Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Κεφαλαίο 20 Αποχώρηση από το βασίλειο τον Γκόμπλιν

Ο Σκόρος Πλέον τα είχε κοπανήσει και αυτός , αποφάσισε πολύ σοφά να πλακωθεί στην τζάμπα μπύρα των Γκόμπλιν μέχρι να γυρίσει ο πατέρας του, με την ελπίδα να μάθει τι του έκρυβε τόσα χρόνια. Βέβαια κάπου στο ενδιάμεσο η αναμονή του έφερε τρομερή δίψα και καταλαβαίνετε ι … ίδιο θα κάνατε και εσείς.
Μέσα στην όμορφη ζάλη του αλκοόλ ο ήρωας μας σκεφτόταν το τι είχε συμβεί, είχε περάσει μόλις μια μέρα από όταν βρήκε τα καταραμένα ξίφη και η ζωή του είχε αλλάξει ριζικά … παίρνοντας μαζί του και πολλούς αγαπημένους του οι οποίοι καλά καλά δεν ήξεραν τι έχει συμβει στον ίδιο. Ο Μάθιου άκουγε τις σκέψης του νάνου σκεφτόμενος ότι αυτός δεν μπορούσε να ανακαλέσει κανένα αγαπημένο πρόσωπο από το παρελθόν του.
«Το λατομείο που μου εμπιστεύτηκε ο άκληρος Γέρο - Ρόφ χάθηκε, το σπίτι μου, η οικογένεια μου ξενιτεύτηκε , το ίδιο ο Τόμπο και η Θέκλα.
Και εδώ που τα λέμε τι θέλει αυτή εδώ ? Τρελή !»
Οι σκέψεις του πλανήθηκαν στο Μελαγχολικό ξωτικό της νύχτας, οι ιστορίες μίλαγαν για έναν μάγο που πέταγε σαν πούπουλο στο άνεμο και μοίραζε τον όλεθρο στο πεδίο της μάχης, αλλά η εικόνα που παρουσίαζε τώρα δεν διέφερε από ένα ξωτικό που το έχουν περάσει με γκρι μπογιά.
Παραδόξως συμπαθούσε τον μάγο αν και τον ξένιζε τόσο η όψη του, η θλίψη που είχε το πρόσωπό του και στην φωνή του όταν μίλησε για την απόλυα της αγαπημένης του έμοιαζε το ίδιο αβάστακτη με την θλίψη του Μάθιου. Δεν ήξερε τι να κάνει αλλά, ένιωθε απελπισμένος, αλλα όχι για πολύ !
«Ανάθεμα !» φώναξε ,ξαναβρίσκοντας θάρρος μέσα του και κοπανώντας κάτω την ξύλινη κούπα του.
«Δεν υπάρχουν πισωγυρίσματα τώρα !» Η καρδιά του κλότσησε το στήθος του . Και έφερε την κούπα του με τέτοια δύναμη στα χείλη του που χτύπησε τα δόντια του και έριξε όλη την μπύρα στην κατακόκκινη μούρη του, πέφτοντας ανάσκελα από το μεθύσι.
«Όσο έχουμε μπύρα , έχουμε ελπίδα ! Δεν θα σπάσω την κατάρα για να κρύβομαι μια ζωή , θα βρούμε τον δαίμονα και θα …»
Κάπου εκεί κατέρρευσε στο ηρωικό του παραλήρημα και κοιμήθηκε δίπλα στον από ώρα σουρωμένο Τόμπο .
Απαλά χέρια σήκωσαν το κεφάλι του Σκόρου από το πάτωμα που είχε γεμίσει μπύρα. Χέρια απαλά σαν τα χέρια μιας μάνας ή σαν τον αφρό μια σταρένιας μπύρας... Η θεά Μπύρα ήταν εκεί στην μορφή μιας μεγάλης γυναίκας , που δεν ήταν πλέον όμορφη, αλλά η τρυφερή της ματιά και η καλοσύνη που ακτινοβολούσε σε συγκινούσαν. Πήρε στα χέρια της το μικρό σώμα του νάνου σαν παιδί που είχε εξαντληθεί από το πολύ παιχνίδι .Ήταν περήφανη για αυτό το τέκνο της, που αν και ήταν χαζό και επιπόλαιο, την είχε συγκινήσει ξανά.
«Έχεις πολλά να δώσεις πίσω σε αυτούς που αγαπάς παιδί μου, μην νιώθεις άσχημα, θα είμαι μαζί σου μέχρι να τελειώσει η περιπέτεια σου .»
«Μου αρέσεις νεαρέ, όπως μου αρέσει το όνομα πους σου έδωσε ο πατέρας σου, γίνε Σοφότερος, γίνε ο καλύτερος σου εαυτός, αλλά και αν αποτύχεις μην τα παρατήσεις ποτέ, να κοιτάς κάτω μόνο για να βεβαιωθείς ότι δεν πετάς στα σύννεφα και να σηκώνεις το κεφάλι σου μόνο για να κοιτάς μακρύτερα και εγώ θα σου δώσω ένα δώρο, μια ευχή που βγει από τα σύψυχα σου. Ο Σκόρος άκουγε τα τρυφερά λόγια και τα χάραξε σε μια όμορφη γωνιά της ψυχής του … και ρεύτηκε σε ευγνωμοσύνη…
Η θεά μπύρα γέλασε και δέχτηκε το –κομπλιμέντο -.
«Και μάλλον ένα ακόμα δώρο , θα απαλλάξω εσένα και τον φίλο σου από τον αυριανό πονοκέφαλο.» είπε χαμογελώντας και παρέδωσε τον νάνο στο κρύο πάτωμα.

Το επόμενο πρωί όταν οι δύο φίλοι σηκώθηκαν έμειναν έκπληκτοι από την διαύγεια που ένιωθαν, ήταν τόσο έκπληκτοι που συμφώνησαν ότι η μπύρα κάνει το καλύτερο μεθύσι και συμφώνησαν ακόμα πως ή υπόθεση σήκωνε ένα ποτηράκι, αλλά και 20 βαρέλια είχαν εξαφανιστεί.
«ΠΟΠΟ μέχρι και τα ξύλα από τα βαρέλια ήπιαμε χτες !» είπε ο Τόμπο.
Αλλά ήταν και ώρα επίσης να μάθουν όλοι την κατάσταση και να παρθούν αποφάσεις για το τι θα έκαναν από κει και έπειτα, έτσι μαζεύτηκαν όλοι οι ήρωες μας για να μιλήσουν. Ο Σκόρος εξήγησε τι του είχε συμβεί και με αποφασιστικότητα που θαύμασε ακόμα και ο ίδιος δήλωσε ότι πλέον ένας ήταν ο δρόμος που θα έπαιρνε , να βρει τον δαίμονα , να ελευθερώσει τον Μάθιου από το μαρτύριο του και να βοηθήσει τον Βησσαρίωνα να σώσει την γυναίκα του. Ο Τόμπο και ο Βής στάθηκαν μαζί του. Όλοι έμμηναν έκπληκτοι από τις ιστορίες του Σκόρου και του Βης, Αν και δίσταζαν, τελικά συμφώνησαν.
Η Μίνα πήρε τον λόγο.
«Δεν μπορώ να εγκαταλείψω δυο φίλους μου σε μια τόσο σκοτεινή περιπέτεια.»
«Μιλάς σαν ιέρεια ή σαν φίλος τώρα ?» ρώτησε ο Βής
«Δεν είμαι σίγουρη αν είμαι πλέον ιέρεια… ο Άνθρωπος που εκτιμούσα τόσο δεν ήταν παρά ένα δειλό και διεφθαρμένο όργανο. Μου είπαν ψέματα για τον πόλεμο των ξωτικών και για πρώτη φορά βλέπω την άλλη όψη του νομίσματος. Δεν μοιάζεις σαν ένα αιμοδιψή όρκ όπως μας έλεγαν…
«Ούτε αυτά είναι !... αν τα γνωρίσεις λίγο καλύτερα, βρισκόμαστε εδώ επειδή τα γκόμπλιν αναγνώρισαν το θάρρος μας, όπως βλέπεις ούτε αυτά είναι τόσο κακά όσο νόμιζες.» είπε κάπως σαρκαστικά.
Αν και η Μίνα είχε μια ανασφάλεια για αυτό, σκεφτόμενη πως ίσως η εγγύηση ενός άλλου πλάσματος της νύχτας , του Βης, τους επέτρεψε να διαμείνουν στην πόλη τους, αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει και την εντελώς διαφορετική εικόνα που έδειχναν τα γκόμπλιν εκεί κάτω.
«Το πρώτο βήμα για ειρήνη ίσως…» σκέφτηκε η Μίνα. Έτσι η Μίνα αποφάσισε να ακολουθήσει τον νάνο και τα δύο ξωτικά.
Αποφάνθηκε ότι θα πήγεναν όλοι μαζί μέχρι το οικογενειακό δέντρο των Άρροου που ήταν κριμένο στο δάσος Μπλέσγουντ πίσω από τα όρη που χώριζαν το Μάραβιλ από την Παουλάνερ. Η Θέκλα ήθελε να ακολουθήσει επίσης , ο Σκόρος ήταν κάθετος και έτσι άρχισε ο καυγάς.
«Αποκλείεται !» είπε ο ήρωας μας. «Δεν άκουσες όσα είπα ? Δεν ήταν ο δαίμονας που διέλυσε τον γάμο, εγώ το έκανα, εσύ τι θές εδώ?»
«Παράτησα τα πάντα, το σπίτι μου, τα αδέρφια μου για να σε βρω!»
«Ωραία με βρήκες, τι θες τώρα αποζημίωση ?»
«Είμαι και εγώ εξόριστη τώρα μαζί με τον Τόμπο»
«Και εσύ ρε ηλίθιε μπεκρή τι την πήρες μαζί σου?» ρώτησε κατακόκκινος ο Σκόρος τον φίλο του.
«Ξέρεις δεν είναι…»
«Σκατά τα έκανες πάλι ! Όπως τότε που μας έδιωξαν από το Μάραβιλ !»
«Δεν φταίω εγώ ! είναι που…»
«Είναι που δεν είχες αφήσει θηλυκό και κρύφτηκες σπίτι μου και μου το έκαψαν εκείνος ο όχλος από κερατάδες ! Ηλίθιε!»
«Ναι αλλά τώρα…»
«Ναι αλλά τώρα που θα ξαναπάμε να εύχεσαι να μην σε θυμούνται !»
«Σκόρε εγώ ήθελα…» ξεκίνησε η Θέκλα βουρκωμένη .
«ΤΙ ?»
«Δεν ήθελα…»
Ο Σκόρος άνοιξε το στόμα του να φωνάξει και πάλι, ένιωθε απίστευτη ικανοποίηση που επιτέλους είχε το πάνω χέρι, ήθελε να την κάνει σκουπίδι , δεν μπορούσε πλέον να τον λυγήσει με το κλάμα της. Ο Βης έσπρωξε βίαια τον νάνο και τον πέταξε κάτω.
«Αρκετά!» φώναξε «δεν σε είχα για άκαρδο και μνησίκακο.» είπε με φωνή βαριά που φανέρωνε την σοφία που είχε μαζέψει από τα 400 χρόνια της ζωής του. Ο νάνος σηκώθηκε νευριασμένος και με πληγωμένο εγωισμό.
«Θέκλα , ο Φίλος μου Ο Βένομους λέει να μην ντρεπόμαστε όταν μιλάμε για αγάπη. Ξέρεις ποιος είναι ? ένας πολεμιστής που το αίμα δεν έχει ξεβάψει από τα χέρια του ακόμα. Άτομα που δεν έχουν χάσει αγαπημένους ξεχνάνε ποσο σημαντικοί είναι.» είπε αγανακτισμένα σκεφτόμενος τους συντρόφους που πλέον ήταν σκιές στην μνήμη του.
Ο νάνος σταύρωσε τα χέρια του. Ίσως και να είχε δίκιο. Ο Βής γύρισε ήρεμα στον Σκόρο.
«Η Θέκλα φίλε μου είναι ένα κορίτσι ακόμα , το μόνο που ήθελε ήταν ο τέλειος γάμος, απλά δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είναι ανέφικτο. Δεν θα ήταν εδώ αν ήθελε έναν απλά να κοκορεύεται για το πόσο τέλειο γάμο έχει κάνει, είναι ένα μάθημα και για τους δύο σας. Διακόσια χρόνια παντρεμένος είμαι…» Ο Βύρων κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και η γυναίκα του τον τσίμπησε στα κρυφά.
Ο Σκόρος κοίταξε την Θέκλα , κάρφωσε το βλέμμα του στην μεγάλη ουλή που της είχε κάνει κάτω από το μάτι, ντροπή για την αχαριστία του και για την ατίμωση που χτύπησε μια γυναίκα και πόσο μάλιστα αυτήν.
Η Θέκλα ακούμπησε την ουλή της και κατάλαβε αμέσως, πήγε δίπλα του.
«Δεν σου αξίζω…»
«Μην το λες …εγώ …»
Και τότε ο ήρωας μας μίλησε χωρίς να σκέφτεται όπως έκανε ο Άκαθαρ χρόνια πριν.
«Όσο θα είμαι ζωντανός και θα έχεις αυτήν την ουλή δεν θα σου αξίζω.» ψιθύρισε ώστε να τον ακούσει μόνο αυτή.
«Περίμενε στο δέντρο των Άρροου Θέκλα.»
Ο ήρωας μας πλέον σοφότερος γύρισε την πλάτη στους πάντες και πήγε να ετοιμαστεί για την αναχώρηση. Και αν το προσέξατε είπε –περίμενε- και όχι –πήγαινε-. Τελικά πάλι σε τούμπαρε σκληρέ Σκορε.

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Κεφάλαιο 19 Αποφάσεις

Μεγάλη συγκίνηση το να πετάει κανείς στην πλάτη ενός δράκου, αλλά και μεγάλη τρομάρα για κάποιον που βλέπει την ζωή από το ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά. Ο Βύρων είχε γραπωθεί από τις φολίδες του Θόρν και παρακαλούσε να μην γλιστρήσει. Σενάρια καταστροφής έπαιζαν στο μυαλό του.
Αρχικά γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα και τσακιζόταν… αυτό ήταν το πιο αισιόδοξο σενάριο.
Παραλλαγή πρώτη : Ο Βύρων γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα και τσακιζόταν .Ο Δράκος το καταλάβαινε πιο μετά και αποφάσιζε να τον φάει ώστε να μην πάει χαμένος.
Παραλλαγή δεύτερη : Ο Βύρων γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα … στην αρχή, γιατί μετά ο δράκος πάνω στην τρομάρα του να τον σώσει τον αρπάζει στα γαμψώνυχα του και τον συνθλίβει.
Παραλλαγή Τρίτη : Ο Βύρων γλίστραγε , ο δράκος δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα … στην αρχή, γιατί μετά ο δράκος πάνω στην τρομάρα του να τον σώσει τον αρπάζει στα γαμψώνυχα του και τον συνθλίβει και μετά τον τρώει. Οι παραλλαγές δεν είχαν τελειωμό, την μια ο δράκος τον έψηνε και τον έτρωγε, μια τον έτρωγε ωμό, μια τον έκανε μπλού και μετά ο δράκος ήθελε κι άλλους νάνους και τρεφόταν μόνο από αυτούς και πάει λέγοντας. Ευτυχώς η Αβεντίνους φάνηκε στον ορίζοντα και ο δράκος προσγειώθηκε.
«Εδώ οι δρόμοι μας χωρίζουν Βύρων.» είπε ο Δράκος και σχεδόν ξάπλωσε κάτω ώστε να κατέβει ο Βύρων από πάνω του.
«Τι θα κάνεις τώρα ?» τον ρώτησε ο Βύρων.
«Θα γίνω σοφότερος… είναι μάλλον καιρός να εκμεταλλευτώ διαφορετικά την αθανασία μου.»
ο νάνος δεν απάντησε
«Θα σου πρότεινα να κάνεις το ίδιο και εσύ Βύρων. Αν ήμουν σοφότερος δεν θα έκρυβα τις πληγές μου για να μην πληγώσω τον εγωισμό μου και τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί.» είπε με θλιμμένο τόνο το κτήνος .
«Να μετανοείς, αλλά να μην μετανιώνεις.» είναι αυθόρμητα ο Βύρων.
Ο δράκος εκνευρίστηκε, δεν ήταν ακόμα τόσο σοφός ώστε να παίρνει συμβουλές από έναν θνητό, ξεφύσηξε ενοχλημένος, αλλά έπειτα το παραδέχτηκε στον εαυτό του και κοίταξε τον νάνο σαν ίσο στα μάτια. Περηφάνια έλουσε τον Βύρων όπου τα λόγια του άγγιξαν τον αθάνατο.
«Αλλιώς δεν θα ήσουν αυτός που είσαι!» συμπλήρωσε ο νάνος.

Το χέρι του νάνου κατέβηκε με βία πάνω στο έδαφος.
«Κατάρα!» αναφώνησε.
Ο Βύρων τώρα ήταν και πάλι ο γέρος νάνος με τα λευκά γένια που ήταν πασαλειμμένα με μπύρα και κολλούσαν πάνω του, το πρόσωπο του ήταν κόκκινο, το ίδιο και τα μάτια του. Η Ντροπή τον έπνιγε.
«Εγώ που τόλμησα να συμβουλέψω έναν δράκο.» οι επόμενες αναμνήσεις ήταν πολύ ζοφερές. Ο δράκος έδωσε ένα αποχαιρετιστήριο δώρο στον Βύρων, την δύναμη να δαμάζει τις φλόγες. Ο Βύρων είχε ήδη το στοιχείο της φωτιάς μέσα του και ο Δράκος το αφύπνισε. Ο Κάθε νάνος είχε μέσα του λίγο από κάποιο στοιχείο το οποίο πήγαζε από την εξειδίκευση τους στο υλικό της δουλειά τους, συνήθως της Γής, αλλά σε πιο σπάνιες περιπτώσεις τα άλλα τρία στοιχεία. Η φωτιά ήρθε από το καμίνι του σιδηρουργείου.
Ο Βύρων λοιπόν δεν άργησε να καταλάβει την απίστευτη δύναμη που του είχε χαρίσει ο δράκος. Δυστυχώς όμως δεν φάνηκε σοφός στην χρήση της –έστρεψε το σφυρί του- προς την μεριά της καταστροφής και πήρε μέρος στον πόλεμο των ξωτικών. Σύντομα υπήρξαν ιστορίες για έναν φλεγόμενο πολεμιστή, έπειτα ακούστηκε κάτι για κάποιον Στράγκλερ τον Φλογερό και στα μέσα του πολέμου όλοι ήξεραν και τρόμαζαν στο άκουσμα αυτού του ονόματος. Τα λάφυρα ήταν πολλά ο πόλεμος είχε επιφέρει μια μεγάλη, ματωμένη περιουσία στον Βύρων μέχρι που κατάλαβε ότι ήταν μόνος, Μόνος όπως ήταν ο Θόρν μέσα στην σπηλιά του. Δεν υπήρχε καμία τιμή σε αυτό που έκανε , δεν υπήρχε σεβασμός προς το πρόσωπο του, αλλά φόβος . Πόσους είχε σκοτώσει ? Οι κραυγές των αθώων ήταν αμέτρητες στους εφιάλτες του.
«Να μετανοείς, αλλά να μην μετανιώνεις.»
«Αλλιώς δεν θα ήσουν αυτός που είσαι!»
Τα σοφά τότε λόγια του ηχούσαν γελοία.
«Μακάρι να ήμουν κάποιος άλλος…» είπε ο Βύρων τότε, το ίδιο ψιθύρισε και σε εκείνη την σκοτεινή γαλαρία με τα χέρια να κρύβουν τα μάτια του.


Κάποια μέρα ένας τοξότης λιποτάκτησε, όχι και τόσο σπάνιο φαινόμενο, γιατί πολλά ξωτικά ήταν αντίθετα στον πόλεμο στα ξαδέρφια τους και σέρνονταν με το ζόρι στους ζυγούς. O Βύρων, ή καλήτερα ο Στράνγκλερ ο Φλογερός, πήρε μια μικρή ομάδα από άντρες και έτρεξαν να τον πιάσουν, ο τοξότης άκουγε στο όνομα Στρέη Αρροου, ο πατέρας του Τόμπο. Το κυνήγι κράτησε πολύ. Τα ξωτικά είναι άψογα στο να κρύβουν τα ίχνη τους και έτσι αναγκάστικαν να χωρίζονται μέχρι που ο Βύρων έμινε μόνος του. Κάποια στιγμή ο Βύρων τον βρήκε. Ο Στρέη δεν έχασε χρόνο και το έβαλε στα πόδια και άρχησε ένας αγώνας αντοχής ανάμεσα στον ελαφρύ και ψυλό τοξότη και τον γεροδεμενο νάνο με το βαρύ σφυρί του και τα κοντά του πόδια. Ο Στρέη ήξερε πως οι νάνοι είναι πολύ γρήγοροι αν το θέλουν, αλλα τα κοντά τους πόδια τους αναγκαζουν να κάνουν την διπλάσια προσπάθεια και κουράζονται εύκολα, ετσι δεν τον υποτήμησε καθόλου και έτρεχε σαν σίφουνας με τον κατακόκκινο νάνο να αγκομαχα πίσω του και να χαλάει τον κόσμο με το κουδούνισμα της πανοπλίας του. Ο αέρας φύσαγε κόντρα και έκανε τα αυτιά του Στρέη να βουίζουν, αλλα αυτό ήταν καλό γιατί τα ξόρκια φωτιάς του νάνου δεν μπορούσαν να τον φτάσουν και έπεφταν στα μούτρα του ίδιου καψαλίζοντας τα γένια του. Σύντομα ο νάνος άρχισε να βλαστημάει, σημαδι ότι κουραζόταν. Μετα από λίγο ο Στρέη ένιωσε ότι ο νάνος έμενε πίσω, αλλα μετά άκουσε έναν μεταλικό θόρυβο και με μια κλεφτή ματιά είδε πως έλιπε η θωράκιση των γοφών από τον νάνο .
Μετα από λιγο έλιπαν οι επομίδες, αργότερα ο θώρακας, Ο νάνος είχε μουλαρόσει ! Τέλος ο νάνος έμινε μόνο με το σφυρί του, αλλα και παλι έφτανε στα όρια του. Το ξωτικό φαινοταν ακούραστο και μάλλον θα απορούσε αμα θα πέταγα ακόμα και το σωβρακο του για να ελαφρινει κι άλλο.
Εν τέλει ο νάνος σταμάτησε, σταμάτησε και το ξωτικό. Ο Βύρων ανάσαινε τόσο βαριά λες και θα έμενε στον τόπο.
«Αντιο φονιά…» είπε περιχαρης το ξωτικο και γύρησε την πλάτη του.
«Δεν …είμαι …φωνιάς…» είπε βαριανασαίνοντας ο Βύρων.
«εγω μπορεί να είμαι.» σφύριξε ο Στρέη με φωνή συριχτή σαν τον ήχο που έβγαζε η χόρδή από το τόξο του που σημάδευε τον Βύρων.
«και τι είσαι τότε , κανένας άγιος ? ή μην μου πέις ! είσαι ένας υπέρμαχος του καλού ! σαν τις μπουρδες που λένε οι άνθρωποι ιππότες, οι αστραφτεροι φονιάδες ! ω ναι!» η χορδή τραβήχτηκε κιάλλο.
«για πες τι είσαι νάνε !» φώναξε ο Στρέη. Η ανάσα του νάνου ήταν τρεμάμενη, όχι από κόποση , από ένα στεναχώρια. Ο Νάνος έμοιαζε να είναι έτοιμος να πνηγει στα αναφιλητα. Τα μάτια του είχαν χαθει σε σκιές λύπης και η κάθε ανάσα του ακούγοταν υγρή σαν να κρατούσε τα δάκρυα με πείσμα και μόνο.
«Είμαι ο Βύρων ο Πολύκαρπος …» είπε, ο τοξότης έμινε έκπλικτος τι ήταν αυτό ? Ο άπληστος νάνος τα παράτησε ? αποφάσισε ότι θα πεθάνει από εκείνον ?
«και είμαι μόνος …» συμπλήρωσε ο Βύρων, άφησε το σφυρί του κάτω, γύρησε την πλάτη και έφυγε από την άλλη. Αυτό πια ήταν το κάτι άλλο! Το επόμενο που θα μπορούσε πια κανείς να δεί θα ήταν να ξυρήσει την γενειάδα του.
«Να μου δωσεις αυτό το σφυρί όταν θα το πιάσο από την άλλη του μεριά.» αυτά είπε ο Τόσο τρομερός Στράνγκλερ και άφησε τον Στρέη κάγκελο.
«Που πας ρε ζουμπα! Θα σε σκοτώσω ρε»ούρλιαξε το ξωτικό, αλλά δεν το έκανε, το θέαμα ήταν αξιοθρήνητο ο νάνος ενώ απομακρινόταν έμιαζε με ένα κοντόχοντρο παιδί που δεν το έπαιζε κανεις, και τότε κατάλαβε, ο νάνος δεν τον κηνηγούσε, αλλα δραπέτευε και αυτός. Πέταγε κάτω τα κομμάτια της πανοπλίας του και κάθε κομμάτι που αφερούσε τον έκανε να θημάτε όλο και πιο πολύ πως ήταν ζωή του , πριν η λαχτάρα για πλούτη του κλέψει την ψυχή. Πως ήταν να είναι εκείνος ο νεαρός σιδεράς που είχε παντού φίλους, και τώρα πλέον δεν άντεχε ούτε τον εαυτό του. Ο Στρέη κατάλαβε ότι αυτός ο άντρας μπορεί να είχε τα πλούτη, την δόξα και την δύναμη , αλλα δεν είχε τίποτα πολίτιμο και όπως λέν τα ξωτικά : είσαι πραγματικά πλούσιος όταν δεν μπορείς να μετρήσεις αυτά που έχεις.
«Τελικά … όλα είναι δυνατά…» είπε στον εαυτό του και αποφάσισε να κρατήσει το σφυρί του νάνου, αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία, να αλλάξει και να του το επιστρέψει όταν αποφασίσει να το κρατήσει πάλι από την μεριά της δημιουργίας, αν δεν το έκανε ο νάνος θα έπερνε εκείνο το βέλος στο στέρνο.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Κεφάλαιο 18 Ιστορίες και … Μπύρα.

To κελάρι των Γκόμπλιν φάνηκε να μην είναι και το πιο κρυφό μέρος του κόσμου. Ο Σκόρος όταν έφτασε εκεί βρήκε τον πατέρα του να ψαχουλεύει το πόμολο της πόρτας.
«Διψάμε ?» ρώτησε ο Σκόρος και ο γηραιός νάνος πετάχτηκε στην θέση του κρύβοντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη του.
«Εχμ … Ω έλα τώρα! Τόσα έχουν γίνει τόσα πολλά, μια μπύρα μόνο καλό μπορεί να κάνει!»
Ο Σκόρος δεν απάντησε , απλός έβαλε δύναμη στην πόρτα σπάζοντας την σε ένα σημείο οπού υπήρχε ένας σάπιος ρόζος , το ξύλο σε εκείνο το σημείο ήταν αδύναμο, έτσι αποκόπηκε η πόρτα από την κλειδαριά.
«Μα …» άρχισε ο πατέρας του.
«Σιγά μην την έφτιαξαν μόνα τους τα Γκόμπλιν» του απάντησε ο Σκόρος.
Και όντος το άρωμα που μυρίστηκαν έρχονταν από το άρωμα μπύρας που μόνο οι νάνοι μπορούσαν να φτιάξουν.
«Αχ Μπύρα !» αναφωνήσαν με λατρεία οι νάνοι.
«Αχ Μπύρα!» αντήχησε στο κελάρι. Πατέρας και γιος κοιτάχτηκαν σίγουρα αυτό δεν ήταν αντίλαλος. Με μερικά βήματα ανακάλυψαν τον Τόμπο που ήταν καθισμένος στο πάτωμα και στηριγμένος σε ένα βαρέλι που είχε κάνουλα με μια κανάτα στο χέρι. Ο Τόμπο είχε γίνει σκνίπα, σε αντίθεση με τους νάνους εκείνος ζήτησε να του δώσουν ένα –ποτάκι- και τα γκουβαρντάδικα γκόμπλιν του παραχώρησαν το κελάρι, μπορεί κανείς να αρνηθεί όταν έχει μια ολόκληρη μέρα να πιει μπύρα ?
Ο Σκόρος κατέβασε με μια γουλιά την Μπύρα του. Είχε περάσει μόλις μια μέρα συνειδητοποίησε, και του είχε φανεί αιώνας. Του έλειπε το λατομείο του , του έλειπε η ήρεμη ζωή του, του έλειπε η Θέκλα. Με αυτό το τελευταίο ο Σκόρος απόρησε ,ξαναγέμισε το ποτήρι του και το κατέβασε μονοκοπανιά , εντάξει, πλέον του έλειπε μόνο το λατομείο και η ήρεμη ζωή του και τα βιβλία του , μάλλον κάπου μπερδεύτηκε το μυαλό του. Στο κάτω κάτω η Θέκλα ήταν εκεί.
Βέβαια ο Σκόρος δεν σκοτίστηκε για το τι του έκρυβε η καρδιά του, εκείνη τη στιγμή είχε μια ευκαιρία να πιεί με την καρδιά του, και σύντομα άρχισε να κοντράρει τον πατέρα του και να γελάνε μαζί όπως δεν είχαν κάνει ποτέ παλιότερα. Ακόμα μπορούσε να ρωτήσει τον πατέρα του μερικά πράγματα.
«Πατέρα…» είπε αφού ο γέρο νάνος σκούπιζε την λευκή του γενειάδα από το σαρακοστό ή σαρακοστό τέταρτο ποτήρι μπύρας.
«Πάντα νόμιζα πώς ήσουν ένας απλός σιδεράς, δεν μου είπες ποτέ ότι πήρε μέρος στον πόλεμο των ξωτικών ,ούτε μου είπε για την δύναμη σου να εξουσιάζεις τις φλόγες. Γιατί το έκανες αυτό πατέρα ?»
Ο γέρο Βύρων δεν φάνηκε να χαίρετε με αυτήν την ερώτηση. Το χαμόγελο του έσβησε , λες και δεν είχε πιεί ούτε μια σταγόνα μπύρας, έμεινε για λύγο σιωπηλός για λίγο.
«Ντρεπόμουν…» απάντησε ο βετεράνος του πολέμου.
«Ντρεπόσουν ? που ήσουν ένας ήρωας, που ….» άρχισε να λέει ονειροπόλα και απερίσκεφτα ο Σκόρος.
«ΝΤΡΕΠΟΜΟΥΝ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝ ΕΝΑΣ ΗΛΙΘΙΟΣ.» ούρλιαξε ο Βύρων ,πετώντας το κύπελλο του μακριά.
Ο Σκόρος τρόμαξε, ο Πατέρας του πάντα υπήρξε πολύ ήπιος για να κάνει μια τόσο βίαιη πράξη και να πετάξει το ποτήρι της μπύρας του. Ο Σκόρος ψέλλισε κάτι σαν –γιατί?- στα χείλια του και έμμηνε σιωπηλός περιμένοντας απάντηση από τον πατέρα του. Ο γέρος άντρας φαίνονταν να πονούσε που έφερνε στο μυαλό του εκείνες τις αναμνήσεις. Αρχικά ο Βύρων φαινόταν πως δεν θα μιλούσε καθώς η σιωπή έπαιρνε πολύ σε μάκρος, αλλά η υπομονή του Σκόρου έφερε καρπούς.
«Ρώτα τον φύλο σου τον Βησσαρίων, είναι περήφανος για τα κατορθώματα του στον πόλεμο? Όσο περήφανος είναι αυτός , άλλο τόσο είμαι εγώ.» σιωπή και πάλι. Πλέον μόνο μια χαλασμένη κάνουλα που έχανε μια σταγόνα που και πού μπορούσε να σπάει εκείνη την σιωπή.
«Δεν μπορώ να σου απαντήσω δυστυχώς λεβέντη μου, Μπορώ να σου πω ένα μόνο, ο πραγματικός ήρωας είναι ο πατέρας του Τόμπο, αυτός μου έδηξε τον δρόμο που βαδίζω.» ο βετεράνος σηκώθηκε όρθιος
«Εγώ …» άρχισε να λέει αλλά κόμπιασε, είχε πιεί πολύ μπύρα για την ηλικία του και τα συναισθήματα του είχαν αρχίσει να βγαίνουν ανεξέλεγκτα.
«Πατέρα πρέπει να μάθω!...» είπε ο Σκόρος , αλλά ο Βύρων δεν άκουγε, του είχε γυρίσει την πλάτη και απομακρυνόταν με βήμα γοργό. Ο Σκόρος δεν τον ακολούθησε, ήξερε τον πατέρα του, αν έλεγε όχι το εννοούσε , και εξάλλου το θέμα τον στεναχωρούσε. Σίγουρα σε κάποια στιγμή στο μέλλον ο Πατέρας του θα του απαντούσε.
Ο Βύρων τα είχε κοπανίσει για τα καλά, δεν ήταν πια ένας ρωμαλέος νάνος που θα μπορούσε να γονατίσει ένα βαρέλι μπύρας μοναχός του. Καταριόταν τον εαυτό του που ήθελε να παραβγεί με τον γιό του στο ποτό. Βγήκε από το κελάρι, έστριψε σε μια γωνία και όταν βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος βυθίστηκε στις αναμνήσεις του.
Ο Βύρων ήταν πλέον ένας νέος νάνος , όμορφος με περιποιημένη γενειάδα , στιβαρά μπράτσα , γυμνασμένο από την δουλειά κορμί και έξυπνα μάτια. Είχε την ηλικία το γιού του , εικοσιπέντε με τριάντα , νιάνιαρο αν σκεφτείς ότι οι νάνοι ζουν τριακόσια με τετρακόσια χρόνια.
Εκείνον τον καιρό ειρήνης μετά τον πρώτο πόλεμο των ξωτικών , ο χειμώνας ήταν βαρύς, ανακόπτοντας όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Ο Βύρων εργαζόταν σαν παραγιός σε ένα σιδηρουργείο στη πόλη Έλδορ, η δουλειές πήγαιναν πρίμα , το μέταλλο πουλιόταν πιο πολύ και από ζεστά ψωμάκια, όπλα , πανοπλίες, ασπίδες, βέλη, πέταλα αλόγων, πόρπες και άλλα πολλά. Την στιγμή που το καυτό μέταλλο ενός ξίφους τσιτσίριζε στο νερό η πόρτα του σιδηρουργείου άνοιξε. Ο Βύρων προσπάθησε να διακρίνει μέσα από τους ατμούς τον νεοφερμένο στο μαγαζί, έβλεπε σωστά ? μια γυναίκα ? Μια γυναίκα σίγουρα δεν είχε καμία δουλειά σε ένα σιδηρουργείο εκτός και αν το άλογο ή μουλάρι της ήθελε πετάλωμα , βαρετή δουλειά.
«Τι θα θέλατε κυρία?» ρώτησε ευγενικά ο Βύρων , κάτι που κληροδότησε και στον γιο του.
«Πληροφορίες!» ανακοινώσε η γυναίκα με μια φωνή όμορφη, απαλή σαν χάδι ενός ζέφυρου. Ο νάνος σήκωσε το βλέμμα του από την δουλειά του και εξέτασε προσέχτηκα την γυναίκα εκείνη. Ήταν το δίχως άλλος πολύ όμορφη για μια γυναίκα τις ανθρώπινης φυλής. Φορούσε χιτώνα μάγου με λευκό χρώμα και κόκκινο μανδύα από πάνω με το κομψό κορμί να διαγράφετε λυγερό και λεπτό από κάτω. Τα ρούχα ήταν εκλεκτής ποιότητας με χρυσή κλωστή στις ραφές. Τα μαλλιά τις ήταν μαύρα σαν την νύχτα ,αλλά στο φώς γυάλιζαν με ένα ανεπαίσθητο χρώμα του γαλάζιου. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του κόκκινου κρασιού, μαύρα με μια σπίθα κόκκινου.
Ο Βύρων άφησε όπου βρήκε το ξίφος που έφτιαχνε , πλησίασε μαγεμένος την γυναίκα, πίσω του ένα στουπί άρχισε να καίγεται από το πυρακτωμένο μέταλλο που είχε παρατήσει πάνω του ο νάνος.
«Ότι θέλετε αφέντρα!» συμφώνησε ο νάνος που πλέον στέκονταν απέναντι στην γυναίκα, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της ,ο νάνος το δεχτικέ στα χέρια του, αλλά όσο και να ήθελε να φιλήσει εκείνα τα όμορφα λεπτά και λευκά δάκτυλα δεν
έπεσε τόσο χαμηλά, κοίταξε την γυναίκα στα μάτια .(χωρίς να αφήνει το απαλό χέρι της από τα δικά του.) Ασφαλώς αυτή δεν ήταν η αντίδραση που περίμενε η αφέντρα και για αυτό τράβηξε το χέρι της .
«Ψάχνω το λημέρι του δράκου Θόρν » του είπε ψυχρά η γυναίκα.
«Ω! μα κανείς δεν τολμά να πλησιάσει εκεί , ειδικά τώρα που ο δράκος είναι πληγωμένος από τον πόλεμο, γιατί σας νοιάζει ο δράκος κυρία?» ρώτησε ο Βύρων
«αυτό δεν σε αφορά !» απάντησε η μάγισσα αυταρχικά, κάτι που δεν άρεσε στον Βύρων, γιατί να του μιλήσει έτσι ? επειδή ήταν νάνος ? ξιπασμένοι άνθρωποι , της άξιζε ένα καυτό λεπίδι στο λαιμό και ας πάει να πνιγεί αυτή και όλη η μαγεία που ήξερε.
«Τότε δεν με αφορά να σου πω και εγώ …» είπε ο νάνος πετώντας το στήθος του έξω νευριασμένος. Οι δύο τους κοιτάχτηκαν μια στιγμή και έπειτα ο νάνος ρουθούνισε νευριασμένα για να γυρίσει την πλάτη του στην μάγισσα.
«Ξέρεις πώς να πάω εκεί ?» τον ρώτησε η Μάγισσα ενώ εκείνος έπιανε τα σύνεργα του ξανά στα χέρια.
«Ναι !» απάντησε
«Πως θα πάω εκεί ?»
«Πρώτα θα πας στα τσακίδια, θα ρωτήσεις όλους τους ηλίθιους της πόλης και αφού θα ψάχνεις στα τυφλά θα έρθεις εδώ ξανά και θα ρωτήσεις με ΣΩΣΤΟ τρόπο το πώς θα πας εκεί.»
«Άντε στο διάολο νάνε!» είπε η Μάγισσα και βρόντηξε την πόρτα πίσω της.
«Λες και θα πληρωνόμουν ποτέ για πληροφορίες» είπε στον εαυτό του ο Βύρων. Για μια στιγμή ένιωσε λίγο άσχημα, θα μπορούσε να την έκανε να νιώσει άβολα αν έμενε ευγενικός , αλλά τέτοια άτομα μπερδεύουν την ευγένεια με την δουλοπρέπεια και καλύτερα να έβαζε τον πισινό του μέσα στο καμίνι παρά να έδινε τέτοια ευχαρίστηση σε μια τόσο άξεστη γυναίκα.
«Ίσως είχε συνηθίσει να παίρνει ότι ήθελε με την ομορφιά.» της σκέφτηκε ο νάνος. Το σφυρί του κοπάνισε το καυτό μέταλλο , πετάγονταν μερικές παιχνιδιάρικες σπίθες σαν τις σκέψεις του νάνου.
«Την έτσουξε που δεν με τούμπαρε με την γοητεία της…χεχε!» είπε στον εαυτό του ενώ κι άλλες σπίθες πετάγονταν από το καυτό μέταλλο.
«Ίσως αυτό να της συμβαίνει πιο συχνά τώρα τελευταία …χο χο γίνομαι λίγο κακός χο χο» ξανά είπε στον εαυτό του. Βέβαια ο νάνος όσο και να μην το παραδεχόταν είχε γοητευτεί από την γυναίκα , γιατί αν δεν το είχε κάνει, θα σκεφτόταν τι στο καλό θέλει μια μάγισσα στο λημέρι ενός δράκου ? Και δεν θα σκέφτονταν αν θα έρθει πίσω μετανιωμένη να τον καλοπιάνει ώστε να την βοηθήσει.
Το όνομα της μάγισσας ήταν Πέρλιαν και σε αντίθεση με ότι νόμιζε ο Βύρων δεν ήταν μια γυναίκα που θα έπαιρνε ότι ήθελε με ένα απλό γοητευτικό χαμόγελο, ήταν κάτι παραπάνω από ισχυρή μάγισσα, ήταν ένα πραγματικό κτήνος , θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κάνει εκείνον τον οξύθυμο νάνο ένα κομμάτι μέταλλο και να τον πέταγε στο καμίνι του μέχρι να εξατμιστεί, αλλά δεν το έκανε , δεν περίμενε τίποτα άλλο από έναν στουρνοκέφαλο νάνο, οι νάνοι ήταν πολύ περήφανα πλάσματα και αν ένιωθαν πως κάποιος τους υποτιμούσε πείσμωναν σε σημείο να σκάσουν και γάιδαρο.
«Εξάλλου…» σκέφτηκε η Πέρλιαν «ψέματα θα έλεγε ο ζουμπάς, δεν θα είχε ιδέα που βρίσκετε ο Θόρν.»
Η Πέρλιαν ρώτησε παντού γύρω στην πόλη αν μπορούσε να βρει έναν οδηγό για το κρησφύγετο του δράκου, αλλά κανένας δεν τόλμαγε να την οδηγήσει εκεί και δεν μπορούσε να καταλάβει το πώς θα πάει προς τα εκεί, δεν ήταν εξοικειωμένη με τα ταξίδια επί ποδός. Το κακό ήταν πως ο δράκος μετά των τραυματισμό του στον πόλεμο δεν ήθελε κανένα άθλιο ανθρωπάκι ή ξωτικό ή νάνο να τον δει στην άσχημη του κατάσταση και έτσι πάντα έψηνε όποιον απεσταλμένο για δώρα έστελνε το Έλδορ, δράκος ήταν ότι ήθελε έκανε. Σαν αποτέλεσμα κανείς δεν πλησίαζε τον Θόρν. Το χειρότερο όμως ήταν πως η δωρεές και τα δώρα της πόλης έφταναν στον δράκο γιατί υπήρχε ένας που δεν τον πείραζε ο δράκος και για κακή της τύχη αυτός ήταν ο Βύρων ο βοηθός του σιδερά, ο σιδεράς που είχε τσακωθεί μαζί του το πρωί. Έτσι λοιπόν η Πέρλιαν μετά από μια μέρα γεμάτη απογοήτευση και με τους πάντες να της λένε να μιλήσει με τον Βύρων , η μάγισσα ήταν ξανά έξω από το σιδεράδικο του νάνου.
Η μάγισσα ήταν έξω φρενών , δεν ήθελε να ζητήσει από το νάνο καμία χάρη, αλλά την πίεζε ο χρόνος, όλα τις πήγαιναν στραβά , απελπίστηκε και αποφάσισε πως θα κατάπινε τα καπρίτσια του νάνου μέχρι να φτάσει στον δράκο, έκατσε λοιπόν στην ρίζα ενός δέντρου με την λύπη να χαλάει το όμορφο πρόσωπο της και περίμενε να βγει ο νάνος. Ένας καυγάς ακούστηκε από το σιδηρουργείο, πανοπλίες κροτάλιζαν και οι βρισιές πήγαιναν σύννεφο. Βύρων ξεπρόβαλε από το σιδηρουργείο με μια μεγάλη μουτζούρα στην μούρη του και με ένα μικρό σχίσιμο πάνω από το φρύδι κρατώντας ακόμα μια τσιμπίδα στο χέρι, να έκρινε κανείς από το βλέμμα του δεν είχε γίνει ατύχημα.
Ο Βύρων είδε την Πέρλιαν να κάθετε στο δέντρο αμίλητη. Ο Βύρων επιβράδυνε το βήμα του και συνέχισε να κοιτάει την μάγισσα. Το βλέμμα τις ήταν λυπημένο και τον κοίταγε συμπονετικά. Ο Βύρων μετάνιωσε που είχε φερθεί άσχημα στην γυναίκα, μόλις είχε χάσει την δουλειά του ,με έναν άχαρο μάλλον τρόπο ( τόλμησε να ζητήσει αύξηση ) ,αλλά η Πέρλιαν δεν έδειχνε να απολαμβάνει την κακοτοπιά του. Ο νάνος σταμάτησε, κοίταξε μια μέσα στο σιδηρουργείο και μια την γυναίκα, έπειτα πέταξε την τσιμπίδα μέσα στο σιδηρουργείο, από το οποίο ακούστηκε ένα βογκητό, και πήγε και κάθισε δίπλα στην μάγισσα. Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί .
Ο Βύρων κάθισε με τα μικρά του πόδια να ανοιχτά , σαν έναν υπερφυσικό μπέμπη που έπαιζε με τα παιχνίδια του, στήριξε τα χέρια του στο χώμα ώστε να ανασηκώσει τους ώμους του και να κρύψει το κοκκίνισμα στα μάγουλα του.
«Συμκγμνονμη…» μουρμούρισε ο νάνος ντροπαλά.
«πως είπες ?» τον ρώτησε η Πέρλιαν η οποία διασκέδαζε αφάνταστα με τον Βύρων, δεν θα μπορούσε τίποτα να της ήταν πιο βολικό.
«Συγνώμη» είπε ο νάνος πολύ σιγανά.
«εντάξει , πως σε λένε ?» τον ρώτησε η Μάγισσα με την ίδια ένταση και με φωνή παιδιάστικη λες και είναι παιδία που το ένα θέλει να παίξει με το τόπι του άλλου, η μάγισσα το διασκέδαζε, το ίδιο και ο νάνος.
«Είμαι ο Βύρων ο Άνεργος …πλέον» της είπε. Η Μάγισσα γέλασε δυνατά , χάιδεψε τον ώμο του νάνου και με του είπε απαλά.
«Έλα μην στεναχωριέσαι δεν σου κρατάω κακία για το πρωί, σου ζητάω συγγνώμη αν σε πρόσβαλα κιόλας ,αλλά είναι μεγάλη ανάγκη να πάω να βρω τον δράκο.»
«εντάξει» της απάντησε κάπως ντροπαλά.
«Πο-πο πραγματικά είναι πολύ εύκολο» σκεφτόταν από μέσα της η Πέρλιαν.
«Αν με πας στον δράκο θα σε πληρώσω καλά » με τα λόγια της αυτά ο νάνος αναθάρρεψε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και με ένα χαμόγελο πετάχτηκε όρθιος.
« Δεν έχω ανάγκη τα λεφτά σου κυρά.» της είπε. Η Πέρλιαν φοβήθηκε πως ο νάνος είχε ξανά- θιχτεί από κάτι.
«Θα σε πάω χωρίς καμία πληρωμή, αρκεί να με συνοδεύσεις μέχρι την Αβεντίνους ,δεν είναι μακριά , κανείς δεν επιτίθεται σε μια μάγισσα, θα βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον τι λες ?»
«Σύμφωνοι» δήλωσε η μάγισσα, όταν θα γινόταν η δουλειά της μπορούσε να εξαφανιστεί με ένα νεύμα του κεφαλιού της αφήνοντας τον νάνο σύξυλο μαζί με τον Θόρν.
«Λοιπόν ξεκινάμε ?»
«Τώρα ?»
«Έμοιαζες βιαστική…» της απάντησε. Η Πέρλιαν χαμογέλασε, για μια στιγμή ένιωσε μια συμπάθια για αυτόν τον νάνο. Σηκώθηκε όρθια και περίμενε τον νάνο να της πει το σχέδιο του.
«θα πάρω τα μπαγκάζια μου , αλλά πρώτα θα σφραγίσουμε την συμφωνία μας, ο Βύρων έτεινε το χέρι του. Η Πέρλιαν έκανε να το σφίξει ,αλλά ο νάνος αν αυτού πήρε το χέρι του στο δικό του και το γύρισε με την παλάμη προς τα πάνω και της έβαλε μια πέτρα στην χούφτα της.
Η μάγισσα απόρησε ,αλλά αμέσως κατάλαβε, ο νάνος της έδειχνε το παράθυρο του σιδηρουργείο.
«Για να μπορώ να σε εμπιστευτώ …» δήλωσε. Η Πέρλιαν σκέφτηκε πως αυτό που ήθελε ο νάνος να κάνει ήταν μια άσχημη μικρή και ανώριμη πράξη που ήταν …
«Πολύ αναζωογονητικό!!!» παραδέχτηκε λαχανιασμένα ενώ έτρεχε δίπλα στον νάνο που λαχάνιαζε και γελούσε με κακία. Ο ήχος από το τζάμι που έσπαγε γαργαλούσε ακόμα την σκέψη της, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το είχε κάνει στα αλήθεια αυτό χωρίς καν να το σκεφτεί. Μέσα σε λίγα λεπτά οι δύο τους ήταν πάνω σε ένα κάρο που χοροπηδούσε στο ανώμαλο έδαφος με τα εργαλεία του νάνου να κουδουνίζουν, οι κούπες και τα σερβίτσια του να κοίλανε πέρα δώθε μέσα στο κάρο με μερικά να πέφτουν και με κουβέρτες που ανέμιζαν. Η αποχώρηση του Βύρων ήταν πολύ εντυπωσιακή το δίχως άλλο και η φιγούρα του κατακόκκινου γέρο – νάνου σιδηρουργού που έτρεχε ξωπίσω τους βρίζοντας κατακόκκινος με τα λευκά του γένια να μπερδεύονται ήταν το κερασάκι στην τούρτα.
«Ανορθόδοξα, αλλά γρήγορα.» σκέφτηκε η Πέρλιαν «και αυτό είναι το μόνο που μετράει.» κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού της είχε προσθέσει και –διασκεδαστικά-.
Το ταξίδι δεν ήταν πολύ μεγάλο δύο μέρες πορεία με μία διανυκτέρευση στην ύπαιθρο. Ο νάνος ήταν τελικά πιο συνεργάσιμος τώρα και δεν έδειχνε διόλου μετανιωμένος για την γαϊδουρινή συμπεριφορά του. Βέβαια είχε το δίκιο με το μέρος του ,όπως έλεγε ο ίδιος , και ακόμα έλεγε πως ήταν πολύ καλύτερος τεχνίτης από το αφεντικό του και πως το αφεντικό του ήταν και πολύ βλήμα. Ο νάνος τελικά δεν ήταν και τόσο μπούφος όσο φαίνονταν , ήταν πρόσχαρος και ενέπνεε έναν αέρα σιγουριάς και αισιοδοξίας , είχε κερδίσει την συμπάθεια της μάγισσας, μάλιστα εκείνη είχε αποφασίσει να τον στείλει στην Αβεντίνους μέσα από τα μονοπάτια της μαγείας.
Τελικά έφτασαν στην σπηλιά του Θόρν , τα περίχωρα ήταν κατακαμένα κάτι που δεν παραξένεψαν κανέναν από τους δυο. Ο δράκος ήταν αρκετά κακόκεφος μετά τον τραυματισμό του και δεν ήθελε κανένας θνητός να τον δει στην κατάσταση του. Στην Πέρλιαν γεννήθηκε η περιέργεια πως αυτός ο νάνος ήταν ο μόνος που δεχόταν ο Θόρν, εκ πρώτης όψεως δεν μπορούσε δει τι έκανε τον Βύρων τόσο ξεχωριστό.
«Σταμάτα εδώ.» την διέταξε ο νάνος .
«Γιατί ?» τον ρώτησε « ο Θόρν δεν θα με έβλαπτε…»
«και δεν μπορεί» συμπλήρωσε τον εαυτό της από μέσα της.
Ο νάνος δάγκωσε το χείλος του σαν να ντρεπόταν.
«Ε.. να ας πούμε ότι είναι αντρική δουλειά.» η Πέρλιαν γέλασε με τα λόγια του νάνου, αλλά με το μυαλό στην αποστολή της το γέλιο της έσβησε από τα χείλια της.
«Αν σου πω να περιμένεις εσύ εδώ ? τι θα κάνεις?»
«θα αρνηθώ βέβαια!» της απάντησε. Η μάγισσα δεν ήθελε να κάνει τον νάνο να ξανά πεισμώσει οπότε συμβιβάστηκε.
Ο νάνος προχώρησε με ένα δεματάκι στα χέρια του , το άφησε λίγο πριν την είσοδο της σπηλιάς και γύρισε να κοιτάξει την Πέρλιαν.
«Πιο μακριά !» της είπε , η μάγισσα έκανε μερικά βήματα πίσω
«γύρνα από την άλλη!» της ξαναείπε η μάγισσα δεν κατάλαβε ,αλλά δεν είχε χρόνο για τις βλακείες του νάνου και υπάκουσε.
«Άρχοντα Θόρν…» άκουσε αχνά και ευγενικά την φωνή του νάνου και έσκασε ένα χαμόγελο με την δουλοπρέπεια στην φωνή του νάνου. Το χαμόγελό της πάγωσε όταν άκουσε τον ήχο από μια λαίλαπα φωτιάς.
Αμέσως γύρισε και είδε μια αχνή φιγούρα να είναι παγιδευμένη σε μια τεράστια ακτίνα φωτιάς που έβγαινε από την σπηλιά. Πριν το καταλάβει είχε φτάσει στην είσοδο της σπηλιάς με την καρδιά της να κτυπάει τρελά.
«Βύρων !» φώναξε ενώ η φλόγες συνέχιζαν να καλύπτουν τον φίλο της.
Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της ενώ παρατηρούσε από μια ασφαλή απόσταση.
Το θηρίο έκλισε τα σαγόνια του και η λαίλαπα εξαφανίστηκε όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. Ο νάνος έστεκε στην είσοδο της σπηλιάς.
Η Πέρλιαν έτρεξε προς τον νάνο χωρίς να πιστεύει ότι ήταν ζωντανός.
Ο νάνος από την άλλη με το που την είδε έβαλε μια γελοία τσιρίδα λες και ήταν κοριτσόπουλο και άρχισε να κρύβει τα απόκρυφα του.
«Σου είπα να κοιτάς από την άλλη !» φώναξε κατακόκκινος από ντροπή.
Τότε η Πέρλιαν κατάλαβε ότι ο νάνος ήταν ολόγυμνος, τα ρούχα του είχαν καεί, αλλά εκείνος ήταν ακέραιος. Ο νάνος βούτηξε το δεματάκι και έβγαλε από μέσα μια αλλαξιά ρούχα. Η Πέρλιαν στράφηκε προς το εσωτερικό της σπηλιάς που ήταν ολοσκότεινο.
«Δεν το ήξερα ότι ήσουν τόσο βίαιος αδερφέ.» φώναξε με ένταση .
«Α δεν πειράζει έτσι χαιρετά ο Θόρν.» φώναξε ο Βύρων
«μια στιγμή.. είπε αδελφέ?»
«Πέρλιαν τι κάνεις εδώ ?» ακούστηκε η βροντερή φωνή του θηρίου.
Ο Βύρων προχώρησε στην σπηλιά και είδε κάτι το μοναδικό, η Πέρλιαν είχε αγκαλιάσει στοργικά το ρύγχος του δράκου και τον χάιδευε.
Ο Δράκος ήταν ένα τρομερό πλάσμα, αλλά μόνο αυτοί που είχαν αρκετό θάρρος και τύχη μπορούσαν να καταλάβουν την ομορφιά τους. Το μεγάλο του κεφάλι είχε το μέγεθος ενός βαρελιού που κατέληγε σε έναν λαιμό μήκους δύο μέτρων και το κορμί του ήταν δυνατό με τέσσερα μεγάλα πόδια που ήταν εξοπλισμένα με δυνατά νύχια, τα φτερά του ήταν πελώρια, αλλά τα φτερά του Θόρν ήταν σπασμένα και σκισμένα που κρέμονταν από το κορμί του σε μια μίζερη στάση.
«Δεν θα σε άφηνα ποτέ έτσι ..»
«Αυτός ο απαίσιος νάνος είναι άτρωτος από την φωτιά μου , με ντροπιάζει που το βλέμμα του πέφτει απάνω μου, σκότωσε τον.»
«Ο Βύρων με έφερε σε εσένα , του χρωστάς μια χάρη.» με τα λόγια αυτά το σώμα της Πέρλιαν άρχισε να λάμπει. Η λάμψη έγινε τόσο δυνατή που τα μάτια του Βύρων πόνεσαν ,όταν τα μάτια του ξαναπροσαρμόστηκαν μπορούσε πλέον να αντικρίσει δύο δράκους. Η δράκαινα που έβλεπε είχε πανέμορφες κόκκινες φολίδες που γυάλιζαν ακόμα και στην σκοτεινιά της σπηλιάς. Η διαφορά ανάμεσα στον τσακισμένο και στον υγιή δράκο ήταν τεράστια ο Βύρων ένιωσε τέτοιο δέος λες και κάποιος θεός ήταν παρών.
«Ας μην χάνουμε χρόνο, θα σε θεραπεύσω με την μαγεία μου αδερφέ.»
«Είναι μάταιο τα τραύματα αυτά είναι πολύ παλιά Πέρλιαν.»

Δυστυχώς όντος ήταν μάταιο. Κανένα ξόρκι δεν μπορούσε να πιάσει στα πολυκαιρισμένα τραύματα. Επί τέσσερις μέρες η δράκαινα προσπαθούσε ασταμάτητα. Ο Βύρων προσφέρθηκε να βοηθήσει, αν μπορούσε, αλλά οι δράκοι τον αγνόησαν. Τον είχε συγκινήσει η αδερφική αγάπη που είχαν αυτά τα αρχαία όντα που γεννήθηκαν από το ίδιο αυγό. Την πέμπτη μέρα η δράκαινα κατέρρευσε. Δεν είχε καταφέρει τίποτα και είχε απελπιστεί. Ο Θόρν γινόταν όλο και πιο αδύναμος, τις τελευταίες μέρες ούτε που μιλούσε μόνο ανάσαινε βαριά , ο θάνατος πλέον κάλυπτε απειλητικά τον κάποτε μεγαλόπρεπο Δράκο όπως η θολές φολίδες του κάλυπταν το σώμα του. Η Πέρλιαν βαριανάσαινε δίπλα του εξαντλημένη με το ρύγχος της να ακουμπά στο δικό του, και ο Βύρων παρακολουθούσε με αγωνία και στεναχώρια δίχως να μπορεί να δικαιολογήσει το ενδιαφέρον του.
Η αδύναμη φωνή του Θόρν έσπασε την σιωπή της σπηλιάς.
«Πέρλιαν μάλλον έφτασε η ώρα… μου αρκεί που είσαι δίπλα μου…»
Αυτά ήταν τα μόνα λόγια του Θόρν, ο δράκος απλός περίμενε το τέλος.
Η δράκαινα πετάχτηκε όρθια κάνοντας το έδαφος να σειστεί.
«Όχι!» ούρλιαξε ενώ ένιωθε την καρδία του αδερφού της να χτυπάει όλο και πιο αργά μια καρδιά που κανένα πλάσμα δεν μπορεί να μην αγαπήσει. Η Πέρλιαν τίναξε το κεφάλι της και βρυχήθηκε θυμωμένα . Το πανέμορφο κτήνος κρέμασε το κεφάλι του με οδύνη και τότε Τα Δάκρυα Του Δράκου πότισαν το έδαφος.
«Θα σας απογοητεύσω και τους δυο … Βύρων δεν θα σε πάω στην Αβεντίνους…» ήταν η πρώτη φορά που η δράκαινα του μιλούσε και το έκανε με ευγνωμοσύνη λες και αναγνώριζε τον ενδιαφέρον του .
«και εσύ αδελφέ δεν θα πεθάνεις σήμερα.» συμπλήρωσε.
Αυτό που ακολούθησε ξέσκισε την καρδιά του Βύρων στα δύο. Μέσα σε ένα παίξιμο του ματιού η οροφή της σπηλιάς είχε εξαφανισθεί λες και είχε εξατμιστεί ή εκραγεί με βία , μια άγνωστη απίστευτη δύναμη κόλλησε τον Βύρων στον τοίχο καθηλώνοντας τον να παρακολουθεί ένα φώς που κατέβηκε από τα ουράνια να τυλίγει την δράκαινα κάνοντας τις φολίδες να λάμπουν ασημένιες.
«Ζήσε αγαπημένε μου…» ψιθύρισε την τελευταία της επιθυμία η Πέρλιαν πάνω από το αδύναμο ρουθούνισμα του Θόρν.
«Καρδιά Του Δράκου …σπάσε» φώναξε περήφανα και η Δράκαινα διαλύθηκε σε άπειρα χρυσά ροδοπέταλα που ακολούθησαν την δεσμίδα του φωτός στα ουράνια εκεί όπου αχνοφαίνονταν οι πύλες του πάνθεου. Έτσι λοιπόν , η Πέρλιαν έδωσε την ζωή της για τον αδερφό της, έσπασε την καρδιά της. Κάθε δράκος που το κάνει αυτό μπορεί να πράξει ένα θαύμα , αν είναι θέλημα της καρδιάς του και μόνο. Η καλή αυτή ψυχή συγκίνησε τους θεούς και την αγκάλιασαν παίρνοντας την στον πλάι τους, εκεί όπου πάνε μόνο οι αληθινοί ήρωες και πιστέψτε με είναι πολύ πιο πολλοί από ότι νομίζετε.
Το Σκοτάδι ξανάπεσε. Η Πέρλιαν είχε χαθεί. Ο Βύρων είχε παραλύσει.
Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του , έκλεγε σαν παιδί, δεν είχε δει κάτι τόσο μεγαλόπρεπο στην ζωή του, κάτι τόσο ευγενικό. Ο Θόρν έριχνε κατάρες παντού και θρηνούσε με τον δικό του τρόπο. Τα τραύματα του Θόρν είχαν θεραπευτεί λες και δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον νάνο που έκλαιγε. Το τι ένιωσε ο Θόρν ακριβώς εκείνη την στιγμή καλύτερα να μην το μάθουμε ποτέ. Ο Θόρν πήρε την μορφή ενός νάνου με κόκκινα γένια. Πλησίασε τον Βύρων , τον αγκάλιασε και με το αβάσταχτο ,ακόμα και για κείνον, κενό έκλαψε μαζί του.
«Εσύ θα είσαι ο αδερφός μου τώρα.»

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Κεφάλαιο 17 Το Βασίλειο των Γκόμπλιν

O Σκόρος δεν ήταν καθόλου σίγουρος αν έπρεπε να είχε σώσει εκείνα τα γκόμπλιν. Η ιδέα να μπει σε κλειστό χορό μαζί τους τον τρόμαζε.
«Φαντάσου την μπόχα» σκεφτόταν, αλλά αμέσως ο πόνος από τα βέλη στα χέρια του τον σούβλιζαν υπενθυμίζοντας του πως αν δεν θεράπευε η Μίνα γρήγορα εκείνες στις πληγές όλο και κάποιο κουσούρι θα του έμενε, οπότε ήταν ο πρώτος που πέρασε την μυστική είσοδο για το βασίλειο των γκόμπλιν.
Οι ήρωες, με εξαίρεση των Βής, έμμειναν κατάπληκτοι από αυτό που έβλεπαν. Τα γκόμπλιν μέσα στις στοές δεν ήταν βρόμικα , ούτε υπήρχε δυσοσμία στον αέρα.
«Βγαίνουν έξω βρόμικα για να τα υποτιμάνε» εξήγησε ο Βής «είναι καλό να ξέρεις τις αδυναμίες σου.»
Οι νάνοι θαύμασαν και τα ξύλινα δοκάρια από καστανιά που στήριζαν τις γαλαρίες , τα οποία δοκάρια είχαν την ιδιότητα να τρίζουν πολύ πριν καταρρεύσει μια γαλαρία δίνοντας στα γκόμπλιν την ευκαιρία να φύγουν έγκαιρα. Τα γκόμπλιν δεν ήταν τόσο απολίτιστα όσο νόμιζε ο Σκόρος ,αλλά σίγουρα παρέμεναν αρκετά… χαζά. Δεν υπήρχε ένας συγκεκριμένος ενδυματολογικός κώδικας. Μπορούσες να δεις γκόμπλιν να φοράνε το απλό και παραδοσιακό χιτώνιο από μαλλί που έκλεβαν από τους ανθρώπους ή να φοράνε τα παιδικά ρούχα που έκλεβαν από τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα το η κοινωνία τους να μοιάζει με καλλικατζούρα πράσινων παιδιών που είχαν καταλάβει μια πόλη. Τα Σπίτια τους ήταν καθαρά και με βαμμένους τοίχους, γεμάτα με κλεμμένα αντικείμενα από ανθρώπους ,νάνους, ξωτικά και Σκοτεινά ξωτικά, ναι τα γκόμπλιν δεν ήταν ιδιαίτερα παραγωγική φυλή , γενικά δεν έδιναν δεκάρα για αντικείμενα αξίας, έκλεβαν ότι τους φαινόταν όμορφο και χρήσιμο. Ωστόσο τα γκόμπλιν ήταν η κατώτερη κάστα των ξωτικών, προήλθαν από μια αρχαία κατάρα που έπεσε σε κάποια ξωτικά της νύχτας, και σαν ξωτικά λοιπόν τα γκόμπλιν αγαπούσαν την ζωή και πάνω από όλα την δική τους ζωή που διαρκούσε το πολύ πενήντα χρόνια. Αυτό τα έκανε δειλά χωρίς να είναι ποτέ μια πραγματικά υπολογίσιμη δύναμη.
Και όσο αφορά την εκπαίδευση τους τα γκόμπλιν μάθαιναν να κλέβουν, να κρύβονται και να τρέχουν , αλλά το καλύτερο μαζί τους ήταν οι τρόποι τους, δεν είχαν ντροπή μέσα τους , μίλαγαν μόνο στον ενικό και με λίγα λόγια αλλά με πολλές προτάσεις πολύ γρήγορα. Με αλλά λόγια μπορούσαν να σε κάνουν μανιακό μέσα σε μια ώρα.
Tα γκόμπλιν ακόμα φάνηκαν πολύ φιλόξενα, καθώς παραχώρησαν στην παρέα και ένα κατάληξα που είχε σχετικά ψηλό ταβάνι, τους ήταν καθαρό, είχε εστία για θέρμανση και τα τέσσερα γκόμπλιν, που ονομάζονταν Τοκ, Τοπ, Τορ, Τοτ, έμειναν μαζί τους για να τους βοηθήσουν με ότι χρειάζονταν και να τους δώσουν καθαρά ρούχα (κλεμμένα, Ο γέρο Βύρων αναγνώρισε μερικά εκλιπόντα κομμάτια τις γκαρνταρόμπας του.) . Οι ήρωες μας δέχτηκαν την φιλοξενία με ανακούφιση και πρώτος και καλύτερος ο Σκόρος, που ήταν σε άθλια κατάσταση, πασαλειμμένος με αίμα ,ιδρωμένος , κουρασμένος, με τα χέρια του τραυματισμένα και τα γαμπριάτικα ρούχα του σκισμένα να κρέμονται θλιβερά απάνω του.
Η Μίνα πήρε τον φίλο της σε ένα δωμάτιο να περιποιηθεί τις πληγές του, έδιωξε ευγενικά όλους τους άλλους που ήθελαν να είναι μαζί τους μαζί με τα γκόμπλιν . Η πόρτα έκλισε και ο Σκόρος άκουσε την μητέρα του να λέει στον μικρό αδερφό του Σκόρου πως ήταν ώρα για μπάνιο, μετά ακούστηκε για πρώτη το κλάμα αυτού του τρομερού μπόμπιρα που δεν έκλαψε στην θέα ούτε των φρουρών ούτε των άσχημων γκόμπλιν.
Ο Σκόρος ξαπλωμένος και εξαντλημένος ήθελε πολύ να δει εκείνον τον αδερφό που δεν ήξερε καν την ύπαρξη του . Ένιωσε το δροσερό χέρι της Μίνας πάνω στο μέτωπο του. Ο Σκόρος ένιωσε ανακουφισμένος, οι μελανιές που του είχε κάνει ο Βής στο πρόσωπο άρχισαν να υποχωρούν και σύντομα εξαφανίστηκαν. Δεν ήξερε αν η ανακούφιση που ένιωθε ήταν μέρος της δύναμης που είχε η Μίνα ή αν ήταν απλά η ζεστασιά που ένιωθε μαζί της . Ο πόνος εξαφανίστηκε , και ο ήρωας μας αφέθηκε στο ευγενικό άγγιγμα της ιέρειας . Ο Σκόρος αγαπούσε πολύ την Μίνα και δεν το αρνιόταν στον εαυτό του , αυτός , ο Τόμπο και η Μίνα μεγάλωσαν μαζί , τρία παιδιά από διαφορετικές φυλές , αλλά πότε τα παιδιά νοιάστηκαν για φυλές ? Έπαιζαν μαζί σαν αδέρφια, η Μίνα πάντα φρόντιζε τα αγόρια που σαν μπούφοι έπεφταν πάνω στις τσουκνίδες και οι Μίνα τους έβαζε φύλα από μολόχα πάνω στο χτύπημα ,ναι η Μίνα την είχε την φροντίδα μέσα τις, ήταν ένα πολύ ευγενικό άτομο και ο Σκόρος έπαιζε ξύλο με τον Τόμπο για το ποιος θα την παντρευτεί ( με τον Σκόρο να τραβάει τις δυο τούφες που είχε τότε για γενειάδα που έχανε συνέχεια), οι μεγάλοι γέλαγαν με τα χαριτωμένα καμώματα των παιδιών, ήταν πολύ όμορφα χρόνια. Η Μίνα στα δέκα εισήχθηκε στον κλήρο για να ακολουθήσει τα μονοπάτια της θεραπείας και τα αγόρια στα δεκαέξι χαιρέτησαν την αγαπημένη τους φίλη για να βρουν την τύχη τους στο Μάραβιλ όπου ο Σκόρος έγινε βοηθός ξυλουργού και ο Τόμπο κυνηγός.
Βέβαια εγκατέλειψαν το Μάραβιλ όπως όπως, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τα μάτια του Σκόρου άνοιξαν διάπλατα όταν θυμήθηκε ότι πρέπει να ξαναπάει στο Μάραβιλ.
«Τι έγινε πόνεσες ?» ρώτησε η Μίνα που μόλις είχε τελειώσει με τις πληγές του φίλου της. Ο Σκόρος έπιασε το χέρι της και το ακούμπησε στο στήθος του.
«Σε ευχαριστώ» της είπε ντροπαλά.
«Ο … αφού σε έχω συνηθίσει πλέον» του απάντησε με την καλοσυνάτη φωνή της. «Ξεκουράσου και θα μιλήσουμε μια άλλη φορά» Η Μίνα άφησε το χέρι του φίλου της και σηκώθηκε να φύγει. Αυτό γενικά δεν το περίμενε ο Σκόρος μια ιέρεια δεν αφήνει σχεδόν ποτέ τον ασθενή της αν δεν έχει κάποιον άλλον να επισκεφτεί. Η Μίνα ένιωθε άβολα με τον Νάνο , κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Μίνα !» της είπε όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει.
«Ναι ?»
«Πώς με βρήκες εκείνο το βράδυ ?» την ρώτησε. Καμία απάντηση.
«Τι ένιωσες ?» την ξαναρώτησε ήρεμα. Σιγή. Ο κοπέλα δεν θα του απαντούσε.
«Κακό και οργή ένιωσα να σε τυλίγει, και τρόμαξα για σένα φίλε μου.» απάντησε με ειλικρίνεια.
« Ο Μάθιου δεν είναι κακός» απάντησε ο Σκόρος.
« Δεν ένιωσα τον …- Μάθιου-.» πρόφερε το όνομα με δυσπιστία.
Ο Σκόρος έμμηνε άναυδος.
«Ξεφορτώσου αυτά τα ξίφη.» είπε σταθερά η Μίνα και έκλισε την πόρτα πίσω της.
Ο ήρωας μας πήρε μια κοφτή ανάσα και έμμηνε αμίλητος. Στις Σκιές του δωματίου ήταν κριμένη μια φιγούρα που ποτέ δεν αντιλήφθητε κανείς. Το Σκοτάδι ήταν το στοιχείο του και παρακολουθούσε την σκηνή από την αρχή. Μπορούσε να νιώσει απόλυτα το πώς ένιωθε ο Σκόρος. Μελαγχολικές σκέψεις ξεχείλισαν στο μυαλό εκείνου του πλάσματος που γεννήθηκε για να γίνει όπλο, που πατέρας του ήταν η ίδια η μαγεία ,θυμήθηκε το πόσο ωραίο είναι το αίσθημα της ισχύος και το πόσο χαζό φαίνεται να το αρνηθείς, πόσο εύκολο είναι να αφεθείς , αλλά και πόσο κενός νιώθεις όταν καταλάβεις ότι είσαι μόνος.
«Έχει δίκιο.» ακούστηκε μετά από ώρα ο δαίμονας μέσα στο κεφάλι τους Σκόρου.
«Είσαι ένας καλός νάνος Σκόρε, εγώ έχω πληρώσει τις αμαρτίες μου, πρέπει να με αφήσεις θα πάμε στον Μπόρ και θα βρω την ανάπαυση και εσύ θα ξαναβρείς την ζωή σου.»
«Όχι.» απάντησε ο Σκόρος με το κοφτό του λεξιλόγιο φωναχτά.
«Δεν φταις εσύ, όλοι όσοι κράταγαν αυτά τα ξίφη πάντα υπέκυπταν στην σκοτεινή πλευρά του εαυτού τους στο τέλος , αυτή είναι η μεγαλύτερη κατάρα αυτών των όπλων. Στείλε με επιτέλους να αναπαυτώ!» ο Μάθιου σχεδόν έκλαιγε.
«Αυτό είναι το μόνο εύκολο!» φώναξε μέσα από τα δόντια του ο Σκόρος, πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του και σηκώθηκε όρθιος. Ο Σκόρος άρχισε να ντύνετε.
«Δεν θα τα παρατήσω, που έχω να πάω ? καμία κοινωνία δεν θα με δεχτεί ,αν ώμος σώσουμε την Άυλα και καταστρέψουμε τον άλλον δαίμονα τότε όλο και κάτι καλό θα βγει,
Ο δαίμονας έμμηνε άφωνος ,ίσως από την αποφασιστικότητα που είδε στον νάνο ή επειδή απλά είχε χρόνια να νιώσει ελπίδα.
«Και θα αναπαυτείς ξέροντας πως έχεις κάνει κάτι καλό.»
Ο Μάθιου θα ήθελε να δείξει το πόσο καλό του έκαναν εκείνα τα λόγια αλλά δεν είχε κάποιον τρόπο, η μήπως είχε?
«Θα σε μάθω ότι μπορώ για ότι αντιμετωπίσουμε»
«Καλό!» τον έκοψε ο Σκόρος που δεν σταμάτησε ποτέ να μιλάει στον αέρα.
«Είδα ακόμα που φιλάνε τα γκομπλιν την μπύρα τους.»
«Καλύτερο!» είπε ο Σκόρος και άνοιξε την πόρτα.
Μια στιγμή αργότερα ο Βής γλίστρησε αθόρυβα έξω από το δωμάτιο με παλιές ιστορίες να αναδύονται στην μνήμη του.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

κεφάλαιο 16 Η φυγή

Κανείς δεν άκουσε τι είπε μετά ο Σκόρος , ο νάνος τίναξε τα χέρια του και τα ξίφη χτύπησαν στο πάτωμα κάνοντας έναν τρομακτικό θόρυβο , σκάβοντας το πάτωμα.
Αμέσως το έδαφος σείστηκε ,ο σοβάς και ο στόκος που κάλυπτε τον ναό έσπασε αποκαλύπτοντας το παρελθόν του μετατρέποντας τον σε ένα κατάμαυρο ύμνο στον θάνατο, η ζέστη ήταν αφόρητη και ο άνεμος από τα ξόρκια του Βής μαστίγωνε τους πάντες μέσα στην αίθουσα. Όπλα που έπεφταν στο έδαφος κροτάλισαν και οι φρουροί είδαν το θάρρος αυτής της αταίριαστης παρέας να λάμπει γύρω τους λες και ο Θάλγκαρ ο θεός του θάρρους τους ευλόγησε, δεν άντεξαν τράπηκαν σε άτακτη φυγή , μόνο ο Λάκας έμμηνε παγωμένος στον θρόνο του. Ο Λάκας κοίταξε τρομαγμένος τον τερατόμορφο νάνο , μέσα σε μια στιγμή το γόνατο εκείνου του νάνου ήταν βαθιά μέσα στην κοιλιά του, αίμα έτρεξε από το στόμα του, μια γροθιά σχεδόν σύνθλιψε το σαγόνι του και η Λεπίδα του νάνου άστραψε σαν το τελευταίο φώς τις ζωής του, αλλά ο γερό-Βύρωνας ήταν εκεί να σταματήσει τον γιό του με το δυνατό του χέρι να κρατάει το καρπό του Σκόρου.
Πύρινα μάτια συνάντησαν τα δικά του.
«Θυμήσου το όνομα που σου έδωσα.» είπε σταθερά ο Βύρων. Η Φλόγα έσβησε από τα μάτια του Σκόρου και έσκυψε το κεφάλι του με απογοήτευση, θηκάρωσε τα ξίφη και μίλησε ήρεμα .
«Πως θα μου αφαιρούσες την κατάρα ?» ρώτησε ο Σκόρος. Ο Λάκας έβλεπε με αηδία και τρόμο την μεταμόρφωση του νάνου να υποχωρεί.
Πετάρισε τα μάτια του μια φορά , δεν μπορούσε να απαντήσει, έτρεμε.
«θα σου αφαιρούσαμε την ψυχή» απάντησε η Μίνα αντί για τον Λάκα.
«Υπάρχει και άλλος τρόπος, αλλά σε ήθελε νεκρό, και μόνο αυτός ξέρει αυτόν τον τρόπο.» συμπλήρωσε .
«Και σίγουρα δεν θα προσφερθεί…» είπε ο Βής πλησιάζοντας τον Λάκα.
«Αλλά ίσως μας πει που μπορούμε να μάθουμε…» πρόσθεσε προσπαθώντας να δήξει όσο πιο κακός μπορούσε. Τα μάτια του Λάκα άνοιξαν διάπλατα.
«Στον Μπορ θα πάτε, στο Μάραβιλ. Η βιβλιοθήκη του είναι απέραντη.» είπε γρήγορα ο Λάκας.
«Και πώς θα το ζητήσουμε αυτό το ξόρκι ?» ρώτησε ο Σκόρος.
«Κάθαρση , κάθαρση σώματος.» είπε ο Λάκας τρεμουλιαστά.
Ο Σκόρος κοίταξε τον Βής και την Μίνα, εκείνοι του έγνεψαν πως ήξεραν όλα όσα έπρεπε να μάθουν.
«Ευχαριστούμε , καληνύχτα!» είπε ο Σκόρος στον Λάκας και τον κοπάνισε στο πάνω μέρος του κεφαλιού, ο Λάκας ώμος δεν λιποθύμησε.
Ο Σκόρος τον ξανά κοπάνισε , αλλά και πάλι δεν λιποθύμησε. Τελικά ο Σκόρος είπε:
«Μην κουνηθείς» και τον άφησε στον θρόνο του διπλωμένο από τον πόνο στο στομάχι του.
«Φιγουρατζή!» ακούστηκε ο Μάθιου και αμέσως ακούστηκε πιο αυστηρός.
«Να θυμάσαι δεν γίνεσαι άτρωτος, πρέπει να φύγουμε.»
«Σωστά, πατέρα τι θα κάνεις τώρα?» ρώτησε και μετά ξαφνικά θυμήθηκε
«Πο-πο ! είμαι ο γιος του Στράνγκλερ του φλογερού !»\
«Αμάν ! όντος !» είπε ο Τόμπο με μια χαζή έκφραση στο πρόσωπο του.
«Μην νομίζεις πως είμαστε όλοι περήφανοι για εκείνον τον καιρό.» τους απάντησε ο γηραιός νάνος κοιτώντας τον Βής. Ο Βής έγνεψε με μια λυπημένη έκφραση.
«Αλλά υποτίθεται πως …ο Βής… από δω…σε σκότωσε» άρχισε ο Σκόρος σε μια άβολη ατμόσφαιρα
« δεν έχουμε χρόνο !» πετάχτηκε ο Βής. Αμέσως όλοι αναθάρρεψαν.
«Στο οικογενειακό δέντρο των γωνιών σου Τόμπο!» είπε ο Βύρων. Ακούστηκε ποδοβολητό μπροστά από τις εισόδους του ναού μαζί με όπλα που χτύπαγαν πάνω σε βαριές πανοπλίες.
«Ναι ναι εκεί!» τσίριξαν τα γκόμπλιν όλα μαζί.
«Τι είναι αυτά ?» ρώτησε αγχωμένα ο Σκόρος.
«Χρήσιμα.» του απάντησε ο Βής.
«Είμαστε! Είμαστε ! Είμαστε ! Είμαστε!…»
«Σκάστε !» τα έκοψε ο Σκόρος και κοίταξε τον πατέρα του.
«Το κρησφύγετο είναι πάντα έτοιμο, οι οικογένειες μας είναι ασφαλείς, λέτε να μην τα έχουμε σκεφτεί αυτά δυο λιποτάκτες σαν εμένα και τον πατέρα σου Τόμπο?»
«Τι ?» ο Τόμπο πήρε μια ακόμα πιο χαζή έκφραση.
«Έλα φίλε, σύνελθε πάρε αυτό…» είπε ο Σκόρος και πέρασε το ένα ξίφος στο χέρι του Τόμπο.
«Και πάμε τώρα που είμαστε ζεστοί...»
Ο Τόμπο πήρε το σπαθί στο χέρι του και μέσα στην παραζάλη του δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αυτό βρέθηκε στο χέρι του. Ένιωσε την δύναμη να τον τυλίγει και το δέρμα του άρχισε να χλομιάζει.
«Μην φοβάσαι.» άκουσε τον Μάθιου να του λέει σε έναν απαλό τόνο.
Από το δέρμα του πετάχτηκαν ασημένιες φολίδες και πλαισίωσαν τους πήχεις του ,τους ώμους του και τα καλάμια του , τα ζαρωμένα αυτιά του τεντώθηκαν περήφανα, τα γαλάζια του μάτια άστραφταν γεμάτα δύναμη και από το πίσω μέρος του κεφαλιού του εμφανίστηκαν όμορφα ,στιλπνά μαλλιά που έφτασαν μέχρι την μέση του, ο Τόμπο είχε μεταμορφωθεί σε κάτι…
«Υπέροχο…» μονολόγησε η Μίνα σιγανά.
«Θα κάνουμε ωραία αντίθεση …» είπε ο Σκόρος κάπως πειραγμένος από το σχόλιο τις Μίνας. Ωστόσο ο Βής και ο Βύρων έκαναν την ίδια σκέψη.
«Σέντινελ!»
O Ναός σείστηκε, απέξω ακούγονταν ψαλμωδίες μάγων.
«Θα μας θάψουν ζωντανούς !» τσίριξε ο Λάκας. Ο Βής Γύρισε και τον κάρφωσε με το βλέμμα του και τον σημάδεψε με τα ραβδί του με μια απότομη κίνηση.
«Γιατί τόσο φόβος ?» τον ρώτησε ψυχρά «Ο θάνατος δεν είναι μέρος τις φύσης που λατρεύουμε –εμείς- τα ξωτικά ?»
Τα μάτια του Λάκας άνοιξαν διάπλατα, ξαφνικά χέρια μαγείας τον σήκωσαν και βρέθηκε να αιωρείται στον αέρα λίγο πιο μπροστά από τον θρόνο του. Κοίταξε πίσω με ένα επιφώνημα φόβου και είδε πως πάνω στον θρόνο του είχε μόλις πέσει ένα κομμάτι της σκεπής, αυτό τον μπέρδεψε, κοίταξε τον Μάγο στα μάτια. Η έκφραση του ήταν σκληρή και αλύγιστη.
«Καθυστέρησε τους!» διέταξε ο Βής τον Λάκα και με ένα τίναγμα του χεριού του τα μαγικά χέρια των εκσφενδόνισαν έξω από ένα παράθυρου του ναού.
«Σε συμπαθώ όλο και περισσότερο !» φώναξε όλο ενθουσιασμό ο Σκόρος.
«Άντε σπάστε τον τοίχο, σας καλύπτω.» του απάντησε.
Ο Τόμπο και ο Σκόρος κοιτάχτηκαν , κοίταξαν και τον βαρύ πέτρινο τοίχο.
«Τρελάθηκες ?»
«Κάντο ! Οι πόρτες είναι όλες μπλοκαρισμένες.»
Ο ναός έχασε κιάλια κομμάτια της οροφής του.


Ακούστηκε ένας μεγάλος κρότος και πέτρα που σπάει, οι φρουροί είδαν μια τρύπα να ανοίγει με βία και δύο μορφές ,μια κοντή και μια ψηλή ,να πετάγονται από αυτήν. Ακολούθησε μια ριπή ανέμου να βγαίνει με δύναμη από την τρύπα , σηκώνοντας σκόνη που μείωνε την ορατότητα. Όταν η αμμοθύελλα κόπασε ο ναός ήταν άδειος.
Όλοι έτρεχαν σαν παλαβοί , ακόμη και ο γέρο- Βύρων ακολουθούσε με αξιοθαύμαστο ρυθμό. Ο Τόμπο ήταν ενθουσιασμένος, είχε κοπανήσει όποιον φρουρό του έκοβε τον δρόμο και άνοιξε ένα μονοπάτι για τους υπόλοιπους , δεν μπορούσε παρά να ουρλιάζει από την έκσταση, σύντομα όλοι ήταν έξω από την πόλη.
Ο Βύρων τους οδήγησε στο σημείο όπου είχε καταφύγει η γυναίκα του και τα αδέρφια του Σκόρου, εκεί ήταν και οι γέροι γονείς του Τόμπο.
«Πατέρα δεν θα το πιστέψεις !» του έλεγε ο Τόμπο και συνέχυσε να μιλάει έντονα και με απίστευτα γρήγορο ρυθμό. Ο Σκόρος που τον ήξερε τόσο καλά κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά, στα μάτια του Τόμπο καθρεφτίζονταν μια λαχτάρα μια απίστευτη δίψα. Οι ασημένιες φολίδες δεν έλαμπαν πια, είχαν αρχίσει μάλιστα να παίρνουν το χρώμα τις κοκάλινης πανοπλίας του Σκόρου.
«Δώσε μου το αυτό Τόμπο.» είπε ήρεμα ο Νάνος στον φίλο του με σταθερό βλέμμα, εκείνος ένιωσε έκπληκτος , να το επιστρέψει ? Πότε! Ο Σκόρος τρόμαξε με την έκφραση του φίλου του, ήθελε εκείνο το ξίφος στο θηκάρι του και ως δια μαγείας το ξίφος έφυγε από το χέρι του Τόμπο και πέταξε στο θηκάρι του. Όταν το όπλο έφυγε από το χέρι του, η πανοπλία του κομματιάστηκε και έπεσε ,και μέχρι να φτάσει στο έδαφος είχε γίνει σκόνη. Ο Τόμπο σήκωσε τρομαγμένος το βλέμμα του από το σπαθί στον φίλο του. Τότε κατάλαβε το πώς τον επηρέαζε το ξίφος, ονειρευόταν δύναμη, πλούτη, δόξα, εξουσία. Ο Τόμπο το μονό που είχε ποτέ λαχταρίσει ήταν ένα βαρέλι Μπύρα, άλλαξε την έκφραση του σε ευγνωμοσύνη προς τον φίλο του.
«Καλύτερα τώρα ?» τον ρώτησε ο Νάνος που με χαρά έβλεπε ξανά τον παλιό καλό Τόμπο, τον φίλο που παράτησε την ήρεμη ζωή του για να μοιραστεί μαζί του την ζωή ενός κυνηγημένου.
«Καλύτερα να το αποφεύγουμε αυτό…» πρότεινε με ανήσυχη φωνή ο Μάθιου.
«αν ποτέ χάσεις τα ξίφη μπορείς να τα καλέσεις στα θηκάρια τους, όπως φαίνετε, δεν ξέρω πολλά από τέτοια μαγεία φίλε μου, αλλά καλό θα ήταν να μην μοιράζεις την δύναμη για πολύ, η δύναμη ξυπνάει άγρια ένστιχτα...»
Τα μάτια του Σκόρου έπεσαν αναπόφευκτα στην καυτηριασμένη ουλή στο πρόσωπο τις Θέκλας θυμίζοντας του τα δικά του, χαρίζοντας του ένα ρίγος στην ραχοκοκαλιά του.
«Πρέπει να βιαστούμε το Μπλέσγουντ είναι μακριά, σίγουρα μας ακολουθούν, έχουμε ένα ολόκληρο βουνό να διαβούμε.» έκρωξε ο γέρο Βύρων , βγάζοντας τον από τους συλλογισμούς του.
«Όχι αν πάμε κάτω από το βουνό.» τον έκοψε ο Βής.
«Κάτω ?» ακούστηκαν όλοι παραξενεμένοι.
«Ο Βής αντί να απαντήσει έδηξε τα Γκόμπλιν που έστεκαν χαμογελαστά δίπλα του.
«Θα ήταν τιμή μας ο Σωτήρας των παιδιών μας και οι φίλοι του να περάσουν το όρος της Έρντριγκερ μέσα από τις υπόγειες γαλαρίες μας .» ανακοίνωσε χαμογελαστά (χαμόγελο να το κάνει κανείς ) το Γκόμπλιν που στέκονταν στο κέντρο.
«Σας είπα πως είναι χρήσιμα» είπε αυτάρεσκα ο Βής.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου