Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Nανοπεριπετειες Κεφάλαιο 12

Κεφάλαιο 12
Ξωτικά

Ο πόλεμος των ξωτικών είχε γίνει πριν τρεις αιώνες. Τα ξωτικά, οι ηγέτες των ξωτικών, θεωρούσαν την φυλή τους ανώτερη των άλλων φυλών του Μπέλο και κατεύθυναν τον λαό τους με τέτοιον τρόπο ώστε η πεποίθηση και η φιλοδοξία μερικών ξιπασμένων ευγενών να δηλητηριάσει την κουλτούρα των ευγενικών ξωτικών σε μια κλειστή κοινωνία , περιορίζοντας τις σχέσεις των ξωτικών με τις άλλες φυλές. Οι πόλεις τους δέχονταν μόνο εμπόρους από άλλες φυλές, απαγορεύοντας την διαμονή τους για μόνιμη κατοίκηση, έτσι τα ξωτικά σιγά-σιγά απομονώθηκαν στις πόλεις τους διαστρεβλώνοντας τις αρχές τους, την καλοσύνη, την αγάπη για την φύση, την αγάπη για την ζωή με μια τάση υποβιβασμού των άλλων φυλών ,λόγο τις μικρής διάρκειας ζωής τους και την τόσο περίεργη όψη τους. Θέτοντας σαν σημείο αναφοράς τα δικά τους πρότυπα και μέτρα, έτσι μεγάλωσε η ψαλίδα σε αυτά και την φύση θεωρώντας πως την κατανοούν πλήρως και έτσι κανείς δεν θυμόταν πλέον τους σοφούς που έλεγαν πως η φύση δεν έχει καλό και κακό, άσχημο και ωραίο.
Όσο αφορά την αγάπη για την ζωή, τα ξωτικά κάποτε αγαπούσαν μια καρδιά που χτυπούσε και σέβονταν τον θάνατο σαν μέρος της ζωής, αλλά όχι πλέον, γιατί η ζωή ενός ξωτικού ήταν ανώτερη από τις άλλες, των νάνων, των ανθρώπων και πόσο μάλλον τον Όρκ, των Γκόμπλιν και άλλων άγριων φυλών. Και ο Θάνατος ήταν κάτι μακάβριο πλέον που άξιζε σε αυτές τις άγριες φυλές. Ωστόσο υπήρχαν τα ξαδέρφια τους τα ,ξωτικά της νύχτας , πλάσματα περίεργα σαν την σκιά ενός ξωτικού με χρώμα δέρματος σταχτί και μάτια μαύρα ,πλάσματα που ζούσαν στο σκοτάδι της νύχτας, πλάσματα που είχαν τις παλιές αρχές των ξωτικών που πλέον ήταν ξεχασμένες, αρχές που τα ξωτικά αδυνατούσαν να αναπολήσουν από την απομόνωση τους.
Τα ξωτικά τις νύχτας ήταν πλάσματα νυχτόβια, το φώς της μέρας ήταν οι ώρες που κοιμόντουσαν και η νύχτα ήταν το στοιχείο τους, το φώς των φεγγαριών ήταν χάδι για το δέρμα τους, είχαν οξεία όραση στο σκοτάδι και ζούσαν από το κυνήγι, γιατί σχεδόν κανένα ξωτικό της νύχτας δεν μπόρεσε ποτέ να δουλέψει στο λιοπύρι του χωραφιού, αλλά ωστόσο είχαν καλές σχέσεις με τις άλλες φυλές και ήταν οι καλύτεροι συνοδοί για καραβάνια που ταξίδευαν μεγάλες αποστάσεις και είχαν καλές σχέσεις ακόμα και με τα Όρκ και άλλες άγριες φυλές λόγο της κοινής νυχτόβιας φύσης τους, όλα φαίνονταν να είναι εντάξει. ( Οι άγριες φυλές ωστόσο παρέμεναν εχθροί με νάνους και ανθρώπους.) Τότε όμως τα ξωτικά άρχισαν να νιώθουν ότι απειλούνται. Οι άνθρωποι πλήθαιναν με απίστευτο ρυθμό, το ίδιο και οι νάνοι, οι άνθρωποι μάλιστα σχημάτιζαν ξεχωριστά κράτη με μεγάλη δύναμη και οι νάνοι τους εφοδίαζαν με τα πιο φίνα όπλα και τεχνουργήματα, τα νεότερα ξωτικά έβλεπαν πως οι κλειστή κοινωνία τους παρέμενε απελπιστικά στάσιμη με τις υπόλοιπες –υποδεέστερες- φυλές να ευδοκιμούν και τα κράτη των ανθρώπων να επεκτείνονται μέσα από πολέμους και συνθήκες , αυτό δεν άρεσε στους ηγέτες και στους ευγενής των ξωτικών, σκόρπιες φωνές για τις αρχές των ξωτικών της νύχτας που ευδοκιμούσαν ,άρχισαν να πληθαίνουν , η κοινωνία των ξωτικών απειλούταν με κατάρρευση. Ο τότε Βασιλιάς των ξωτικών έπρεπε να πάρει μια απόφαση , δεν μπορούσαν τα ξωτικά να είχαν κάνει λάθος, δεν ήταν δυνατό τα παραστρατημένα ξαδέρφια τους που είχαν πάρε-δώσε με Γκόμπλιν και Όρκ να ευδοκιμούν με μια τόσο λάθος στάση ζωής. Τα ξωτικά τις νύχτας αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις αρχές τους για τον παράλογο φόβο των ξαδελφών τους και μετά άρχισαν οι θρησκεύτηκες συγκρούσεις που κατέληξαν σε πόλεμο, τα σκοτεινά ξωτικά (έτσι τα ονόμασαν τα ξαδέρφια τους) χρησιμοποίησαν τις Άγριες φυλές για να υπερισχύσουν και τα ξωτικά λύγησαν. Βέβαια τα ξωτικά επιστράτευσαν ανθρώπους και νάνους με το πρόσχημα πως οι Άγριες φυλές και τα σκοτεινά ξωτικά θα καταπατούσαν την γη τους και έτσι άρχισε κάτι σαν παγκόσμιος πόλεμος, ο Μπέλο σχίστηκε στα δύο, σε νυχτόβια πλάσματα και ημερήσια, σε άσπρους και μαύρους, καλούς και κακούς… από την μεριά που το έβλεπε ο καθένας πάντα.
Τα νυχτόβια πλάσματα έχασαν τον πόλεμο καθώς οι οργάνωση απουσίαζε από τις άγριες φυλές αφήνοντας σύντομα τα σκοτεινά ξωτικά μόνα τους να εξολοθρευτούν και σχεδόν (όπως νόμιζαν )να αφανιστούν, τα ξωτικά τις νύχτας δεν εμπιστευτήκαν ποτέ ξανά κανέναν και υποχώρησαν σε υπόγεια καταφύγια. Βέβαια τα ξωτικά υπήρξαν ποτέ το ίδιο ενωμένα, πολλές οικογένειες δεν ενέκριναν έναν τέτοιο κατευθυνόμενο πόλεμο και αποχώρησαν για να μηνούν με τους πάντα χαλαρούς και ουδέτερους νάνους που δεν σχημάτιζαν κράτη, αλλά μικρές πόλεις-κράτη, μια από αυτές ήταν η οικογένεια του Τόμπο.
Το Ντάρκεντ ήταν μια από πολλές υπόγειες πόλεις όπου είχαν αναγκαστεί τα ξωτικά τις νύχτας να καταφύγουν έπειτα από την ήττα τους στον δεύτερο πόλεμο των ξωτικών, ήταν ένα καταφύγιο μέσα στο δάσος που περιέβαλε το Μπίρβιλ. Από εκεί με απόλυτη μυστικότητα προσπαθούσαν να ανακάμψουν , παρακολουθώντας τους νάνους για τυχόν αλλαγές. Το Ντάρκεντ εκτίνονταν σε ένα διαρκώς αυξανόμενο δίκτυο σηράγγων με μυστικές εισόδους. Οι σήραγγες αυτές προχωρούσαν υπογείως και όπου το έδαφος ήταν αρκετά συμπαγές έφτιαχναν θόλους. Στις σήραγγες αυτές δούλευαν οι πάντες, ακόμα και ο σπουδαίος Αρχιμάγος και ήρωας από τον πόλεμο Βησσαρίων Ταϊφούν, δούλευαν ακόμα και οι γυναίκες και μέσα σε αυτές ήταν και η σύζυγος του Βησσαρίων , η Άιλα Στάρλαητ, μια χαριτωμένη Ξωτικιά με ασημένια μαλλιά και μάτια ,αλλά δεν ήταν τόσο όμορφη και πληθωρική όσο την φανταζόταν ο Σκόρος ( όπως οι στρουμπουλές νανίτσες με τα πιασηματάκια τους ) , αλλά η καρδιά της ήταν ζεστή και καλή, με μια ήρεμη προσωπικότητα που ανακούφιζε ,την πονεμένη από τον πόλεμο, καρδιά του μάγου. Αυτή η γυναίκα λοιπόν ανακάλυψε έναν τάφο σε αυτές τις σήραγγες , που ήταν απίστευτα παλιός, ίσως αρχαίος. Μπήκε μέσα μαζί με τους συναδέλφους της. Περιεργάστηκαν τον τόσο απλό τάφο, τίποτα το σπουδαίο, και έτσι τόλμησαν να κοιτάξουν το πτώμα το οποίο ήταν ακουμπισμένο σε έναν βράχο με τα άσαρκα χέρια του να κρατάν μια ζώνη στο στήθος του, η οποία είχε δυο εξαιρετικά σπαθιά περασμένα σε αυτήν. Τα ξίφη έμοιαζαν άθικτα από τον χρόνο, ύποπτο, υπέθεσαν ότι αν είναι μαγεμένα τα ξίφη ίσως να έπρεπε να τα εξέταζε ο Βησσαρίων, ο αρχιμάγος, και έτσι αποφάσισαν να τα πάει η Άιλα σε εκείνον. Η Άιλα δεν δίστασε πήρε την ζώνη στα χέρια της, αλλά το ένα ξίφος γλίστρησε από το θηκάρι, καθώς η κοπέλα δεν είχε ξαναπιάσει κάτι τέτοιο στα χέρια της και χωρίς να το σκεφτεί το σήκωσε αμέσως.

«Και τότε το βασανιστήριο μου ξανάρχισε» πρόσθεσε ψυχρά ο Μάθιου. Η καρδιά του Σκόρου πριν μια στιγμή χτυπούσε δυνατά στο άκουσμα αυτής την τρομερής διήγησης από τον μάγο και τον δαίμονα, αλλά τώρα πλέον η καρδιά του είχε βουλιάξει στην θλίψη τους.

«Μίσος …» γλίστρησε η λέξη από τα λεπτά χείλη της Άιλα.
«Είπες κάτι Άιλα?» ρώτησε ο συνάδελφος της. Μέσα στο κεφάλι της άκουγε τρομακτικές κραυγές από θηρία, θηρία που ούρλιαζαν το ένα στο άλλο.
«Άφησε την!»
«Ποτέ!»
«Σε ικετεύω πατέρα! ΟΧΙ ! Άσε την.» ούρλιαζαν οι φωνές , και το μίσος τους ,ο φόβος και η απελπισία τύλιξε το σώμα της με το παγωμένο της άγγιγμα. Άξαφνα το σώμα τις τεντώθηκε από μόνο του με ένα τεράστιο μούδιασμα στην ραχοκοκαλιά, το κεφάλι της γύρισε να κοιτάξει το λεπτεπίλεπτο χέρι της που κρατούσε το σπαθί και οι σπόνδυλοι στον σβέρκο έκαιγαν.
«Άιλα !» αναφώνησαν οι συνάδελφοι της και οι ανάσες τους άρχισαν να βγαίνουν κοφτές. Η Άιλα την επόμενη στιγμή ένιωσε κάτι ζεστό να περιλούει το στήθος της, αίμα.
«Τι είναι αυτό που βλέπω?» σκέφτηκε . Το σώμα ενός από τους συναδέλφους της ήταν κολλημένο στον τοίχο με το δικό της να έχει καρφώσει το στήθος του με το ένα ξίφος, ήταν… απολαυστικό??? Αναγούλα, φόβος, τρέλα. Ήθελε να ουρλιάξει, να ξυπνήσει από τον εφιάλτη και να κλάψει επί τόπου, αλλά ούτε φωνή ούτε δάκρυα μπορούσε να ρίξει, μπορούσε να δει μονό την αντανάκλαση της στα κενά πλέον μάτια του συναδέλφου της, ένα προσωπείο κάλυπτε το πρόσωπο της και κέρατα εξείχαν από το κεφάλι της, ένα τέρας ! Πανικός την κυρίευσε, ένιωσε ανήμπορη. Ένα ήχος θριάμβου την έκανε να ζαρώσει, αν όντος το έκανε.
«Σειρά έχουν αυτοί που αγαπάς!» ανήγγειλε η φωνή θριαμβευτικά και αμέσως το μυαλό τις πήγε στον Βησσαρίωνα που ανέμελος μελετούσε τα ξόρκια του εκείνην την στιγμή.
«ώστε αυτός είναι!» ξαναείπε
«Μπάσταρδε! , βδέλυγμα» ούρλιαξε μια άλλη φωνή και η Άιλα ένιωσε την οργή του ενός να της καίει το μυαλό μαζί με την απεχθής ικανοποίησης του άλλου που έφερνε μια απαίσια γεύση σάπιας λαχτάρας στο στόμα. Το σώμα της άρχισε να περπατάει, τα υπόλοιπα ξωτικά το έβαλαν στα πόδια. Κάθε στροφή που έπαιρνε ήταν αυτή που οδηγούσε όλο και πιο κοντά στον Βησσαρίωνα, λες και αυτό το πράγμα διάβαζε την σκέψη της. Βγήκε σε ένα θάλαμο που διασταύρωνε πολλές σήραγγες, μερικοί στρατιώτες πετάχτηκαν μπροστά της.
«Α εξαίσια! Γιε μου θα δανειστώ τις δυνάμεις σου αν…» η απάντηση από την άλλη φωνή ήταν μανιασμένη και εντελώς απρεπής. Η μάχη τελείωσε ,αλλά η άλλη φωνή εξακολουθούσε να βρίζει και να κλαψουρίζει αξιοθρήνητα.
Ο Βησσαρίων βγήκε από μια σήραγγα σαφώς αναστατωμένος ,μαζί με το έναν από τους συνάδελφους της γυναίκας του ,κρατώντας ακόμα το βιβλίο μελέτης του στο χέρι .

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου