και τα βαρέλια που ήταν τριγύρω άρχισαν να τρέμουν.
Επικράτησε ένα πανδαιμόνιο. Το γρύλισμα του Σκόρου άλλαξε σε έναν βρυχηθμό που δεν ταίριαζε σε νόημο ον και τα βαρέλια χοροπηδούσαν πλέον από το τρέμουλο την μεταδίδοντας έναν ήχο που τρόμαξε τους πάντες.
Ο Σκόρος σταμάτησε και γύρισε και κοίταξε τους νάνους που τον κοιτούσαν παγωμένοι στις θέσεις τους. Ένα μίσος για τα πάντα τον κυρίευσε. Ποτέ άλλοτε ο καλόκαρδος νάνος δεν είχε νιώσει έτσι, όλοι αυτοί που έβλεπε μπροστά του, με τους νόμους τους και τα ιδανικά τους, τον είχαν καταδικάσει να περάσει μια ζωή σε έναν τρόπο που μισούσε. Και εκείνη την στιγμή το ένιωθε. Έμαθε ότι ήταν πιο δυνατός από αυτούς μπορούσε να πει -όχι- να υποστεί τις συνέπιες και να μην τον νοιάξει, να πάει ενάντια σε όλα και να αδράξει την ζωή που ήθελε. Τότε τεντώνοντας τα χέρια του πίσω βρυχήθηκε ξανά με ένταση που έγινε απότομα τόσο μεγάλη όπου πλέον η βοή κάλυψε όλους τους ήχους σαν μια κρυστάλλινη σιωπή που έκανε τον χρόνο να μοιάζει σταματημένος. Η γη άρχισε να τρέμει, αέρας σηκώθηκε και καυτό αίμα κύλησε στην πλάτη του καθώς από το κεφάλι του πετάχτηκαν δυο κέρατα και η πλάτη του καλυπτικέ από κόκαλα που προεκτάθηκαν από το πίσω μέρος του θώρακα, ξεσκίζοντας το δέρμα του, σχηματίζοντας μια –δαιμονική- πανοπλία. Οι νάνοι έβαλαν τα πόδια στις πλάτες και σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις σε έναν βουβό πανικό που έμοιαζε σαν αντίθετος στο χρόνο, κάνοντας αιώνες εκείνες τις στιγμές.
Το απίστευτο είναι πως το μόνο άτομο που δεν έφυγε από το σημείο ήταν η Θέκλα. Έστεκε εκεί δακρυσμένη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και κοίταγε με αγωνία τον Σκόρο με ένα συναίσθημα που μόνο οι γυναίκες ξέρουν.
Ο βρυχηθμός τελείωσε και η Θέκλα έκανε ένα γενναίο βήμα στην σιωπή της νύχτας. Αμέσως ο Σκόρος γύρισε με το σπαθί του δεξιού του χεριού να διαγράφει ένα ημικύκλιο μπροστά από την Θέκλα σημαδεύοντας για πάντα το πρόσωπό της με μία μικρή ουλή κάτω από το αριστερό μάτι.
«Θα σε σκοτώσω» ούρλιαξε ο Σκόρος με τα μάτια του να μοιάζουν με δυο πυρακτωμένα κάρβουνα. Η Θέκλα δεν ήταν τόσο τυχερή ώστε να έχει μπροστά της ένα τέρας, αλλά έναν δαίμονα, ήταν σίγουρη.
Και τότε τα βαρέλια εξεράγησαν σκορπίζοντας στο αέρα μπύρα που κατέβρεξε τους πάντες, ποιος θα το περίμενε ότι τελικά η θεά Μπύρα θα έκανε την εμφάνιση της* με το συναίσθημα του μίσους. Η κρύα μπύρα έπεσε και πάνω στον Σκόρο αποσπώντας την προσοχή του, και τότε κατάλαβε τι είχε κάνει, τρόμαξε. Κοίταξε τα χέρια του, από την ανάστροφη της παλάμης κάτι σαν εύκαμπτο κόκαλο είχε πεταχτεί από την σάρκα του, αίμα κύλισε από την λεπίδα στο χέρι του. Κοντανασαίνοντας με τρόμο κοίταξε την Θέκλα, αίμα και δάκρυα ανάμιχτα στο αριστερό της μάτι και το νυφικό καλυμμένο από μπύρα. Φοβισμένος και χωρίς να πει λέξη άρχισε να τρέχει και άφησε την μαρμαρωμένη Θέκλα εκεί να βάλει τα κλάματα, γιατί καταβάθως τον αγάπαγε η στρίτζο.
*τα βαρέλια εκείνα ήταν άδεια, αλλά όπως έλεγαν οι μύθοι τα βαρέλια θα γέμιζαν μόνα τους όταν δυνατά συναισθήματα θα ήταν κοντά σε αυτά. Σε αυτή την περίπτωση το συναίσθημα αυτό ήταν το μίσος .


Κεφάλαιο 5
Η Πυρρά


O νάνος κατέβηκε από την σκηνή με ένα τεράστιο σάλτο που άφησε και τον ίδιο άφωνο. Δεν ήταν απλά δυνατός, ήταν πολύ πιο δυνατός από ότι ένα φυσιολογικό πλάσμα θα μπορούσε να ήταν. Μπορούσε να κινείται απίστευτα γρήγορα και τα αντανακλαστικά του είχαν οξυνθεί, αλλά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι στα αλήθεια είχε τόσο μίσος μέσα του, που να του πέρναγε από το μυαλό ο φόνος. Με τα σπαθιά ακόμα στα χέρια διέσχισε το χωριό ,προσπερνώντας νάνους που τρέχανε ακόμα πανικόβλητοι. Από ένστικτο έφτασε ως το σπίτι του. Στην πόρτα ήταν ο Τόμπο που κοιμόταν στο πλατύσκαλο. Ο Σκόρος έκανε να αφήσει τα ξίφη κάτω για να τον πιάσει από την μέση, αλλά τα χέρια του δεν άνοιγαν. Τι ήταν εκείνα τα όπλα σκέφτηκε. Γιατί κακές σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό του ?
«Εκεί είναι!!» είπε μια βροντερή φωνή και ο Σκόρος είδε τους φρουρούς να έρχονται μαζί με μπόλικους κάτοικους που είχαν ξεπεράσει το σοκ. Τότε άκουσε μια σκέψη να περνάει από το μυαλό του.
«Μόνο στην θήκη μπορείς να τα αφήσεις.» και έτσι έκανε και ανακάλυψε ότι τα χέρια του άνοιξαν ελευθερώνοντας τα ξίφη.
Άρπαξε τον Τόμπο και μπήκε μέσα λίγο πριν τα βέλη των φρουρών καρφωθούν στην πόρτα του. Τα Τζάμια έσπασαν από βέλη και πέτρες και μια βροχή από αυτά τα αντικείμενα σφυροκοπούσαν το σπίτι. Ο Τόμπο αν και ζαλισμένος είχε συνέλθει από την μέθη του. Παρατηρούσε άφωνος την μεταμόρφωση του φίλου του να υποχωρεί και να εκμηδενίζεται χωρίς να αφήνει σημάδια σαν να μην είχε συμβεί ποτέ.
«Τι έπαθες?» ρώτησε το ξωτικό με φόβο καθώς δεν ήξερε αν πλέον έβλεπε μπροστά του τον παλιό του φίλο ή κάτι άλλο που του έμοιαζε.
«Δεν ξέρω φίλε μου! Όταν έπιασα τα σπαθιά στα χέρια μου έγινε αυτό.»
Φώναξε ο Σκόρος πάνω από τον θόρυβο που έκαναν οι πέτρες στους τοίχους. Τα βέλη που έμπαιναν από τα παράθυρα ήταν πλέον εξοπλισμένα με φλεγόμενο στουπί καίγοντας ότι ξύλινο χτύπαγαν.
«Τι θα κάνεις ?» ρώτησε ο Τόμπο αναγνωρίζοντας ξανά το πρόσωπο του φίλου του. Ένα βέλος έσπασε την λάμπα πετρελαίου και η φωτιά εξαπλώθηκε αμέσως στο πάτωμα.
«Φύγε!» διέταξε ο Σκόρος τον φίλο του. «άμα ζήσω θα…»
«Μαζί θα ζήσουμε αυτήν την περιπέτεια.» τον διέκοψε ο Τόμπο.
Η στέγη που ήταν από ξερόχορτα φλεγόταν ήδη. Ο Σκόρος πάγωσε για μια στιγμή και με τα λόγια του φίλου του.
«περιπέτεια…» ψέλλισε στον εαυτό του. -Μα ναι! Ορίστε εδώ ξεκινάει η περιπέτεια που τόσο ήθελα- σκέφτηκε -καμία περιπέτεια δεν είναι ωραία όταν μπλέκεσαι εσύ τελικά…αλλά…-
«Τι θα κάνουμε?» φώναξε ο Τόμπο αποφεύγοντας ένα φλεγόμενο δοκάρι.
«Τι θα κάνουμε με αυτό το κακό?» ξαναρώτησε και πλέον το ξωτικό δεν ένιωθε καθόλου άνετα στο άλλοτε φιλόξενο σπίτι του φίλου του.
«Συνάντησε με στον παλιό φάρο σε μια βδομάδα» ούρλιαξε ο Σκόρος καθώς η κατασκευή έχασε ένα ακόμα δοκάρι αποκόβοντας τους δυο φίλους για τα καλά.
«Θα σε απαλλάξω από αυτό το κακό» είπε ο Τόμπο και έφυγε από την πίσω μεριά.
«αυτό το κακό…» επανέλαβε ο Σκόρος αργά. Άγγιξε τις λαβές από τα σπαθιά και ένιωσε μια δύναμη να τον κατακλύζει ξανά, ήταν μια τόση υπέροχη αίσθηση να ξέρεις ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα.
«Το άγγιγμα του κακού ε ?» είπε στον εαυτό του με ένα χαμόγελο. Άρπαξε έναν σάκο από το λατομείο και έχωσε ότι μπορούσε να σώσει μαζί με το σφυρί που του χάρισε ο Τόμπο και το πέρασε στον ώμο του. Τράβηξε ξανά τα σπαθιά και ένιωσε σαν να καίνε πιο πολύ τα μέσα του από το κτήριο που φλέγονταν γύρω του. Μια οργή τον κυρίευσε και πάλι και αίμα άρχισε να ξανατρέχει στο αίμα τις πλάτης του που είχε πλέον ξεραθεί, αλλά η οργή του δεν ήταν όμοια με προηγούμενη, ήταν πιο ήπια.
«Αν τους μισώ, φταίω εγώ που δεν εναντιώθηκα πιο πριν, πάντα μπορούσα» είπε στον εαυτό του ενώ έβαζε το σώμα του μπροστά από την πόρτα και ο θυμός του υποχώρησε.
«Μάλλον τα πράγματα δεν είχαν την καλύτερη τροπή, αλλά δεν βαριέσαι.» Κοίταξε το σπίτι του γύρω να καίγετε, ένα σπίτι που το έχτισε μόνος του, από τότε που ήταν παραγιός στο λατομείο που αργότερα κληρονόμησε από τον γέρο-νάνο που το είχε.
«Δεν πειράζει» σκέφτηκε «Τι κάνουμε τώρα?»
Ο Σκόρος αναρωτήθηκε που να ήταν εκείνη την στιγμή ο πατέρας του, πάντα είχε κάτι για να τον συμβουλέψει.
Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε, το κτίριο δεν θα άντεχε για πολύ. Ο Σκόρος κοίταξε την βιβλιοθήκη του με τα καψαλισμένα βιβλία περιπέτειας , ήταν πλέον και αυτός ένας από αυτούς του ήρωες, έχασε τα πάντα και είχε μονό πλέον να κερδίσει. Το βλέμμα του έπεσε στο βιβλίο που διάβαζε χτες -Τα Ξίφη του βασιλιά Άκαθαρ- , μετά κοίταξε το μαύρο γεράκι που ήταν χαραγμένο στις λαβές των σπαθιών που γυάλιζαν κατακόκκινες στις φλόγες. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του.
«Ίσως βρήκα και το πρώτο βήμα…» είπε. Το ταβάνι υποχώρησε και ο Σκόρος άφησε το καταφύγιο του, σμπαράλιασε την πόρτα πέφτοντας πάνω της και πέρασε τρέχοντας ανάμεσα από τους πολιορκητές του τόσο γρήγορα που σχεδόν δεν τον είδε κανείς.
Και έτσι σε ελάχιστο χρόνο βγήκε από το Μπίρβιλ και συνέχυσε να τρέχει σαν τρελός, με κατεύθυνση τον παλιό φάρο, απολαμβάνοντας την δύναμη που είχε αποκτήσει.



Κεφάλαιο 6
Τα καταραμένα ξίφη των Άκαθαρ


Ο Σκόρος έτρεχε για πάνω από μία ώρα και δεν ένοιωθε ακόμα κανένα σημάδι κόπωσης. Ήταν σαν όνειρο. Μπορούσε να κάνει σχεδόν ότι περνούσε από το μυαλό του και όταν έβρισκε ένα εμπόδιο μπορούσε να το διαλύσει με ένα χτύπημα. Δεν μπορούσε να κρατηθεί, ξέσπασε σε ένα γέλωτα ευχαρίστησης. Έκανε ένα πελώριο σάλτο και ήταν σαν να πετάει. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ τόσο χαρούμενος ποτέ του, τόσο ελεύθερος, δεν είχε τίποτα πια, δεν είχε σχέδια για το μέλλον, έζησε μια φορά και αυτός το παρόν.

Και τότε ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι του.
«Πεινάω» σκέφτηκε «που θα βρω μια μπύρα τώρα σε αυτές τις ερημιές να πιω μαζί με το φαγητό μου?» και τότε ο φίλος μας κατάλαβε ότι δεν ήταν όλα και τόσα ρόδινα όσο του φαίνονταν στην αρχή.
«θα κάνω και χωρίς μπύρα…σήμερα» σκέφτηκε και σταμάτησε να κοιτάξει τον παλιό φάρο που πλέον απείχε λίγα μέτρα. Σκέφτηκε να πάει να αφήσει τον σάκο του και να βγει με το πρώτο φως της μέρας να αναζητήσει τροφή, αλλά πλέον το σκοτεινό δάσος δεν τον τρόμαζε και βέβαια σε όλα τα βιβλία που είχε διαβάσει όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα γίνονταν το βράδυ και αποφάσισε να πάει εκείνη την ώρα, γιατί όπως τα είχε βολέψει τα πράγματα στο χοντροκέφαλο του πίστευε πως για χάρη του θα γραφτούν έπη και τραγούδια. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε εκείνη την στιγμή πως θα έπρεπε να κάνει δραματικές και θαρραλέες ενέργειες ώστε να έχει μια καλή ιστορία να διηγηθεί σε αυτούς που θα καταγράψουν το -Χρονικό του Σκόρου- , είχε βάλει και τίτλο κιόλας, ναι ο φίλος μας την είχε ψωνίσει ελαφρώς.

Θηκάρωσε τα σπαθιά και άφησε την μεταμόρφωση του να υποχωρήσει.
Κοίταξε τα κόκαλα που είχαν πεταχτεί από τα χέρια του να συρρικνώνονται. Για μια στιγμή ένιωσε λίγο άσχημα. Εκείνη η δύναμη του είχε δώσει αυτό που ήθελε, την ελευθερία του, αλλά δεν ξέφυγε από τις συνέπειες.
«Μπορούσα να τα κάνω μαντάρα και μόνος μου» ψέλλισε στον εαυτό του.
«ότι έγινε, έγινε έχουμε και πιο σοβαρά πράγματα να κάνουμε.» είπε και προχώρησε με το μυαλό στο φαί.
«Εδώ που τα λέμε…» σκέφτηκε ενώ προχωρούσε στο δάσος σαν να έκανε εκδρομή « δεν έχω κυνηγήσει ποτέ μου, πως τα βρίσκουμε τα θηράματα ? λες να μην κινούμε σωστά?» αναρωτήθηκε σταυρώνοντας τα χέρια πίσω από την πλάτη ,πετώντας την κοιλιά έξω ,επιβραδύνοντας το βήμα και χαζεύοντας τα σχέδια που έκαναν τα κλαδιά των δέντρων με τα φώτα από τα φεγγάρια.

Ο Σκόρος συνέχυσε το κυνήγι λοιπόν σουλατσάροντας ανάλαφρα σε ένα πλακόστρωτο, που είχαν φτιάξει οι νάνοι πριν χρόνια, θαυμάζοντας την όμορφη νύχτα που τον περιτριγύριζε. Έτσι ελεύθερος όπως ήταν ο κόσμος του Μπέλο άρχισε φαντάζει πιο όμορφος. Τα δύο φεγγάρια του , το Μπέλοκεν το μεγάλο λευκό και το Μπέλοσιου το μικροσκοπικό μπλε , έριχναν το φώς τους απαλά στην νύχτα χαϊδεύοντας την γη με ένα απαλό γαλάζιο χρώμα. Επικρατούσε μια απίστευτη γαλήνη, που έκανε τον Σκόρο να αναρωτηθεί αν στ’ αλήθεια είχαν προηγηθεί οι δύο τεράστιοι πόλεμοι των ξωτικών με τα σκοτεινά ξωτικά αιώνες πριν που άλλαξαν την μορφή του Μπέλο και εξαφάνισαν τα σκοτεινά ξωτικά απαξάπαντος.

Ο Σκόρος έφτασε σε ένα σημείο που ο δρόμος ήταν στην πλαγιά ενός λόφου και στο πλάι η πλαγιά είχε μια αρκετά απότομη κλίση. Και τότε ένας ανατριχιαστικός σπαραγμός ενός άνδρα τράνταξε την γαλήνη του δάσους, γρυλίσματα λύκων ακούστηκαν από μακριά και δυνατός αέρα σηκώθηκε κάνοντας τον δάσος να χάσει την σαγηνευτική ηρεμία του. Σύννεφα εμφανίστηκαν στον ουρανό κρύβοντας το φώς των φεγγαριών φέρνοντας το σκοτάδι να τυλίξει τον τρομαγμένο νάνο που πλέον έβλεπε το απειλητικό πλέον δάσος να τον παγιδεύει στο σκότος . Ένας κεραυνός, λευκός σαν το χέρι ενός θεού χτύπησε στο δάσος βάζοντας φωτιά σε μερικά δέντρα . Ο σπαραγμός ακούστηκε ξανά πιο καθαρός και τα γρυλλίσματα άρχισαν να πληθαίνουν. Το απελπισμένο κλάμα ερχόταν από κάπου όχι και τόσο μακριά , κάποιος ήταν σε απελπιστική κατάσταση σκέφτηκε ο Σκόρος. Αν και ήταν τρομαγμένος δεν μπορούσε να τον αφήσει εκείνον τον άνδρα αβοήθητο, ήταν επιτέλους η ώρα να χρησιμοποιήσει την δύναμη του για το καλό και γίνει ο ήρωας της στιγμής. Τα πόδια του έτρεμαν, δεν το περίμενε ότι ήταν τόσο τρομαγμένος, αλλά δεν ήταν η ώρα για πισωγυρίσματα , έκανε μερικά αδέξια βήματα και όρμησε προ της κατεύθυνση όπου άκουσε την κραυγή. Η φωνή ερχόταν από το σημείο όπου είχε βαρέσει ο κεραυνός, έτσι ήταν πιο εύκολο να ακολουθήσει την φωτιά. Η καρδιά του έκανε σαν τρελή και κάθε βήμα που έκανε ένιωθε τον κίνδυνο να πλησιάζει.

Ήταν πλέον πολύ κοντά στην φωτιά, όταν χοντρές σταγόνες άρχισαν να μαστιγώνουν το έδαφος. Αντίκρισε το καμένο δέντρο και μπροστά από αυτό ήταν η φιγούρα ενός άντρα, πεσμένος στα γόνατα με το βλέμμα καρφωμένο στον ουρανό. Λύκοι το είχαν κυκλώσει και τον περιτριγύριζαν απειλητικά όμως ήταν υπερβολικά επιφυλακτικοί και δεν τον πλησίαζαν. Οι λυγμοί του άντρα ήταν παρανοϊκά γοεροί και πλέον είχαν χάσει την δύναμη και την ένταση που είχαν πριν. Η φωτιά από το δέντρο πίσω του έσβησε και ο άντρας έπεσε μπροστά με τα χέρια να συγκρατούν το σώμα του από την πλήρη κατάρρευση. Ο άνδρας κρέμασε το κεφάλι κάτω βήχοντας και ξερνώντας μαζί, αποκαλύπτοντας τα μεγάλα μυτερά αυτιά του.
«Ξωτικό!» σκέφτηκε « ο Τόμπο? η όχι? τι σημασία έχει? πρέπει να τον σώσω.» και ο νάνος γενναία άφησε την κρυψώνα του ορμώντας προς το μέρος του. Οι λύκοι γύρισαν να τον κοιτάξουν και κοκάλωσαν για μια στιγμή, αμέσως άρχισαν να γρυλίζουν με λύσσα και υποχώρησαν γρήγορα σπάζοντας τον κύκλο τους και παρατάχτηκαν απέναντι από τον νάνο και το ξωτικό. Ο νάνος πέρασε τα χέρια του αργά στις λαβές των σπαθιών του ελέγχοντας έτσι τον πανικό του.
«Φύγε» είπε το ξωτικό με μια υγρή βαριά φωνή που πάγωσε την καρδιά του Σκόρου με φόβο, δεν ήταν σίγουρα ο Τόμπο αυτό το ξωτικό.
«εγώ τους κάλεσα, θέλω να πεθάνω!» είπε σπαράζοντας με οδύνη το ξωτικό και σήκωσε το κεφάλι του να δει τον νάνο. Ακολούθησε ένα μικρό κενό.
«Μην λες τέτοια πράγματα.» απάντησε τελικά ο Σκόρος. Τότε το ξωτικό αντίκρισε τον εφιάλτη του άλλη μια φορά. Είδε ξανά εκείνα τα κόκαλα να πετάγονται από την πλάτη , είδε ξανά τα κέρατα να πετάγονται από το κεφάλι , είδε ξανά τα καταραμένα ξίφη των Άκαθαρ.

κεφαλαιο 1-7
Το Ξωτικό

Οι λύκοι υποχώρησαν αμέσως και μόνο από το θέαμα του μεταμορφωμένου νάνου, διότι τα ζώα αυτά είναι έξυπνα και δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό όταν συναντάς ένα τέτοιο πλάσμα.
Το ξωτικό κοίταξε τον σωτήρα του με έκπληξη. Η γλώσσα του είχε κολλήσει στον ουρανίσκο του και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δεν ήξερε τι να πει , γιατί δεν ήξερε τι ένιωθε.
«Με συγχωρείς αν σε τρόμαξα…» είπε ο Σκόρος βλέποντας το αποσβολωμένο πρόσωπο του ξωτικού στο χλωμό φως των φεγγαριών και μελετούσε τα χαρακτηριστικά που δεν είχε δει ποτέ σε άλλο ξωτικό.
Το πρόσωπο του ξωτικού συσπάστηκε, τα χαρακτηριστικά του τραβήχτηκαν σε μια έκφραση οργής και κατακεραύνωσε τον νάνο με το πιο φονικό βλέμμα που θα μπορούσε να φανταστεί ο ήρωας μας.
«ένα σκοτεινό ξωτικό!» ξεφώνησε ο Σκόρος και αμέσως, χωρίς να καταλάβει τι έγινε τα χέρια του ξωτικού τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό σαν ένα σιδερένιο χέρι , τα πόδια του άφησαν το έδαφος για να πετάξει στο αέρα και να κοπανήσει το πίσω μέρος του κεφαλιού του στο έδαφος. Η δύναμη του λεπτοκαμωμένου ξωτικού ήταν απίστευτη. Πριν ακόμα το σώμα του Σκόρου σταματήσει να κινάτε από την επίθεση ξωτικού δέχτηκε ένα χτύπημα στο μάτι και αμέσως ένα στο κούτελο.
«Τι της έκανες? Τι της έκανες? Τι της έκανες?» απέτισε να μάθει το ξωτικό χτυπώντας μανιασμένα τον Σκόρο ξανά και ξανά χωρίς να έχει συνείδηση για τίποτα.
Ο Σκόρος ένιωσε αίμα να τρέχει από το πρόσωπό του και το ένα μάτι του είχε κλίσει από το αίμα. Ένιωσε την καυτή ανάσα του ξωτικού στο πρόσωπο του όταν το ξωτικό εξαντλήθηκε και απλά κρατούσε την γενειάδα του με το άλλο.
«Τώρα μπορώ να τον σκοτώσω» σκέφτηκε, η απόγνωση εμφανίστηκε και πάλι στο πρόσωπο του ξωτικού με ένα βλέμμα απογοήτευσης στα μάτια του. Το ξωτικό ήταν εντελώς εκτεθειμένο και ανίσχυρο να αμυνθεί.
«Τώρα!» σκέφτηκε και στο μυαλό του άκουσε μια κραυγή. Τα χέρια του νάνου κουνήθηκαν και το παγωμένο ατσάλι σηκώθηκε από τις λάσπες για να σκίσει τον αέρα για ακόμα μια φορά και να χτυπήσει το κεφάλι του ξωτικού με την πλατιά μεριά τις λάμας. Το χτύπημα έριξε το ξωτικό κάτω με το πρόσωπο στην λάσπη, οπού συνήλθε από τον μακρινό απελπισμένο κόσμο του και αργά τρεκλίζοντας καθαρίζοντας αρχικά το πρόσωπο του προσπάθησε να σηκωθεί στα πόδια του. Και ο νάνος σηκώθηκε όρθιος παρακολουθώντας τον άλλον άνδρα, κανονικά θα μπορούσε και θα έπρεπε να τον είχε σκοτώσει, αρχικά του επιτέθηκε και κατά δεύτερων άνηκε σε μια φυλή που κάποτε ήταν εχθρός της δικής του και οι ιστορίες για αυτά τα πλάσματα ήταν απερίγραπτες . Αλλά δεν το έκανε ,ήθελε η δύναμη του να χρησιμεύσει για το καλό.
«Δεν σε έσωσα για να σε σκοτώσω…» του είπε παγερά ο Σκόρος με το αίμα από το πρησμένο του πρόσωπο να ποτίζει στην γενειάδα του. Το ξωτικό πήρε μια βαθειά ανάσα και έπειτα η αναπνοή του έγινε κανονική.
«Ναι αλλά με χτύπησες» του απάντησε.
«Μωρέ τι μας λες !» πέταξε ο Σκόρος με τα νεύρα του να αρχίζουν να σπάνε και την συμπόνια του για αυτόν τον δυστυχισμένο να τον εγκαταλείπει.
«Και σε έσωσα και ξύλο έφαγα και εσύ αυτό έχεις να πεις? Εξηγήσου! » βρυχήθηκε ο νάνος δίνοντας στο ξωτικό την τελευταία του ευκαιρία να λογικευτεί με τα ξίφη του πλέον να τοποθετημένα σε μια τέλεια πολεμική στάση που ο Σκόρος δεν ήξερε, αλλά του βγήκε αυθόρμητα .
«Εσύ θα μου πεις τι έκανες στην γυναίκα μου και ίσως ζήσεις.» είπε αργά και σταθερά το ξωτικό χωρίς ίχνος φόβου στην φωνή του με μάτια που έλαμπαν σαν δυο πράσινες χάντρες στο χλομό γαλάζιο και μαύρο χρώμα της νύχτας . Εκείνη η ματιά ήταν το πιο δυνατό χτύπημα που είχε κάνει το ξωτικό στον Σκόρο, τον τρόμαξε και τον έκανε να νιώσει μικρός μπροστά του, αλλά κανένας νάνος δεν ανέχεται τον χαρακτηρισμό
–μικρός- ακόμα και από τον εαυτό του.
«Δεν ξέρω καμία γυναίκα τις φυλής σου.» απάντησε ο Σκόρος περήφανα ,αλλά δεν μπόρεσε να φτάσει εκείνη την μεγαλοπρέπεια του ξωτικού, θύμωσε.
«πάντα αυτά τα ξωτικά φέρονται τόσο ανώτερα και άξεστα.» σκέφτηκε και ο θυμός που έκαιγε μέσα του φούντωσε, πάλι τον υποτιμούσαν.
«Ναι αλλά τα σπαθιά που κρατάς ήταν δικά της…» του είπε με το ίδιο βλέμμα.
«Τα βρήκα και…»
«Το ίδιο είπε και σε εμένα, τα βρήκε σε ένα πτώμα, εσύ που τα βρήκες?»
«πάνω σε έναν βράχο»
«ψέματα!!!» ούρλιαξε το ξωτικό χωρίς να κινεί το παγωμένο βλέμμα του από τον νάνο ο οποίος πλέον ήταν έξαλλος με αυτό το υπεροπτικό ξωτικό που νόμιζε πως ήταν σε θέση να τον απειλήσει. Το ξωτικό τράβηξε ένα μικρό κοντάρι από την ζώνη του.
«Την σκότωσες για να πάρεις τα σπαθιά και την δύναμη τους»
«Δεν σκότωσα κανέναν και δεν ξέρω τίποτα για αυτά τα σπαθιά και θα μου πεις τι ξέρεις για αυτά τα σπαθιά να μην βρέξει καρπαζιές σήμερα » τώρα πλέον και ο Σκόρος ούρλιαζε.
«μην του κάνεις κακό» άκουσε μια φωνή μέσα από το κεφάλι του ο Σκόρος «δεν μπορεί να σκεφτεί τώρα»
«Οοο μα εκεί που θα τον στείλω θα έχει άπλετο χρόνο για να σκεφτεί» απάντησε ο μανιασμένος νάνος σε εκείνη την φωνή νιώθοντας περισσότερη δύναμη να του προσφέρετε από τα σπαθιά. Η μεταμόρφωσή του άρχισε να αλλάζει μέχρι που έγινε λίγο πιο χοντρή και εκτεταμένη με τα κέρατα να μεγαλώνουν σε μέγεθος μπουκαλιού. Το ξωτικό κούνησε τα χέρια του στον αέρα με κινήσεις σταθερές, τοποθέτησε κάθε χέρι κάτω από τα μάτια του και ένας βρόγχος βρήκε από το στόμα του, το κοντάρι του έλαμψε από μόνο του και το άλλο χέρι του κλείδωσε σε μια μισάνοιχτη γροθιά.
«μάγος!!! Ίσως χρειαστεί να τον σκοτώσω στα αλήθεια» συνειδητοποίησε ο Σκόρος.
«Την σκότωσε…» επανέλαβε ψιθυριστά στον εαυτό του το ξωτικό με οδύνη.
«Άκου να δεις δεν σκότωσα κανέναν και δεν βρήκα κανένα πτώμα…» άρχισε ο Σκόρος ,αλλά ο μάγος έκλισε την γροθιά του με μίσος και τότε ο φόβος φώλιασε στην ψυχή του Σκόρου. Ο αέρας αιμορραγούσε, ο αέρας αιμορραγούσε!!! Αίμα έσταζε από το πουθενά. Κάτι σαν καπνός άρχισε να στροβιλίζετε γύρω του ,τσιριχτές φωνούλες ήρθαν από όλες τις διευθύνσεις φυλακίζοντας τον νάνο σε έναν κυκλώνα .
Τότε ο Σκόρος κατάλαβε Νεράιδες του αέρα , τις εξουσίαζε ο μάγος και τις πίεζε τόσο πολύ που αιμορραγούσαν, χωρίς αμφιβολία με την θέληση του μάγου θα τον ξέσκιζαν σαν σάπιο ρετάλι από στιγμή σε στιγμή.
«Πες μου τι έκανες στην γυναίκα μου» ακούστηκε η φωνή του μάγου σταθερή και κρύα πάνω από όλο αυτό το πανδαιμόνιο. Πριν το πάρει είδηση μια νεράιδα έσπασε το κέρατό του σαν να ήταν από βούτυρο και ο Σκόρος κατάλαβε ότι έπρεπε να γίνει πιστευτός γιατί η δύναμη των σπαθιών δεν θα τον βοηθούσαν εκείνη την φορά και έτσι θηκάρωσε τα όπλα του. Έκρυψε τον φόβο του και απάντησε ξερά και ειλικρινά με μάτια κλειστά ώστε να μην κοιτάζει τον ματωμένο κυκλώνα που τον περιέβαλε.
«Δεν είδα καμία γυναίκα τις φυλής σου»
«Αλήθεια?» ακούστηκε η φωνή του μάγου με μια νότα σαρκασμού στην φωνή του και με της νεράιδες να στροβιλίζονται πιο κοντά του χαρακώνοντας την κοιλιά του και τους ώμους του με τα φτερά τους.
«Αλήθεια, παράτησαν την δικιά μου αν σου κάνει.» είπε ο Σκόρος απελπισμένος, πάντα με τα μάτια κλειστά ρουφώντας, την κοιλιά του και μαζεύοντας του ώμους, ο ήρωας μας πλέον έτρεμε από τον φόβο, τελικά οι περιπέτειες του δεν θα έφταναν ούτε για οπισθόφυλλο μουρμούρισε στον εαυτό του και τότε ο κυκλώνας εξαφανίστηκε και το δάσος υπό το φώς του Μπέλοκεν εμφανίστηκε ξανά με τον μάγο να έχει κρεμασμένα τα χέρια και το κεφάλι σκυφτό σε μια πένθιμη στάση.
«Συγχώρα με μικρέ» είπε ο μάγος με έναν τόνο θλίψης στην φωνή του.


Κεφάλαιο 8
Συνάντηση

Ο Σκόρος έστεκε βαριανασαίνοντας ,παρατηρούσε τον σκοτεινό μάγο προσπαθώντας να ηρεμήσει τον εαυτό του και να ξεπεράσει την ντροπή που ένιωθε. Προσπαθούσε και να καταλάβει, πως τα σπαθιά του συνδέονταν με αυτό το σκοτεινό ξωτικό, το οποίο κατά τα λεγόμενα της ιστορίας δεν θα έπρεπε να υπάρχει, μιας και εξοντώθηκαν όλα στους δυο πολέμους των ξωτικών πριν αιώνες. Παρατήρησε το ξωτικό, ήταν ένα πολύ γοητευτικό πλάσμα, το δέρμα του γυάλιζε απόκοσμα υπό το φώς των φεγγαριών και η κορμοστασιά του ήταν λεπτοκαμωμένη. Ο νάνος θυμήθηκε τις γρήγορες κινήσεις με τις οποίες το ξωτικό τoν είχε πετάξει κάτω και τον είχε αρχίσει στις γρήγορες παρόλη την κούραση και εξάντληση. Αμέσως βλαστήμησε των εαυτό του που παίνεψε ένα ξωτικό.
Και το ξωτικό παρατηρούσε τον νάνο, και τον παρακολουθούσε με ανάμικτα συναισθήματα και ο τεράστιος πόνος που κουβαλούσε στην ψυχή του τον έκανε να βλέπει διαφορετικά αυτό το χοντροκομμένο πλάσμα που επί αιώνες παρακολουθούσε από τις σκιές. Για πρώτη φορά έβλεπε κάτι διαφορετικό σε αυτά τα πλάσματα τα οποία τα πολέμησε στους δυο μεγάλους πολέμους . Πολλοί νάνοι είχαν πάει σαν μισθοφόροι στους πολέμους των ξωτικών και ο μάγος είχε ξεκάνει πολλά από αυτά τα χαζά πλάσματα, τουλάχιστον τα προτιμούσε από τους ανθρώπους, τόσο άξεστοι και πολυπληθείς σαν παράσιτα.
Κοίταξε τον νάνο που είχε μπροστά του, δεν ήταν και τόσο τρομερός όσο οι νάνοι που είχε πολεμήσει τότε, δεν είχε την τεράστια γενειάδα που είχαν εκείνοι ,τα τεράστια μπράτσα ,ούτε το τρομερό άφοβο πρόσωπο. Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν κατάματα. Τα μάτια του νάνου ήταν όμοια με εκείνα των νάνων που είχε πολεμήσει κάποτε, περήφανα. Το σκοτάδι που τους τύλιγε έκανε το ξωτικό να αντικρύσει καλύτερα αυτόν που είχε απέναντί του. Κοίταξε το ματωμένο πρόσωπο του νάνου και τότε θυμήθηκε τι είχε προηγηθεί.
«Είσαι όντος ο νάνος που βλέπω ή είσαι αυτή η ύπουλη ψυχή που κατοικεί στα σπαθιά .» είπε με τρεμάμενη φωνή ο μάγος.
«Πριν με έσωσες και εγώ..» αλλά ο μάγος δεν ολοκλήρωσε αυτή του την κουβέντα γιατί παρακολούθησε τον νάνο να πέφτει στα γόνατα κρατώντας τα αυτιά του και να ουρλιάζει. Ο Μάγος είχε παγώσει στην θέση του, τι παρακολουθούσε εκείνη την στιγμή? Ο Σκόρος σηκώθηκε και φώναξε.
«Καλά ντε ,πάω !» και ο νάνος χωρίς δισταγμό και χωρίς να αφήσει τα αυτιά του έκανε μερικά χοροπηδητά βήματα μέχρι το ξωτικό και όταν έφτασε δίπλα του γύρισε απότομα το σώμα του στο πλάι με τον έναν του γοφό προταγμένο προς τα πάνω. Το ξωτικό θυμήθηκε μια φορά που παρακολουθούσε μια παρέα νάνων να πίνουν μπύρες και ένας κοπάνησε έναν άλλον στον πισινό, έπειτα γέλασαν όσοι μαζί. Το ξωτικό δεν δίστασε και έριξε μια εγκάρδια σφαλιάρα με το λεπτό του χέρι στον παχουλό πισινό του νάνου. Τα μάτια του νάνου πετάχτηκαν σχεδόν έξω από το κεφάλι του και έκανε μια περιστροφή στο ένα του πόδι με τον τσούξιμο αποτιμώμενο στην έκφραση του. Όταν ξαναγύρισε στον μάγο η απελπισία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του.
«Την λαβή από το σπαθί πιάσε ηλίθιε!» φώναξε ο Σκόρος. Το ξωτικό μόρφασε αμήχανα και έπιασε την λαβή.
Τότε το ξωτικό άκουσε μια εκκωφαντική φωνή
«Ω μα τους θεούς είναι τέρμα βλαμμένοι και οι δύο.» η φωνή έμοιαζε να ήταν φωνή ανθρώπου. Το ξωτικό τρόμαξε τόσο που πετάχτηκε πίσω παίρνοντας μαζί και το σπαθί από την θήκη του, αμέσως το ξωτικό ένιωσε την δύναμη του όπλου να πλημμυρίζει το κορμί του, έβγαλε μια τρεμουλιαστή ανατριχιαστική κραυγή όταν είδε στο κορμί του να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της μεταμόρφωσης. Αίμα άρχισε να τρέχει από το κεφάλι του και την πλάτη του και η οργή του φούντωσε , νόμισε πως ο νάνος τον ξεγέλασε.
Οι δύο άντρες άκουγαν την ίδια φωνή ταυτόχρονα, μια φωνή ακαθόριστης ηλικίας να ουρλιάζει:
«Ψυχραιμία. Δεν σας εξουσιάζω, εσείς με εξουσιάζετε » αλλά ο τρόμος του ξωτικού, ότι δεν θα εκπλήρωνε τον στόχο του, τον είχε κουφάνει και ειδή έπαιρνε στάση απέναντι στον νάνο για να επιτεθεί. Ο νάνος κοίταγε αλλού ώμος με τα μάτια του γουρλωμένα σε μια μάσκα αγωνίας, τι ήταν αυτό που ήταν τόσο σημαντικό ? Το βλέμμα του ακολούθησε το βλέμμα του Σκόρου και είδε μια γυναίκα τις ανθρώπινης φυλής ντυμένη με λευκό χιτώνα και μπερδεμένα τα μαύρα της μαλλιά να προσπαθεί να πει κάτι.
«Αμ….» ξεκίνησε ,αλλά ο νάνος την έκοψε.
«Μίνα φύγε γρήγορα» ούρλιαξε ο Σκόρος τραβώντας το άλλο σπαθί αντλώντας την δύναμή του στο έπακρο, το ξωτικό το ένιωσε, ένιωσε την δικιά του δύναμη να ελαττώνετε και να πνίγετε σε αυτή του νάνου.
Η γυναίκα λιποθύμησε επιτόπου βλέποντας τον Σκόρο να μεταμορφώνετε αστραπιαία σε ένα τέρας.
«Μακριά της» βρυχήθηκε ο νάνος ξεπερνώντας όλους τους ενδοιασμούς του για τον φόνο.



Κεφάλαιο 9
Συμμαχία


Η φωνή ούρλιαξε μέσα στα κεφάλια των δυο ανδρών με τέτοια ένταση που δεν μπορούσαν πλέον να την αγνοήσουν.
«Σταματήστε και οι δύο!» πρόσταξε η φωνή. Το μυαλό του ξωτικού δούλευε πυρετωδώς για να καταλάβει τι συνέβαινε. Έβλεπε το πρησμένο μάτι του νάνου να σφίγγετε από την ένταση της φωνής, ή μήπως το προσποιούτανε και μόνο εκείνος την άκουγε ?
«Και οι δύο με ακούτε αφού κρατάτε τα ξίφη .» άκουσε ξανά εκείνη την φωνή ακαθόριστης ηλικίας. Ένα μικρό τρέμουλο διαπέρασε το κορμί του μάγου σκεφτόμενος πως ίσως εκείνη η φωνή άκουγε την σκέψη του.
«Και βέβαια ακούω την σκέψη σου, αφού είμαι στο σώμα σου!» απάντησε στην σκέψη του η φωνή και το σώμα του πέτρωσε και το ένιωσε τελείως άκαμπτο.
«Ωραία και τώρα μπορείς να σκάσεις ?» είπε νευριασμένα ο νάνος. Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Όταν η φωνή ξανακούστηκε ήταν σε μια ένταση κανονική σαν μια απλή ομιλία.
«Με εσένα δεν χρειάζεται να ακούω την σκέψη σου νάνε και φαντάζομαι πως εννοείς να μιλάω πιο χαμηλόφωνα…»σχολίασε σαρκαστικά η φωνή.
«Ε ναι ! κοίτα τι έκανες με την αγριοφωνάρα σου! Το σκοτεινό ξωτικό μου πήρε το ένα ξίφος.»
«Μην φοβάσαι θα στο επιστρέψει, είναι η μόνη λύση που έχει.»
Και έπειτα από αυτόν τον σύντομο διάλογο το ξωτικό μίλησε χωρίς να είναι σίγουρο αν άλλα άκουγαν με τα αυτιά και άλλα μέσα στο μυαλό τους.
«Τον γνωρίζεις ?» ρώτησε απευθύνοντας την ερώτηση στον Σκόρο.
«Όχι, αλλά μάλλον είναι η ψυχή που έχει καταλάβει τα σπαθιά.» και συνέχισε η φωνή του νάνου μέσα στο μυαλό του ξωτικού
«.. όπως στο βιβλίο -Ο μπελάς μέσα μου- όπου ένα μαγικό δαχτυλίδι είχε μέσα του την ψυχή ενός μάγου και όποιος το φορούσε μπορούσε να μιλήσει με τον μάγο, βέβαια το τέλος δεν το ξέρω γιατί η γυναίκα μου…δηλαδή η παραλίγο γυναίκα μου πέταξε το βιβλίο σε ένα βαρέλι με νερό .»
«Ποιος είσαι ?» ρώτησε στον αέρα το ξωτικό χωρίς να ξέρει πώς να απευθύνει μια ερώτηση σε κάποιον που δεν μπορούσε να δει.
«Αρχικά μην φοβάσαι.» απάντησε ευγενικά η φωνή. «βάλε πίσω στην θήκη του το ξίφος, το ίδιο και εσύ νάνε.» αν και δίστασαν για μια στιγμή ήθελαν και οι δύο να ξεφύγουν από εκείνη την άβολη κατάσταση, εξάλλου ένιωθαν και οι δύο πως όσα λέγονταν ήταν αλήθεια, όσο ύποπτο και αν φαίνονταν. Και έτσι με ανακούφιση επέστρεψαν τα σπαθιά στα θηκάρια τους, αργά και χωρίς καμία άσχημη κατάληψη που είχαν στο πίσω μέρος του μυαλού τους.
Το ξωτικό θηκάρωσε το σπαθί και ακούμπησε την λαβή με την παλάμη του, πήρε μια βαθειά ανάσα και μίλησε ξανά.
«Ωραία, και τώρα ποιος είσαι εσύ ?»
«Τότε… που ζούσα με λέγανε Μάθιου Άκαθαρ.» ο Σκόρος πάγωσε στο άκουσμα του ονόματος , μακάρι να είχε διαβάσει κάτι παραπάνω από εκείνο το βιβλίο.
«Και τι είσαι?» ξαναρώτησε το ξωτικό αγνοώντας το όνομα σαν να μην ειπώθηκε.
«Δαίμονας.» απάντησε με πικρία η φωνή και αυτή η απάντηση έκανε και τους δύο άντρες να παγώσουν στην θέση τους.
Κανείς δεν μίλησε για λίγο, και η φωνή ακούστηκε ξανά με έναν τόνο ανείπωτης θλίψης .
«Δεν υπάρχει λόγος να με φοβάστε…μπορώ να ακούσω τις σκέψεις σας, μην με φοβάστε, δεν υπάρχει λόγος, δεν μπορώ να ελέγξω την δύναμη των σπαθιών… μόνο τους εαυτούς σας να φοβάστε.»
Ο νάνος κατάλαβε τα λόγια του δαίμονα, κατάλαβε πόσο κοντά ήταν πριν λίγες ώρες στο να σκοτώσει την Θέκλα.
Το ξωτικό άκουγε αυτά τα πράγματα και το μυαλό του ήταν ένα καζάνι από ανάμεικτα συναισθήματα οργής, φόβου και απορίας. Σκηνές από την πρόσφατη τραγωδία που είχε ζήσει έρχονταν στη μνήμη του και δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε ο Μάθιου, ήταν αυτός ο υπαίτιος ?
«Δεν είμαι εγώ αυτός που ψάχνεις , πρέπει να συνεργαστούμε όλοι γιατί αν και οι σκοποί μας διαφέρουν , ο στόχος μας είναι ένας, ο Πατέρας μου…Ο Γουίλιαμ Άκαθαρ.»

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου