Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Νανοπεριπέτειες Κεφάλαιο 15 H Δίκη του Ναού

Κεφάλαιο 15
H Δίκη του Ναού

Ο ναός ήταν ένας παλιός ναός του θεού Πέρας , θεός του θανάτου. Σε εκείνους τους ναούς τα ξωτικά της νύχτας χαιρετούσαν τους νεκρούς τους και τους παρέδιδαν στην αγκαλιά του Πέρας . Ο ναός ήταν καμωμένος από μαύρο γρανίτη, είχε ορθογώνιο σχήμα με μια κύρια είσοδο και δυο μικρότερες στα πλάγια κοντά στο μεγάλο βωμό όπου έβαζαν το σώμα του νεκρού .Ακριβώς από πάνω από τον βωμό υπήρχε ένας ημικυκλικός τρούλος που κατέληγε σε έναν γυάλινο τοίχο που τα τζάμια είχαν αποχρώσεις του μπλε. Έτσι το φώς που έμπαινε στον ναό την διάρκεια της νύχτας ήταν πάντα γαλάζιο, σαν το φως από το Μπέλοσιου που λάτρευαν τα ξωτικά της νύχτας.
Αλλά εκείνος ο ναός ανήκε στο παρελθόν πλέον, μετά την νίκη τους τα ξωτικά τον μετέτρεψαν σε ναό του θεού Λέα, πέρασαν τους τοίχους με λευκό στόκο και ζωγράφισαν από πάνω τα δικά τους σύμβολα. Η αρχιτεκτονική των ξωτικών , όλων των ειδών, δεν διέφερε και πολύ οπότε τέτοιες αλλαγές είχαν γίνει πολλές , το μοναδικό χαρακτηριστικό που διέφερε ήταν τα γλυπτά τους, νυχτερίδες, κουκουβάγιες, και άλλα πλάσματα τις νύχτας είχαν πασπαλιστεί με υπερβολικά πολύ στόκο μέχρι να μοιάζουν με περιστέρια, γεράκια και άλλα τέτοια που πρόδιδε αν ο ναός ήταν αυθεντικός ή μεταρρυθμισμένος. Και τέλος εκεί που υπήρχε κάποτε ο βωμός ,τώρα υπήρχε ένας θρόνος, ο θρόνος στον οποίο κάθονταν ο αρχιερέας Λάκας .
Δύο νάνοι στέκονταν μπροστά του αλυσοδεμένοι στα χέρια με τις αλυσίδες να βαστιούνται από δύο ξωτικά στον καθέναν. Ο νεαρός νάνος ψιθύρισε στον πατέρα του.
«Πατέρα την πατήσαμε άσχημα.» είπε με απαισιοδοξία και το βλέμμα του πλανήθηκε με φόβο στους τοξότες που ήταν τοποθετημένοι στους εξώστες του ναού με τα βέλη τους να σημαδεύουν τις καρδιές τους.
Ο γηραλέος νάνους του απάντησε σταθερά χωρίς ίχνος φόβου στις λέξεις τους με το βλέμμα του γενναίο και σκληρό.
«Μην λες τέτοια πράγματα , μην ξεχνάς το όνομα που σου έδωσα.» .
Ο Σκόρος φούσκωσε από την υπερηφάνεια του για τον πατέρα του, ο φόβος του εξαφανίστηκε, θυμήθηκε το όνομα που του είχε δώσει ο πατέρας του, ίσως να το βροντοφώναζε ηρωικά ενώ τα βέλη των ξωτικών με το σφύριγμα τους θα ανακοίνωναν την άφιξη του θανάτου του, τίποτα πλέον για να χάσεις , σκέφτηκε .
Όταν ο αρχιερέας διέταξε τους κρατούμενους του να αφήσουν την ψηλή κουβέντα , ξαφνιάστηκε όταν είδε και τα δύο κεφάλια να γυρνάνε με ορμή και με μάτια που πέταγαν σπίθες, είδε θράσος και θάρρος ίσως? αναρωτήθηκε , όπως και να χε και τα δύο τον εξόργισαν , χοντροκέφαλοι πεισματάρηδες, ψωροπερήφανοι νάνοι.
«αυτά τα ξίφη που έχεις στην κατοχή σου νεαρέ πρέπει να σου αφαιρεθούν, δεν ξέρεις ποιον κίνδυνο φέρουν.» είπε ο ιερέας. Ο νάνος παρατήρησε την Μίνα κριμένη πίσω από τον θρόνο του αρχιερέα με μάτια που γυάλιζαν και να μασάει τον νύχι της από την ανησυχία, αυτό δεν ήταν καλό. Ο νάνος δεν απάντησε. Ο Λάκας φάνηκε να εκνευρίζετε.
«Έρχονται κάτι αναφορές από το Μπίρβιλ ότι δεν κάνεις και την καλύτερη χρήση αυτής της δύναμης …» είπε όλο νόημα.
«Δεν μπορούμε να αφήσουμε μια τέτοια δύναμη σε κάποιον ανεύθυνο , η χρήση για κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ωφελήσει πολύ τις δυνάμεις του καλού.» Ο Σκόρος είχε αρχίζει να βράζει , το ίδιο και Μάθιου, για μια ακόμα φορά ήθελαν να τον εκμεταλλευτούν.
«Πες του να πάει να πεθάνει , πες του το, πες του το!» φώναξε ο Μάθιου στον Σκόρο, και ο θυμός του ενίσχυε τον θυμό του νάνου σε ένα υπέροχο συναίσθημα ισχύος . Τελικά ο Νάνος είπε-
«Όχι!»
«Όχι τι νάνε ?» ύψωσε την φωνή του ο ιερέας και το δέρμα του άρχιζε να κοκκινίζει.
«Αρνείσαι ότι έκανες κακή χρήση αυτής της δύναμης ? πρώτα έκανες το Μπίρβιλ άνω κάτω , έπειτα συναναστρέφεστε με σκοτεινά ξωτικά και σήμερα έσωσες εκείνα τα απεχθή γκόμπλιν και σακάτεψες έναν φρουρό μου.» φώναξε με έναν τόνο μεγαλοπρέπειας που σε έκανε να νομίζεις πως είχε δίκιο. Ο Σκόρος είχε στριμωχτεί, δεν του έρχονταν και κατά νου κάτι βροντερό να πει, έμμηνε σιωπηλός να βράζει στο ζουμί του.
«Λοιπόν νάνε θα αφήσεις την αδερφή Μίνα να αφαιρέσει την κατάρα από πάνω σου?» είπε και η Μίνα ξεπρόβαλε δειλά πίσω από τον θρόνο, συγκρατώντας με δυσκολία τον φόβο της.
«Αν θες μπορείς να με αφήσεις» αποκρίθηκε μεγαλόψυχα ο Μάθιου
«Είσαι ένας καλός άντρας, σε σου αξίζει να κυνηγηθείς για εμένα, ούτε για τον Βής, δεν σε αφορούν τα προβλήματα μας.»
«Δεν είμαι τόσο χαζός ώστε να πιστέψω τα ψέματα του, αρχικά δεν έχω που να πάω, κατά δεύτερον η Μίνα δεν θα ήταν έτσι τόσο φοβισμένη άμα δεν θα μου έκαναν κακό.»
«Αρνούμαι!» ούρλιαξε ο νάνος με το πρόσωπό του κατακόκκινο.
«Εσύ μεγάλε ιερέα που είσαι τόσο καλός κρατάς τον γέρο πατέρα μου και με απειλείς με όλα αυτά τα βέλη, σκότωσες κάμποσα από τα δύσμοιρα γκόμπλιν και ήθελες και τα μικρά τους, ντροπή σου ρε ! σκοτώνεις τα ξαδέρφια σου και θέλεις να με πείσεις ότι θα κάνεις καλή χρήση αυτής της δύναμης, για να πάρεις αυτά τα σπαθιά θα πρέπει να με σκοτώσεις , μόνο έτσι περνάνε από χέρι σε χέρι, αλλά όχι για πολύ γιατί θα ανακαλύψετε το πόσο μαύρες είναι οι ψυχές σας και θα σφαγιαστείτε μεταξύ σας για να πάρετε ο ένας από τον άλλον.»
Όταν τελείωνε αυτήν την φράση ο Σκόρος σήκωσε το χέρι του και έδηξε τον ιερέα με το δάχτυλο σπάζοντας τις αλυσίδες του, προς μεγάλη έκπληξη όλων. Όταν η Φωνή του έσβησε πήρε για απάντηση τέσσερα βέλη πάνω στο χέρι του. Τα μάτια του γούρλωσαν από τον πόνο και τον πανικό, δεν είχε ξανανιώσει κάτι τέτοιο, δεν ήταν πολεμιστής , ένας μαστοράκος ήταν και για τον λόγο αυτό σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα.
Ο Γέρο - Βύρων παρακολουθούσε τόσην ώρα σιωπηλά ,αλλά όταν είδε τον γιό του να σωριάζετε κάτω λογικό είναι να πανικοβληθεί. Έκανε να τον πιάσει, αλλά τα ξωτικά δεν άφησαν τις αλυσίδες.
«Ο έλα τώρα Βύρωνα, δεν έπαθε τίποτα, και εξάλλου έχεις άλλους πέντε? επτά γιους ?» είπε με απάθεια και σαρκασμό ο Λάκας. O Γέρο- νάνος ανάκτησε την αυτοκυριαρχία του και η έκφραση του σκλήρυνε, τα μεγάλα φρύδια του σμίξανε πάνω από την μύτη του σε μια απειλητική μάσκα.
«Σίγουρα δεν θέλεις μόνο αυτά τα ξίφη, θα μπορούσες να μας σκότωνες και να τα έπαιρνες»
«Ναι θα μπορούσα» παραδέχτηκε ο Λάκας ο οποίος είχε ξεχάσει εντελώς την Μίνα που χλόμιασε στο άκουσμα αυτής της φράσης από τον άντρα που ήταν πρότυπο για αυτήν .
«Αλλά ο γιός σου ξέρει για εκείνο τον σκοτεινό ξωτικό, ίσως να ξέρει την κρυψώνα του , ώστε να αφανίσουμε το κακό από αυτό τον κόσμο.»
Ένα μουγκρητό ακούστηκε , ο Σκόρος σηκώθηκε αργά όρθιος. Αμέσως η πόρτα του ναού άνοιξε ,στην πόρτα ξεπρόβαλε ο Τόμπο μαζί με την Θέκλα , φορούσαν δερμάτινες πανοπλίες και είχαν παρέα τους τέσσερα γκόμπλιν .Οι φρουροί στάθηκαν μπροστά τους ,αλλά έφυγαν με ένα νεύμα του Λάκα, όσο πιο πολλά αγαπημένα πρόσωπα τόσο πιο εύκολα θα λύγιζε ο νάνος. Η μικρή ομάδα πήγε και στάθηκε δίπλα στον Σκόρο. Ο ήρωας μας είδε τα μάτια τον φίλων του να τον κοιτούν με ανησυχία για τις πληγές του. Είδε και την μεγάλη χαρακιά που είχε κάνει ο ίδιος στο μάγουλο της Θέκλας .Είδε τα Γκόμπλιν να τον κοιτούν με θαυμασμό, αυτά μάλλον ήρθαν σαν ευχαριστώ, είχαν έρθει όλοι για εκείνον. Στην καρδιά του άναψε μια φλόγα τόσο ευχάριστη. Κοίταξε τον Λάκα άγρια.
«Δεν θα μιλήσω ποτέ!» είπε τελικά ο Σκόρος «ΠΟΤΕ!» ούρλιαξε και άρπαξε τις λαβές από τα ξίφη , βέλη σφύριξαν και το άλλο χέρι του Σκόρου γέμισε με βέλη, αλλά αυτήν την φορά δεν έπεσε τα χέρια του έμειναν ακίνητα να κρατούν τις λαβές από τα ξίφη.
«Μίλα ή τώρα ή ποτέ !» προειδοποίησε ο Λάκας σηκώνοντας το χέρι του για να σημάνει στους τοξότες να ρίξουν.
Σιγή
Ο Σκόρος έβγαλε μόνο έναν ψίθυρο
«Ποτέ ! » και κατέρρευσε μόνος του στο πάτωμα με το αίμα να βγαίνει ανελέητα από τις πληγές του.
Η Μίνα παράτησε το πόστο της και άρχισε και περιποιέται τον φίλο της.
Αμέσως η θερμοκρασία στον ναό ανέβηκε απότομα λες και ήταν καμίνι ένα γουργουρητό ακουστικέ να βγαίνει από το στόμα του γερό Βύρωνα, στην αρχή όλοι νόμιζαν πως έκλαιγε, αλλά το γουργουρητό αυτό άρχισε να δυναμώνει σε έναν βρυχηθμό , τα γένια και τα μαλλιά του Βύρων άρχισαν να αλλάζουν χρώμα, λες και ο χρόνος κυλούσε ανάποδα βάφοντας τις άκρες τους κατακόκκινες προχωρώντας προς την ρίζα.
Τα ξωτικά που κράταγαν τις αλυσίδες τις άφησαν να πέσουν καθώς τα χέρια τους κάηκαν, οι αλυσίδες έκαιγαν. Όλοι τρόμαξαν , το έδαφος τρανταζόταν, ο ξανανιωμένος πλέον νάνος τεντώνοντας τα χέρια του πίσω βρυχήθηκε ξανά με ένταση που έγινε απότομα τόσο μεγάλη όπου πλέον η βοή κάλυψε όλους τους ήχους σαν μια κρυστάλλινη σιωπή που έκανε τον χρόνο να μοιάζει σταματημένος.
Η αλυσίδες πυρακτώθηκαν έλιωσαν και εξατμίστηκαν πριν ακουμπήσουν το έδαφος , η ζέστη έγινε αφόρητη.
«Ριχτέ ηλίθιοι» ούρλιαξε ο Λάκας. Τα βέλη σφύριξαν όλα μαζί σε μια τρομακτική μελωδία που επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Τα βέλη σταμάταγαν όλα στον αέρα ,και ανεξήγητα το πώς , στην μέση τις παρέας φανερώθηκε ο Βής με τα χέρια του ανοιγμένα τα εκτελεί τα ξόρκια του, σταματώντας τα βέλη.
«Δεν σε πειράζει να πολεμήσουμε μαζί αυτήν την φορά έτσι?» είπε ο Βής στον νάνο. Ο Νάνος χαμογέλασε. Η βροχή από τα βέλη τελείωσε . Ο Βύρων πήρε το πολεμικό σφυρί που είχε ο γιος του στην πλάτη του, το σήκωσε ψηλά και βροντοφώναξε –
«Το Όνομα μου είναι Στράνγκλερ Ο Φλογερός …»
«Το Όνομα μου είναι Βησσαρίων Ταιφούν…» φώναξε ο Βής
«Το Όνομα μου είναι Τόμπο Άροου» φώναξε ο Τόμπο
«Το Όνομα μου είναι Θέκλα Η Λυγερή» φώναξε η Θέκλα.
Ακολούθησε κομφούζιο, ακούστηκαν αμέτρητα ξίφη και κοντόσπαθα να ξεθηκαρώνονται και τα Γκόμπλιν που ρώταγε το ένα το άλλο
«Πως με λένε ? πως με λένε?» αλλά μια φωνή κάλυψε όλη αυτήν την φασαρία. Ο Σκόρος ήταν όρθιος με τα σπαθιά στα χέρια.
«Το Όνομα μου είναι Σκόρος Ο…»

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου