Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Νανοπεριπέτειες Κεφάλαιο 15 H Δίκη του Ναού

Κεφάλαιο 15
H Δίκη του Ναού

Ο ναός ήταν ένας παλιός ναός του θεού Πέρας , θεός του θανάτου. Σε εκείνους τους ναούς τα ξωτικά της νύχτας χαιρετούσαν τους νεκρούς τους και τους παρέδιδαν στην αγκαλιά του Πέρας . Ο ναός ήταν καμωμένος από μαύρο γρανίτη, είχε ορθογώνιο σχήμα με μια κύρια είσοδο και δυο μικρότερες στα πλάγια κοντά στο μεγάλο βωμό όπου έβαζαν το σώμα του νεκρού .Ακριβώς από πάνω από τον βωμό υπήρχε ένας ημικυκλικός τρούλος που κατέληγε σε έναν γυάλινο τοίχο που τα τζάμια είχαν αποχρώσεις του μπλε. Έτσι το φώς που έμπαινε στον ναό την διάρκεια της νύχτας ήταν πάντα γαλάζιο, σαν το φως από το Μπέλοσιου που λάτρευαν τα ξωτικά της νύχτας.
Αλλά εκείνος ο ναός ανήκε στο παρελθόν πλέον, μετά την νίκη τους τα ξωτικά τον μετέτρεψαν σε ναό του θεού Λέα, πέρασαν τους τοίχους με λευκό στόκο και ζωγράφισαν από πάνω τα δικά τους σύμβολα. Η αρχιτεκτονική των ξωτικών , όλων των ειδών, δεν διέφερε και πολύ οπότε τέτοιες αλλαγές είχαν γίνει πολλές , το μοναδικό χαρακτηριστικό που διέφερε ήταν τα γλυπτά τους, νυχτερίδες, κουκουβάγιες, και άλλα πλάσματα τις νύχτας είχαν πασπαλιστεί με υπερβολικά πολύ στόκο μέχρι να μοιάζουν με περιστέρια, γεράκια και άλλα τέτοια που πρόδιδε αν ο ναός ήταν αυθεντικός ή μεταρρυθμισμένος. Και τέλος εκεί που υπήρχε κάποτε ο βωμός ,τώρα υπήρχε ένας θρόνος, ο θρόνος στον οποίο κάθονταν ο αρχιερέας Λάκας .
Δύο νάνοι στέκονταν μπροστά του αλυσοδεμένοι στα χέρια με τις αλυσίδες να βαστιούνται από δύο ξωτικά στον καθέναν. Ο νεαρός νάνος ψιθύρισε στον πατέρα του.
«Πατέρα την πατήσαμε άσχημα.» είπε με απαισιοδοξία και το βλέμμα του πλανήθηκε με φόβο στους τοξότες που ήταν τοποθετημένοι στους εξώστες του ναού με τα βέλη τους να σημαδεύουν τις καρδιές τους.
Ο γηραλέος νάνους του απάντησε σταθερά χωρίς ίχνος φόβου στις λέξεις τους με το βλέμμα του γενναίο και σκληρό.
«Μην λες τέτοια πράγματα , μην ξεχνάς το όνομα που σου έδωσα.» .
Ο Σκόρος φούσκωσε από την υπερηφάνεια του για τον πατέρα του, ο φόβος του εξαφανίστηκε, θυμήθηκε το όνομα που του είχε δώσει ο πατέρας του, ίσως να το βροντοφώναζε ηρωικά ενώ τα βέλη των ξωτικών με το σφύριγμα τους θα ανακοίνωναν την άφιξη του θανάτου του, τίποτα πλέον για να χάσεις , σκέφτηκε .
Όταν ο αρχιερέας διέταξε τους κρατούμενους του να αφήσουν την ψηλή κουβέντα , ξαφνιάστηκε όταν είδε και τα δύο κεφάλια να γυρνάνε με ορμή και με μάτια που πέταγαν σπίθες, είδε θράσος και θάρρος ίσως? αναρωτήθηκε , όπως και να χε και τα δύο τον εξόργισαν , χοντροκέφαλοι πεισματάρηδες, ψωροπερήφανοι νάνοι.
«αυτά τα ξίφη που έχεις στην κατοχή σου νεαρέ πρέπει να σου αφαιρεθούν, δεν ξέρεις ποιον κίνδυνο φέρουν.» είπε ο ιερέας. Ο νάνος παρατήρησε την Μίνα κριμένη πίσω από τον θρόνο του αρχιερέα με μάτια που γυάλιζαν και να μασάει τον νύχι της από την ανησυχία, αυτό δεν ήταν καλό. Ο νάνος δεν απάντησε. Ο Λάκας φάνηκε να εκνευρίζετε.
«Έρχονται κάτι αναφορές από το Μπίρβιλ ότι δεν κάνεις και την καλύτερη χρήση αυτής της δύναμης …» είπε όλο νόημα.
«Δεν μπορούμε να αφήσουμε μια τέτοια δύναμη σε κάποιον ανεύθυνο , η χρήση για κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ωφελήσει πολύ τις δυνάμεις του καλού.» Ο Σκόρος είχε αρχίζει να βράζει , το ίδιο και Μάθιου, για μια ακόμα φορά ήθελαν να τον εκμεταλλευτούν.
«Πες του να πάει να πεθάνει , πες του το, πες του το!» φώναξε ο Μάθιου στον Σκόρο, και ο θυμός του ενίσχυε τον θυμό του νάνου σε ένα υπέροχο συναίσθημα ισχύος . Τελικά ο Νάνος είπε-
«Όχι!»
«Όχι τι νάνε ?» ύψωσε την φωνή του ο ιερέας και το δέρμα του άρχιζε να κοκκινίζει.
«Αρνείσαι ότι έκανες κακή χρήση αυτής της δύναμης ? πρώτα έκανες το Μπίρβιλ άνω κάτω , έπειτα συναναστρέφεστε με σκοτεινά ξωτικά και σήμερα έσωσες εκείνα τα απεχθή γκόμπλιν και σακάτεψες έναν φρουρό μου.» φώναξε με έναν τόνο μεγαλοπρέπειας που σε έκανε να νομίζεις πως είχε δίκιο. Ο Σκόρος είχε στριμωχτεί, δεν του έρχονταν και κατά νου κάτι βροντερό να πει, έμμηνε σιωπηλός να βράζει στο ζουμί του.
«Λοιπόν νάνε θα αφήσεις την αδερφή Μίνα να αφαιρέσει την κατάρα από πάνω σου?» είπε και η Μίνα ξεπρόβαλε δειλά πίσω από τον θρόνο, συγκρατώντας με δυσκολία τον φόβο της.
«Αν θες μπορείς να με αφήσεις» αποκρίθηκε μεγαλόψυχα ο Μάθιου
«Είσαι ένας καλός άντρας, σε σου αξίζει να κυνηγηθείς για εμένα, ούτε για τον Βής, δεν σε αφορούν τα προβλήματα μας.»
«Δεν είμαι τόσο χαζός ώστε να πιστέψω τα ψέματα του, αρχικά δεν έχω που να πάω, κατά δεύτερον η Μίνα δεν θα ήταν έτσι τόσο φοβισμένη άμα δεν θα μου έκαναν κακό.»
«Αρνούμαι!» ούρλιαξε ο νάνος με το πρόσωπό του κατακόκκινο.
«Εσύ μεγάλε ιερέα που είσαι τόσο καλός κρατάς τον γέρο πατέρα μου και με απειλείς με όλα αυτά τα βέλη, σκότωσες κάμποσα από τα δύσμοιρα γκόμπλιν και ήθελες και τα μικρά τους, ντροπή σου ρε ! σκοτώνεις τα ξαδέρφια σου και θέλεις να με πείσεις ότι θα κάνεις καλή χρήση αυτής της δύναμης, για να πάρεις αυτά τα σπαθιά θα πρέπει να με σκοτώσεις , μόνο έτσι περνάνε από χέρι σε χέρι, αλλά όχι για πολύ γιατί θα ανακαλύψετε το πόσο μαύρες είναι οι ψυχές σας και θα σφαγιαστείτε μεταξύ σας για να πάρετε ο ένας από τον άλλον.»
Όταν τελείωνε αυτήν την φράση ο Σκόρος σήκωσε το χέρι του και έδηξε τον ιερέα με το δάχτυλο σπάζοντας τις αλυσίδες του, προς μεγάλη έκπληξη όλων. Όταν η Φωνή του έσβησε πήρε για απάντηση τέσσερα βέλη πάνω στο χέρι του. Τα μάτια του γούρλωσαν από τον πόνο και τον πανικό, δεν είχε ξανανιώσει κάτι τέτοιο, δεν ήταν πολεμιστής , ένας μαστοράκος ήταν και για τον λόγο αυτό σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα.
Ο Γέρο - Βύρων παρακολουθούσε τόσην ώρα σιωπηλά ,αλλά όταν είδε τον γιό του να σωριάζετε κάτω λογικό είναι να πανικοβληθεί. Έκανε να τον πιάσει, αλλά τα ξωτικά δεν άφησαν τις αλυσίδες.
«Ο έλα τώρα Βύρωνα, δεν έπαθε τίποτα, και εξάλλου έχεις άλλους πέντε? επτά γιους ?» είπε με απάθεια και σαρκασμό ο Λάκας. O Γέρο- νάνος ανάκτησε την αυτοκυριαρχία του και η έκφραση του σκλήρυνε, τα μεγάλα φρύδια του σμίξανε πάνω από την μύτη του σε μια απειλητική μάσκα.
«Σίγουρα δεν θέλεις μόνο αυτά τα ξίφη, θα μπορούσες να μας σκότωνες και να τα έπαιρνες»
«Ναι θα μπορούσα» παραδέχτηκε ο Λάκας ο οποίος είχε ξεχάσει εντελώς την Μίνα που χλόμιασε στο άκουσμα αυτής της φράσης από τον άντρα που ήταν πρότυπο για αυτήν .
«Αλλά ο γιός σου ξέρει για εκείνο τον σκοτεινό ξωτικό, ίσως να ξέρει την κρυψώνα του , ώστε να αφανίσουμε το κακό από αυτό τον κόσμο.»
Ένα μουγκρητό ακούστηκε , ο Σκόρος σηκώθηκε αργά όρθιος. Αμέσως η πόρτα του ναού άνοιξε ,στην πόρτα ξεπρόβαλε ο Τόμπο μαζί με την Θέκλα , φορούσαν δερμάτινες πανοπλίες και είχαν παρέα τους τέσσερα γκόμπλιν .Οι φρουροί στάθηκαν μπροστά τους ,αλλά έφυγαν με ένα νεύμα του Λάκα, όσο πιο πολλά αγαπημένα πρόσωπα τόσο πιο εύκολα θα λύγιζε ο νάνος. Η μικρή ομάδα πήγε και στάθηκε δίπλα στον Σκόρο. Ο ήρωας μας είδε τα μάτια τον φίλων του να τον κοιτούν με ανησυχία για τις πληγές του. Είδε και την μεγάλη χαρακιά που είχε κάνει ο ίδιος στο μάγουλο της Θέκλας .Είδε τα Γκόμπλιν να τον κοιτούν με θαυμασμό, αυτά μάλλον ήρθαν σαν ευχαριστώ, είχαν έρθει όλοι για εκείνον. Στην καρδιά του άναψε μια φλόγα τόσο ευχάριστη. Κοίταξε τον Λάκα άγρια.
«Δεν θα μιλήσω ποτέ!» είπε τελικά ο Σκόρος «ΠΟΤΕ!» ούρλιαξε και άρπαξε τις λαβές από τα ξίφη , βέλη σφύριξαν και το άλλο χέρι του Σκόρου γέμισε με βέλη, αλλά αυτήν την φορά δεν έπεσε τα χέρια του έμειναν ακίνητα να κρατούν τις λαβές από τα ξίφη.
«Μίλα ή τώρα ή ποτέ !» προειδοποίησε ο Λάκας σηκώνοντας το χέρι του για να σημάνει στους τοξότες να ρίξουν.
Σιγή
Ο Σκόρος έβγαλε μόνο έναν ψίθυρο
«Ποτέ ! » και κατέρρευσε μόνος του στο πάτωμα με το αίμα να βγαίνει ανελέητα από τις πληγές του.
Η Μίνα παράτησε το πόστο της και άρχισε και περιποιέται τον φίλο της.
Αμέσως η θερμοκρασία στον ναό ανέβηκε απότομα λες και ήταν καμίνι ένα γουργουρητό ακουστικέ να βγαίνει από το στόμα του γερό Βύρωνα, στην αρχή όλοι νόμιζαν πως έκλαιγε, αλλά το γουργουρητό αυτό άρχισε να δυναμώνει σε έναν βρυχηθμό , τα γένια και τα μαλλιά του Βύρων άρχισαν να αλλάζουν χρώμα, λες και ο χρόνος κυλούσε ανάποδα βάφοντας τις άκρες τους κατακόκκινες προχωρώντας προς την ρίζα.
Τα ξωτικά που κράταγαν τις αλυσίδες τις άφησαν να πέσουν καθώς τα χέρια τους κάηκαν, οι αλυσίδες έκαιγαν. Όλοι τρόμαξαν , το έδαφος τρανταζόταν, ο ξανανιωμένος πλέον νάνος τεντώνοντας τα χέρια του πίσω βρυχήθηκε ξανά με ένταση που έγινε απότομα τόσο μεγάλη όπου πλέον η βοή κάλυψε όλους τους ήχους σαν μια κρυστάλλινη σιωπή που έκανε τον χρόνο να μοιάζει σταματημένος.
Η αλυσίδες πυρακτώθηκαν έλιωσαν και εξατμίστηκαν πριν ακουμπήσουν το έδαφος , η ζέστη έγινε αφόρητη.
«Ριχτέ ηλίθιοι» ούρλιαξε ο Λάκας. Τα βέλη σφύριξαν όλα μαζί σε μια τρομακτική μελωδία που επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Τα βέλη σταμάταγαν όλα στον αέρα ,και ανεξήγητα το πώς , στην μέση τις παρέας φανερώθηκε ο Βής με τα χέρια του ανοιγμένα τα εκτελεί τα ξόρκια του, σταματώντας τα βέλη.
«Δεν σε πειράζει να πολεμήσουμε μαζί αυτήν την φορά έτσι?» είπε ο Βής στον νάνο. Ο Νάνος χαμογέλασε. Η βροχή από τα βέλη τελείωσε . Ο Βύρων πήρε το πολεμικό σφυρί που είχε ο γιος του στην πλάτη του, το σήκωσε ψηλά και βροντοφώναξε –
«Το Όνομα μου είναι Στράνγκλερ Ο Φλογερός …»
«Το Όνομα μου είναι Βησσαρίων Ταιφούν…» φώναξε ο Βής
«Το Όνομα μου είναι Τόμπο Άροου» φώναξε ο Τόμπο
«Το Όνομα μου είναι Θέκλα Η Λυγερή» φώναξε η Θέκλα.
Ακολούθησε κομφούζιο, ακούστηκαν αμέτρητα ξίφη και κοντόσπαθα να ξεθηκαρώνονται και τα Γκόμπλιν που ρώταγε το ένα το άλλο
«Πως με λένε ? πως με λένε?» αλλά μια φωνή κάλυψε όλη αυτήν την φασαρία. Ο Σκόρος ήταν όρθιος με τα σπαθιά στα χέρια.
«Το Όνομα μου είναι Σκόρος Ο…»

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Νανοπεριπέτειες (ή Dwarf Tales :P ) Κεφάλαιο 14 Από το κακό στο χειρότερο

Κεφάλαιο 14
Από το κακό στο χειρότερο


Ο Μάγος είχε τελειώσει την διήγηση του και έστρεψε το βλέμμα του στον νάνο που τόσην ώρα τον άκουγε συνεπαρμένος. Το ξωτικό είχε μιλήσει με ειλικρίνεια χωρίς να παραλείπει τα σημεία που τον γέμιζαν ντροπή , κάτι που κέρδισε τον Σκόρο γιατί σκέφτηκε πως αυτός δεν ήταν σαν τα ψηλομύτικα ξαδέρφια του, ήταν ειλικρινής.
Ο Βής κοίταξε τον νάνο που τα μάτια του ήταν ολοστρόγγυλα από θαυμασμό και απορία.
«Θες να πεις κάτι ?» ρώτησε νιώθοντας τον νάνο να κομπιάζει.
«μπορείς να μιλάς με τα ζώα ?» ρώτησε αυθόρμητα διατηρώντας το βλέμμα του.
«εεε… ναι…» αποκρίθηκε αν και δεν ήταν μια ερώτηση που περίμενε.
«μπορείς να μου μάθεις?» ξαναρώτησε με το ίδιο βλέμμα στο οποίο υπήρχε και η ελπίδα μαζί. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο του Βής.
«Καλά από όλα αυτά, αυτό σε παραξένεψε ?» τότε ο Σκόρος κατάλαβε ότι ήταν εκτός θέματος και άλλαξε την στάση του.
«συγνώμη ,απλός είναι κάτι νέο για εμένα αυτό , έχω διαβάσει τόσες περιπέτειες ,αλλά σε καμία δεν υπήρχε κάτι τέτοιο, ούτε καν στο Τσαμπουκάς και Γκασμάς , τέλος πάντων στο θέμα μας. Πιστεύω ότι ο Μάθιου μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε την Άυλα…»
«Εκείνη θα μας βρει .» ακούστηκε ανατριχιαστική η φωνή του δαίμονα που είχε σιωπήσει για όλο αυτό το διάστημα. Οι θνητοί δεν μίλησαν, ο Βής ένιωσε ένα τράνταγμα από φόβο , ο Σκόρος ίδρωνε στην ιδέα ότι ήταν στόχος για έναν δαίμονα τόσο δυνατό όσο και Μάθιου, και η Μίνα εξέπνευσε τρεμουλιαστά σπάζοντας την σιωπή.
«Άρα εμείς τι κάνουμε ?» ρώτησε ο Σκόρος
«Ετοιμαζόμαστε να τον νικήσουμε» δήλωσε ενθαρρυντικά ο Μάθιου, «πρέπει να πείσετε αυτήν την ιέρεια να σας ακολουθήσει…» ο Σκόρος πήγε να τον διακόψει αλλά ο Δαίμονας συνέχυσε.
« Δεν μπορείτε να δείτε αυτό που βλέπω εγώ, η ψυχή μου είναι βουτηγμένη στο σκότος και μπορώ να διακρίνω την διαφορά μου με την Μίνα, η ψυχή της λάμπει σαν τον Ήλιο, η παρουσία της θα είναι ευλογία για εσάς , θα κλείσει τις πληγές σας και θα θεραπεύσει τις ψυχές σας από τα βάσανα τους, ακόμα όμως βλέπω πως δεν περάσει την δοκιμασία της πίστης ώστε να γίνει μια υψηλόβαθμη κληρικός , μαζί μας θα έχει αυτήν την ευκαιρία.»
«Αρκεί να δεχτεί βέβαια…»μουρμούρισε ο Σκόρος κάτω από τα γένια του.
«θα δεχτεί !» είπε ο Μάθιου απλά.
«Από αύριο θα πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, ο Μάγος θα πρέπει να ξαναβρεί το κουράγιο του, και να κάνουμε αυτόν τον νάνο πολεμιστή.»
«Μα είμαι !» είπε ο Σκόρος με καμάρι, αλλά μετά σκέφτηκε πως μάλλον είχε μια διαφορά το όνειρο του με την πραγματικότητα, καθώς οι εχθροί σε μια μάχη δεν ήταν σαν τις πέτρες που θρυμμάτιζε στο λατομείο για πλάκα.
O Σκόρος ανέφερε τον φίλο του τον Τόμπο που θα τους έβρισκε εκεί όσο πιο σύντομα μπορούσε και τους διαβεβαίωσε για την αξιοπιστία του, δεν υπήρξε καμία ανησυχία και έτσι αποσύρθηκαν για να ξεκουραστούν.
Ο Βής αποφάσισε να πάει στο πάνω μέρος του φάρου ώστε να κοιμηθεί ξανά κάτω από τα αστέρια , κάτι που το είχαν στερήσει στην φυλή του εδώ και τόσα χρόνια. Στην πραγματικότητα δεν θα κοιμόταν, ήταν ένα νυχτόβιο πλάσμα και η απαλότητα της νύχτας θα τον βοήθαγε να σκεφτεί πιο ήρεμα, ακόμα θα κράταγε σκοπιά, κάτι που ο –Πολεμιστής- είχε παραλείψει, δεν τον κατηγορούσε όμως , ήταν πολύ νέος ,και ενθουσιώδης, σίγουρα στο περίφημο – Τσαμπουκάς και Γκασμάς θα διάβαζε μόνο τα σημεία δράσης , σκέφτηκε ο Μάγος με έναν αγνό χαμόγελο.
Ο Σκόρος προσπάθησε να βγάλει τα θηκάρια από πάνω του, αλλά η αγκράφα δεν άνοιγε ,η ζώνη έμοιαζε να είναι ενωμένη με το δέρμα του , ήταν χαλαρή ώστε να περνάνε τα ρούχα του ,αλλά όταν προσπαθούσε να την χαμηλώσει στένευε.
«Να υποθέσω πως δεν θα κοπεί αυτή η βλακεία ε ?» γκρίνιαξε στον Μάθιου.
«Δεν μπορείς να τα αποχωριστείς όσο είσαι ζωντανός, είναι μέρος της κατάρας.» απάντησε μέσα από το κεφάλι του ο Μάθιου.
«Μα κοιμάμαι σαν νεκρός, κάνεις δεν θα το καταλάβει αν τα βγάλω.»
«Μα αφού δεν γίνεται!»
«Ποοοο ! Και πως δηλαδή μου πήρε το ένα ξίφος ο Βής πιο πριν? »
«δεν ξέρω!» είπε ο δαίμονας θυμωμένος
«και πως θα κοιμηθώ με ένα σπαθί στο κάθε πλάι ?»
«Μπρούμυτα !» ανακοίνωσε βαριεστημένα ο Μάθιου.
«Αποκλείεται να με πάρει ο ύπνος έτσι.» είπε στραβώνοντας την μούρη και κοπανώντας τα άχυρα ώστε να στρώσουν καλύτερα. Ξάπλωσε με την μούρη του ακόμα ξινισμένη.
«καταραμένες κατάρες!» μουρμούρισε, έβαλε τα χέρια του πάνω στην
-γοητευτική- κοιλίτσα των νάνων και το κεφάλι έπεσε αμέσως πίσω με το στόμα μισάνοιχτο και το ροχαλητό να βγαίνει ανελέητο.
«Μας έκανε και τον δύσκολο !» σκέφτηκε ο Μάθιου.
«Ευτυχώς που δεν τον παντρεύτηκε εκείνη η νανίτσα» σκέφτηκε ο Βής όταν τον άκουσε από την ταράτσα του φάρου 10 μέτρα πιο ψηλά.


Ο Σκόρος είχε ένα περίεργο όνειρο στον ύπνο του είδε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την φυλή που κατάγονταν , τα μαλλιά της είχαν μια ελαφριά μυρωδιά από μπύρα, και μάλιστα η μυρωδιά έμοιαζε με μία από τις κόκκινες μπύρες που λάτρευε ο Σκόρος. Τα μαλλιά της είχαν μια πορφυρή απόχρωση και το σώμα της ήταν σχετικά κοντό, αλλά πιο ψηλό από τον Σκόρο ,αλλά ήταν αυτό που θα έλεγε ένας νάνος -πετσί και κόκαλο- και αυτό που θα έλεγε ένας άνθρωπος –γεμάτη- . Τα μαλλιά της ήταν σγουρά και μακριά που πλαισίωναν υπέροχα το μακρόστενο πρόσωπο της με τα καλοσχηματισμένα χείλια και τα καταπράσινα μάτια.
Και μάλιστα η γυναίκα αυτή ήταν μέσα στο φάρο οπού ήταν ο Σκόρος.
Ήταν μέρα και ο Νάνος μπορούσε να την δει καθαρά από το φώς που έμπαινε μέσα από τα παράθυρα. Ο Σκόρος την κοίταγε με θαυμασμό, βασικά την κοίταγε σαν χάνος ,πότε στα μάτια και πότε στο βαθύ ντεκολτέ του απλού φορέματός της. Η γυναίκα τον πλησίασε πολύ κοντά στο πρόσωπο λες και θα τον φυλούσε , ο Σκόρος μύρισε την ευωδία που ανάδυαν τα μαλλιά της ,αντιμετωπίζοντας την έντονη ματιά της και το πλατύ χαμόγελο της που έμοιαζε να διασκεδάζει με τον πλέον κατακόκκινο νάνο που προσπαθούσε να ισιώσει τα μαλλιά του με δήθεν αδιάφορες κινήσεις. Η γυναίκα έσπασε την σιωπή με την απαλή φωνή της.
«Ξέρεις γιατί ήρθα εδώ έτσι ?» και το βλέμμα της έδειχνε να μην είναι και τόσο αθώο. Ο Σκόρος αντί να απαντήσει έγινε ένα μπατζάρι με γένια.
«αφού εσύ με κάλεσες , γιατί ντρέπεσαι ?» του είπε και άρχισε να ξεκουμπώνει το φόρεμα της .
«Έλα πιες , το αξίζεις» και πριν καταλάβει τι έγινε το κεφάλι του ήταν ανάμεσα από τα στήθια της και μπύρα έτρεχε στο λαιμό του.
«Μα την Μπύρα!» σκέφτηκε «είναι η θεά Μπύρα η ίδια και πίνω από το σώμα της όπως έλεγε ο μύθος, και…» ο Σκόρος τραβήχτηκε και κοίταξε αναστατωμένος την θεά Μπύρα .
«Μα γιατί όμως να σε καλέσω εγώ ?»
«Γιατί δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο μένος ποτέ μου…» του απάντησε κρύβοντας ντροπαλά τα στήθη της .
« Μα υποτίθεται πως η χαρά θα σε καλούσε ...»
« Δεν έχει μόνο καλά το ποτό αγαπημένε μου…» του απάντησε ναζιάρικα καθώς προσπάθησε να τον ξαναπιάσει , αλλά το χέρι της άγγιξε την λαβή του ξίφους του και αμέσως τραβήχτηκε με μια διαπεραστική τσιρίδα σαν να την ζεμάτισε το μέταλλο , και τότε ο Σκόρος άνοιξε στα αλήθεια τα μάτια του για να δει την Μίνα από πάνω του με το ένα χέρι να κρατάει το άλλο σαν να την πονούσε. Είχε ξημερώσει και θα πρέπει να ήταν αργά το πρωί . Η Μίνα είχε ένα αναστατωμένο ύφος που έμοιαζε με φόβο και έγνοια μαζί.
«Α….» άρχισε να λέει εντελή μετά από μια μικρή σιωπή ,αλλά ο Σκόρος την διέκοψε.
«Σσσσσς! Υπάρχουν και άλλοι εδώ, φώναζε με, με το μικρό μου.»
«Σκοράκο !» κατέληξε χρόνια είχε να το ακούσει αυτό το προσφώνημα που μόνο αυτή η κοπελίτσα από τα παιδικά του χρόνια τον φώναζε έτσι.
Και τότε η Μίνα άρχισε να μιλάει με έναν απίστευτο ρυθμό τρόμου που δύσκολα θα την καταλάβαινε κανείς.
«Χθες ένιωσα την ψυχή σου να τυλίγετε από κάτι σκοτεινό, πολύ σκοτεινό και έτρεξα να σε βοηθήσω ,» ανάσα «αν και δεν ξέρω πώς θα το έκανα αυτό, αλλά τρόμαξα πολύ και μετά μπήκα στο δάσος σαν την παλαβή και όταν κατάλαβα ό, τι δεν βλέπω την μύτη μου « ανάσα » τρόμαξα πιο πολύ και μετά όλο και πλησίαζα στην πηγή του κακού και μετά» ανάσα « έτρεμα από τον φόβο και μετά είδα δύο δαίμονες και μετά ξύπνησα εδώ και τώρα νιώθω το κακό από αυτά τα σπαθιά»
Ο Σκόρος είχε ξυπνήσει στο πλάι και τόσην ώρα δεν είχε κουνηθεί και χάιδευε αδιάφορα το σπαθί στο δεξί του πλευρό.
«Α ναι, είναι επειδή είναι δαιμονικά βλέπεις και δεν μπορώ να τα αποχωριστώ και όταν τα κρατάω γίνομαι και εγώ κάτι σαν δαίμονας και ο άλλος δαίμονας που είδες ήταν ο Βής το σκοτεινό ξωτικό που…»
Αλλά ο νάνος μιλούσε στο κενό. Η Μίνα είχε αρχίσει να τρέχει.
«Δαίμονες και σκοτεινά ξωτικά! Μόνο ο αρχιερέας μπορεί να μας βοηθήσεις.» φώναζε οι Μίνα καθώς έτρεχε.
«Σκατά!» αναφώνησε ο Σκόρος, ο αρχιερέας το θα τους έκαιγε ζωντανούς για να εξαγνίσει τα πνεύματα τους και ένας θεός ξέρει τι θα έκανε μετά για τα ξωτικά της νύχτας. Πετάχτηκε από το στρώμα του για να σωριαστεί στο έδαφος καθώς το πόδι του είχε μουδιάσει , επειδή είχε κοιμηθεί στο πλάι με το σπαθί να πιέζει τον μηρό του. Οι θεοί θα έπαθαν φαγούρα από τις βλαστήμιες που κατέβαζε ο νάνος.
«Βησσαρίωνα!!!» ούρλιαζε ο Σκόρος ενώ έκανε κουτσό και προσπαθούσε να κινηθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο μάγος κατέβηκε αναστατωμένος και κοίταξε τον νάνο που χοροπηδούσε στο ένα πόδι με τα γένια και τα μαλλιά του να στροβιλίζονται και να μπλέκονται χαρούμενα στο κεφάλι του Σκόρου. Ο Νάνος μέσα στην φούρια του πάτησε με δυο μεγάλα πηδηματάκια και τα δύο πόδια του ξωτικού και οι θεοί ξανάνιωσαν φαγούρα για δεύτερη φορά εκείνο το πρωί.
«Γρήγορα! πιάσε την Μίνα, πάει στον Αρχιερέα την βάψαμε!... Δεν ξέρει…» είπε ο Σκόρος δείχνοντας προς την πόλη και ο Βής είχε ήδη βάλει φτερά στα πόδια του.
Όταν ο Σκόρος έχασε τον Βής από τα μάτια του άρχισε να πατάει και το άλλο του πόδι και άρχισαν οι δυσάρεστοι πόνοι από το μούδιασμα, αλλά σε λίγο είχαν περάσει και έτσι γύρισε πίσω στον φάρο περιμένοντας τους άλλους δύο να γυρίσουν. Η ώρα πέρασε και κανείς δεν φάνηκε. Ο Σκόρος απογοητεύτηκε, μάλλον ο μάγος δεν την βρήκε και την κοπάνησε για να μην αποκαλυφτεί η φυλή του, κρίμα σκέφτηκε ο Σκόρος γιατί ήθελε πραγματικά να τον βοηθήσει και στο κάτω κάτω δεν είχε ξαναδεί μάγο , ποσά θαυμαστά πράγματα θα μπορούσε να δει κοντά του... Ωστόσο αν έμενε θα τον άρπαζαν τα ξωτικά του Αρχιερέα που θα έπρεπε μάλλον να σκοτώσει κάποια από αυτά για την γλυτώσει και δεν ήθελε κάτι τέτοιο, φορτώθηκε τα πράγματα του , κρέμασε το σφυρί που του χάρισε ο Τόμπο στην πλάτη του ,με την αταίριαστη ξύλινη λαβή να εξέχει λίγο πάνω από τον ώμο του. Έκανε ένα βήμα έξω από τον φάρο και αμέσως άκουσε μια γυναικεία κραυγή, κατσούφιασε.
«Ανάθεμα!» γρύλισε, πάντα ήθελε να βοηθήσει μια γυναίκα που ουρλιάζει στο δάσος , στο Τσαμπουκάς και Γκασμάς ο βασιλιάς Όρν το έκανε τρεις φόρες σε κάθε κεφάλαιο και φαινόταν και πολύ ήρωας και η γυναίκες τον ερωτεύονταν στο τέλος, αλλά τώρα άμα καθυστερούσε κι άλλο και τον έπιαναν τα ξωτικά στα χέρια τους θα τον έκαναν και πολύ ψητό στην εξαγνιστήρια πυρά τους. Ο Σκόρος έκανε να φύγει ,αλλά η κραυγή ξανακούστηκε, και δεν μίλησε μόνο το εφέ του ήρωα μέσα του, αλλά και η καλοσύνη του γιατί η κραυγή ακούστηκε μανιασμένα μαζί με άλλες κραυγές που ήταν ψιλές ,σαν παιδικές.
«Έρχομαι!» φώναξε στο πουθενά ενώ ακολουθούσε τις φωνές μπαίνοντας μέσα στο δάσος.
Παρατήρησε πως οι φωνές τον τραβούσαν προς την πόλη. Όταν έφτασε στο σημείο που γινόταν το συμβάν ανακάλυψε πως μια περίπολος των ξωτικών πολεμούσε μια ομάδα από δύσμοιρα γκόμπλιν που πλέον είχαν αρχίσει να σκορπίζουν άτακτα καθώς τα μισά γκόμπλιν ήταν ή νεκρά ή λιπόθυμα.
«Ωραία Γκόμπλιν και ξωτικά, κανέναν από τους δύο δεν χωνεύω, πάω να την κάνω !!!» σκέφτηκε ο Σκόρος και έκανε να φύγει ,αλλά ξανάκουσε τις ψιλές κραυγές και απόρησε από πού να προέρχονται και κοίταξε ξανά. Η ομάδα των γκόμπλιν είχε μαζί του και ένα γκόμπλιν το οποίο ήταν μάλλον θηλυκό, όντας πιο μικροκαμωμένο, και είχε μαζί του τέσσερα μωρά γκόμπλιν που κρύβονταν πίσω από την μητέρα του και έκλαιγαν, χαριτωμένα ήταν.
«χαριτωμένα ?» σκέφτηκε ο Σκόρος που δεν είχε ξαναδεί μωρό γκόμπλιν, αλλά ούτε νόμιζε ποτέ του ότι θα χάριζε τέτοιο σχόλιο σε γκόμπλιν.
«Όλο και κάτι νέο αυτές της μέρες» σκέφτηκε εύθυμα έτοιμος να φύγει.
Τότε τα ξωτικά πλησίασαν την μητέρα που είχε κοκαλώσει από τον φόβο της, ανίκανη να τρέξει με τέσσερα παιδιά στα χέρια και ανίκανη να τα αφήσει πίσω. Ο φρουρός σήκωσε το ξίφος του να τα σφαγιάσει. Η μητέρα έβγαλε μια τελευταία άγρια κραυγή και έδειξε ότι θα πέθαινε για τα παιδιά της, ο φρουρός εντυπωσιάστηκε για μια στιγμή, αλλά βλέποντας πως δεν υπήρχε κάτι παραπάνω στο θέαμα κατέβασε το ξίφος του. Ατσάλι χτύπησε ατσάλι. Ο φρουρός είδε ένα ξίφος να μπλοκάρει το δικό του, ακολούθησε με το βλέμμα του το ξίφος που κατέληγε σε ένα χέρι καλυμμένο από κάτι σαν μια κοκάλινη πανοπλία που μπλέκονταν σαν κλαριά και έβγαιναν από την σάρκα. Είδε επίσης την μητέρα γκόμπλιν να κρατά τα παιδιά της στα χέρια και να του χαμογελάει πονηρά, να του σκάει ένα κολοδάχτυλο και αμέσως να βάζει την ουρά στα σκέλια. Τελευταία είδε δύο πύρινα μάτια και αμέσως ένιωσε μια μεγαλόπρεπη σφαλιάρα στο μάγουλο του που ακούστηκε μέχρι το Μπίρβιλ, έτριξαν οι σήραγγες στο Ντάρκεντ και τα γκόμπλιν έγραψαν το τραγούδι της σφαλιάρας , που έγινε και το πολεμικό τους εμβατήριο ωστόσο ο φρουρός απλώς δεν μπορούσε να μασήσει για έναν μήνα.

O Σκόρος ένιωθε τον φόβο των φρουρών τόσο καθαρά όσο μπορούσε να νιώσει την ανίερη δύναμη να ρέει μέσα του. Οι Στρατιώτες ,όλοι τους ξωτικά, συσπειρώθηκαν και κρύφτηκαν πίσω από τις ασπίδες τους με τα μάτια τους να κοιτάνε εχθρικά. Μια φωνή που άνηκε στον Αρχιερέα του Λέα, ένα ξωτικό με άσπρα μαλλιά, ντυμένο σε λευκούς χιτώνες με ένα πρόσωπο νεανικό ,όπου η σκληρή έκφραση των πράσινων ματιών του , αποκάλυπτε πως είχε ζήσει πολύ πιο παραπάνω από ότι φαινόταν.
«Εσύ θα πρέπει να είσαι ο Σκόρος , ο δαιμονισμένος νάνος, ερχόμασταν να σε βρούμε, αλλά μας βρήκες εσύ ενώ απελάσαμε τα γκόμπλιν από την άθλια ζωή τους » από τον όγκο των φρουρών ακούστηκαν φωνές που συμφωνούσαν.
«Άμα έχει ακόμα ένα ίχνος λογικής μέσα σου καλύτερα να παραδοθείς.» το ξωτικό δεν είπε τίποτα άλλο , έκανε μια κίνηση δείχνοντας ένα σημείο οπού οι φρουροί άνοιξαν για να αποκαλύψουν έναν μεσήλικα νάνο με άσπρα γένια και την γυναίκα του , μια εξίσου μεγάλη σε ηλικία νανίτσα και ένα πιτσιρίκι νάνο που μάλλον δεν μιλούσε ακόμα και είχε δυο μικρές τούφες από την κάθε μεριά του σαγονιού του δεμένα σε πλεξούδα.
Ο Σκόρος τους παρατήρησε , είχαν ασπρίσει πλέον και οι δύο του γονείς τα δέκα χρόνια που έλειπε από το σπίτι του, τότε που ξεκίνησε με τον Τόμπο να μάθουν μια τέχνη και να ζήσουν από αυτήν. Όσο για τον μικρό σίγουρα θα ήταν το τελευταίος του αδερφός, ο πατέρας του δεν λέγονταν τυχαία Βύρων Ο Πολύκαρπος και εξάλλου αναγνώρισε τα κόκκινα μαλλιά του πατέρα του και τα μαύρα μάτια της μητέρας του σε αυτόν τον πιτσιρικά που ήταν πεισμωμένος, με τα χέρια σταυρωμένα , που τον διέκοψαν από το παιχνίδι του.
Λοιπόν, σκέφτηκε τον έχουν παγιδεύσει, έβαλε τα σπαθιά στις θήκες και σκέφτηκε πως θα τα έκανε όλα γυαλιά καρφιά όταν δεν θα απειλούταν η οικογένεια του. Ο αρχιερέας που άκουγε στο όνομα Λάκας χαμογέλασε στραβά και με ευχαρίστηση όταν είδε πως δάμασε τον δαίμονα.
«πέταξε τα δαιμονικά σπαθιά σου στο έδαφος» πρόσταξε το ξωτικό.
«Δεν μπορώ να τα αποχωριστώ, έχουν γίνει ένα με εμένα» απάντησε
«Και αν στα πάρουμε με την βία τι θα γίνει ?» ρώτησε το ξωτικό
«Ποιος ξέρει ?»απάντησε ανάλαφρα ο Σκόρος με το πιο πονηρό του χαμόγελο. Ακούστηκαν πανοπλίες να κροταλίζουν, ο αρχιερέας ήταν ένας άνδρας του φωτός και της καλοσύνης δεν θα βιαιοπραγούσε ποτέ, είχε τους στρατιώτες του για αυτές τις βρωμοδουλειές, οι ο ποίοι δεν φαίνονταν πρόθυμοι. Ο αρχιερέας αναγκάστηκε να δεχτεί τον Σκόρο στον ναό του οπλισμένο , ήταν η σειρά του Σκόρου να χαμογελάσει στραβά, αλλά δεν ήξερε τι τον περίμενε.

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Νανοπεριπέτειες - Κεφάλαιο 13 Σφαγή Στο Ντάρκεντ

Κεφάλαιο 13
Σφαγή Στο Ντάρκεντ



Η Μορφή που αντίκριζε ο μάγος δεν έχασε στιγμή, όρμησε κατευθείαν πάνω στον μάγο με τέτοια ορμή που νόμιζες πως εξαφανίστηκε , για να εμφανιστεί ακριβώς μπροστά από τον μάγο με τα ξίφη να τον σημαδεύουν. Ένα εύκολο χτύπημα σκέφτηκε ο δαίμονας , αλλά το χτύπημα δεν έγινε ποτέ, ο δαίμονας πάγωσε στην πόζα του, με το σώμα του κοκαλωμένο, τότε παρατήρησε το χέρι του Μάγου να σχηματίζει μια μισόκλειστη γροθιά, χειρομαγεία! Ίσως να ήταν το τέλος εκείνης της παρτίδας για τον δαίμονα, αλλά σκέφτηκε πως ίσως αυτός ο μάγος να είναι ο επόμενος που θα έπαιρνε τα ξίφη και η σκέψη της μαγείας του ήταν δελεαστικότατη για εκείνον.
Ο Μάγος ωστόσο ήθελε να εξακριβώσει πιο άτομο έβλεπε μπροστά του και έτσι πλησίασε κι άλλο. Ολόκληρο το πρόσωπο ήταν καλυμμένο με μια μάσκα που έμοιαζε με προέκταση του κρανίου, σαν κοκάλινη ,όπου κατέληγε σε ένα κέρατο στο μέτωπο και άλλα κέρατα με μια φλογωιδή σχεδίαση που προεκτείνονταν από το πίσω μέρος του σαγονιού, τα μάτια δεν φαίνονταν καλά πίσω από τις σχισμές τις προσωπίδας. Για μια στιγμή δεν έμοιαζε με την Άυλα, αλλά αναγνώρισε αμέσως την μυρωδιά του ιδρώτα της ,τα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της, και την κορμοστασιά της που ήταν τυλιγμένη από την υπόλοιπη μεταμόρφωση του δαίμονα και ο μάγος με φρίκη την αναγνώρισε.
Η συγκέντρωση του αποσπάστηκε και το ξόρκι του λύθηκε. Ο Δαίμονας κατέβασε τα ξίφη με ορμή , αλλά αυτός ο μάγος είχε ζήσει την φρίκη του πολέμου και είχε μάθει να μην υποτιμά το ατσάλι, με μερικές μελετημένες κινήσεις απέφυγε τον εχθρό του και με ένα ξόρκι του ανέμου τράβηξε μακριά τον εαυτό του.
«Δηλώνω γοητευμένος από τις ικανότητες σου.» είπε ο δαίμονας χαμογελώντας με την αποτρόπαια μάσκα να συσπάτε σε ένα αρρωστημένο χαμόγελο. Φόβος κυρίευσε τον Βησσαρίων, εκείνη η φωνή είχε σίγουρα κάτι το κακό, τράβηξε το μαγικό του ραβδί. Ο Δαίμονας όρμησε ξανά με έναν καταιγισμό από ατσάλι που άστραφτε. Ο μάγος άρχισε να δυσκολεύεται να αποφεύγει και να ετοιμάζει τα ξόρκια του ταυτόχρονα, και όταν βρήκε ένα άνοιγμα για να επιτεθεί συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς να σκοτώσει και την αγαπημένη του.
Μια στιγμιαία απόγνωση τον κυρίευσε και έστρεψε το ξόρκι του στο έδαφος με μερικές μικρές αστραπές να χτυπάν τα ίδια του τα πόδια. Αναμνήσεις από τον πόλεμο όρμισαν στο μυαλό του και το μυαλό του θόλωσε για τα καλά. Είχε ταλαιπωρηθεί τόσο πολύ από εκείνα τα χρόνια και μόνο εκείνη η γυναίκα είχε απαλύνει τον πόνο του με ζεστή της καρδιά, πώς να επιτιθόταν ? Πώς να την έσωζε ? Σήκωσε το βλέμμα του και είδε των δαίμονα να ετοιμάζει ένα ξόρκι που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί. Φλόγες χόρευαν στα ξίφη , ο δαίμονας τέντωσε με δύναμη τα χέρια του και οι φλόγες πετάχτηκαν σαν βέλος καταπάνω του. Οι λέξεις για το ξόρκι προστασίας του διέφευγαν, μπορούσε μόνο να κοιτάζει με αγωνία το τεράστιο πύρινο βέλος να έρχεται καταπάνω του.
Χορδές τεντώθηκαν και βέλη σφύριξαν στον αέρα. Ένα σώμα κάλυψε τον Βησσαρίων και τον έσπρωξε παραπέρα. Το πύρινο βέλος χτύπησε την Ασπίδα του Βένομους Πόισονμπερθ , ένας ακόμα ήρωας του πολέμου και φίλος του Βησσαρίων.
«Βής ! αρκετά έκανες!» ακούστηκε η βαριά φωνή του Βένομους μαζί με τον ήχο από την ασπίδα του που πέταγε κάτω. Ο Βής κοίταξε γύρω του και είδε και άλλους στρατιώτες να έρχονται, μύριζε την μυρωδιά του καμένου μέταλλου , άκουγε χορδές από τόξα να τεντώνονται , πανοπλίες να κουδουνίζουν, ξαναζούσε τον πόλεμο που τόσο τον είχε σημαδέψει.
Ο ήχος από ατσάλι που χτυπά ατσάλι τον συνέφερε στην πραγματικότητα. Ο Βένομους μαζί με άλλους στρατιώτες πολεμούσαν τον δαίμονα και πολύ συχνά κάποιος έπεφτε νεκρός, τότε ο κλοιός άνοιγε και οι τοξότες έριχναν αμέτρητα βέλη στον δαίμονα, που λίγα του έκαναν. Το αίμα έφτασε στην μύτη του Βής. Σηκώθηκε και με θλίψη αποφάσισε , θα τελείωνε αυτήν την τρέλα με ότι είχε, όπως τότε με τον Στράνγκλερ τον Φλογερό, η Άυλα δεν θα ήθελε ποτέ να την χρησιμοποιούν έτσι. Σήκωσε το χέρι του στον αέρα, η έκσταση της μαγείας των κυρίευσε, ένιωσε κάθε τρίχα του σώματος του να πιρουνιάζει το κορμί του, ένιωσε τον κεραυνό που θα καλούσε να ρέει μέσα του και να καίει τα δάκρυα από το πρόσωπο του, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό, συνέχισε να συγκεντρώνει περισσότερη δύναμη και όταν άνοιξε τα μάτια του… η μάχη είχε τελειώσει.
Ο Βέν αποφεύγοντας μια επίθεση έμπλεξε το σπαθί του στην αλυσίδα που συγκρατούσε τα σπαθιά του δαίμονα και την τράβηξε σπάζοντας την, αμέσως ο δαίμονας βρίζοντας ταλαντεύτηκε, κατέβασε με ορμή το ξίφος στο στήθος του Βέν και έπειτα κοκάλωσε στην θέση του μαζί με όσους παρακολουθούσαν . Τα ξίφη έπεσαν από τα χέρια του και με το που ακούμπησαν στο έδαφος εκτοξεύτηκαν στο αέρα διαπερνόντας την οροφή της υπόγειας πόλης. Η μεταμόρφωση της Άυλα κατέρρευσε σαν πυλός που ήταν κολλημένος πάνω της και έπειτα η κοπέλα έπεσε δίπλα από τον Βέν. Όλοι ήταν τρομοκρατημένοι , και όσοι δεν ήταν περίμεναν από τον μεγάλο ήρωα Βησσαρίων να τελειώσει το επεισόδιο αυτό. Εκείνος έτρεξε προς τα εκεί, η Άυλα ανάσαινε βαριά, ο ήρωας μας ανακουφίστηκε, και κοίταξε τον Βέν , ο βαρύς θώρακας τις πανοπλίας τον είχε σώσει. Έπειτα κοίταξε με θλίψη τα σώματα από άλλους νεαρούς στρατιώτες και ένιωσε την ενοχή του να τον πνίγει.
Και τότε άκουσε κάποιον να σαλεύει, γύρισε να δει και είδε την Άυλα όρθια. Άπλωσε το χέρι του , η Άυλα τον κοίταξε με μάτια πύρινα, δαιμονικά και το πρόσωπό της ήταν ένα προσωπείο πόνου με δάκρια ανάμικτα με αίμα να κοίλανε στα μάγουλα της. Άκουσε την φωνή της για τελευταία φορά σε έναν μαραζωμένο τόνο.
«Δεν μπορώ να το ελέγξω…»τα μάτια του μάγου άνοιξαν διάπλατα. Η Άυλα τράβηξε το χέρι του και έσφιξε τον λαιμό του σαν μέγγενη με το άλλο. Οι τοξότες δίστασαν να ρίξουν, ο δαίμονας κάλυπτε το σώμα του με αυτό του Βής, και εξάλλου κανένα βέλος δεν μπορούσε να διαπεράσει δυο σώματα. Οι στρατιώτες με τους αρχηγούς τους νικημένους έμειναν πίσω από τις ασπίδες τους, έτσι ο δαίμονας έφτασε ως τον διάδρομο, παράτησε τον μισολιπόθυμο Βησσαρίων στο έδαφος και έφυγε από το Ντάρκεντ χρησιμοποιώντας τις γνώσεις της Άυλα.
Ο Βής μες στην παραζάλη του δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο, με την ανάσα του ακανόνιστη έκανε μερικά βήματα αγωνιώδη βήματα που τον έκαναν να ξαναπέσει κάτω. Δεν μπορούσε να προχωρήσει, πήρε μια ανάσα και μετά μια άλλη, η απογοήτευση άρχισε να τον τυλίγει , είχε αποτύχει να προστατέψει την φυλή του και την γυναίκα του, από την αδυναμία του. Οργή, Ντροπή, Φόβος τον κυρίευσαν και έπεσε στο έδαφος.
Ποδοβολητά τον συνέφεραν ,είχαν περάσει ώρες ,αλλά ένιωσε πως είχε χάσει μέρες, πετάχτηκε όρθιος και έσπρωξε βίαια αυτούς που προσπάθησαν να τον βοηθήσουν, κάποιοι μουρμούριζαν κάτι ακατάδεκτο, δεν έδωσε σημασία, αν αυτό το πλάσμα έφτανε μακριά και αποκάλυπτε την ύπαρξη των ξωτικών της νύχτας , ο έξω κόσμος θα τους απειλούσε και πάλι η σκέψη ενός ακόμα χαμένου πολέμου τον πανικόβαλε ακόμα περισσότερο.
«Που πήγε?» ρώτησε άγρια το πρώτο ξωτικό που βρήκε κοντά του
«δυτική έξοδος» ήταν η απάντηση του και αμέσως ο μάγος πέταξε τον μανδύα του με τα όμορφα σύμβολα και άρχισε να τρέχει μανιασμένα προς την έξοδο.

Είχε αφήσει το Ντάρκεντ πλέον και έτρεχε μανιασμένα στο δάσος χωρίς να μπορεί να βρει ένα σημάδι από το πού πέρασε η Άυλα , το μόνο που μπορούσε να ακούσει ήταν η ανάσα του που έβγαινε άγρια από το στόμα του, τα πόδια του πονούσαν, το στήθος του ήταν έτοιμο να ανοίξει στα δυο και η μαγεία του έκαιγε όλο του το κορμί, γιατί όσο πιο αδύναμος γινόταν σωματικά τα τόσο πιο ισχυρή γινόταν η μαγεία του, αυτό ήταν το μεγάλο του δώρο. Τα πόδια του δεν άντεξαν έπεσε κάτω και σκέφτηκε
«Θα μας σφαγιάσουν αν ανακαλύψουν την Άυλα, Ω την καημένη ! Ακόμα και αν την σκοτώσουν ο δαίμονας θα θέλει εκδίκηση για ότι του κάναμε, και θα φέρει τους εχθρούς στα σπίτια μας… και ο πόλεμος…»
Στην σκέψη του πολέμου το ξωτικό παραιτήθηκε, καμπούριασε τους ώμους ένας σπαραγμός βγήκε από το στόμα του και μίλησε στην γλώσσα των ζώων :
«Σκοτώστε με» είπε σε όλους τους λύκους που τον τριγυρνούσαν και ανησυχούσαν για αυτόν, γιατί τα ξωτικά και οι λύκοι ήταν παλιοί σύμμαχοι. Ένιωθε την μαγεία από τον κεραυνό που είχε επικαλεστεί να τον καίει.
«Θα πεθάνω μέσα στην μαγεία μου τότε» είπε στην γλώσσα των ζώων. Κοίταξε στα σύννεφα και με ένα πικρό χαμόγελο κατάλαβε πως δεν θα έμενε ίχνος από το σώμα του ,μετά από αυτόν τον κεραυνό που θα έριχνε στον εαυτό του, ώστε να ντροπιάζετε αιώνια.
Αλλά την τελευταία στιγμή δείλιασε, το ότι ήταν ήρωας δεν σήμαινε πως δεν είχε μια θνητή ψυχή, και έτσι έριξε τον κεραυνό παραδίπλα σε ένα δέντρο , έπεσε στα τέσσερα και ξέρασε αηδιασμένος με τον αυτό του καλώντας τους λύκους να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο του…και τότε ξεπρόβαλε μπροστά του ένας νάνος.

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Nανοπεριπετειες Κεφάλαιο 12

Κεφάλαιο 12
Ξωτικά

Ο πόλεμος των ξωτικών είχε γίνει πριν τρεις αιώνες. Τα ξωτικά, οι ηγέτες των ξωτικών, θεωρούσαν την φυλή τους ανώτερη των άλλων φυλών του Μπέλο και κατεύθυναν τον λαό τους με τέτοιον τρόπο ώστε η πεποίθηση και η φιλοδοξία μερικών ξιπασμένων ευγενών να δηλητηριάσει την κουλτούρα των ευγενικών ξωτικών σε μια κλειστή κοινωνία , περιορίζοντας τις σχέσεις των ξωτικών με τις άλλες φυλές. Οι πόλεις τους δέχονταν μόνο εμπόρους από άλλες φυλές, απαγορεύοντας την διαμονή τους για μόνιμη κατοίκηση, έτσι τα ξωτικά σιγά-σιγά απομονώθηκαν στις πόλεις τους διαστρεβλώνοντας τις αρχές τους, την καλοσύνη, την αγάπη για την φύση, την αγάπη για την ζωή με μια τάση υποβιβασμού των άλλων φυλών ,λόγο τις μικρής διάρκειας ζωής τους και την τόσο περίεργη όψη τους. Θέτοντας σαν σημείο αναφοράς τα δικά τους πρότυπα και μέτρα, έτσι μεγάλωσε η ψαλίδα σε αυτά και την φύση θεωρώντας πως την κατανοούν πλήρως και έτσι κανείς δεν θυμόταν πλέον τους σοφούς που έλεγαν πως η φύση δεν έχει καλό και κακό, άσχημο και ωραίο.
Όσο αφορά την αγάπη για την ζωή, τα ξωτικά κάποτε αγαπούσαν μια καρδιά που χτυπούσε και σέβονταν τον θάνατο σαν μέρος της ζωής, αλλά όχι πλέον, γιατί η ζωή ενός ξωτικού ήταν ανώτερη από τις άλλες, των νάνων, των ανθρώπων και πόσο μάλλον τον Όρκ, των Γκόμπλιν και άλλων άγριων φυλών. Και ο Θάνατος ήταν κάτι μακάβριο πλέον που άξιζε σε αυτές τις άγριες φυλές. Ωστόσο υπήρχαν τα ξαδέρφια τους τα ,ξωτικά της νύχτας , πλάσματα περίεργα σαν την σκιά ενός ξωτικού με χρώμα δέρματος σταχτί και μάτια μαύρα ,πλάσματα που ζούσαν στο σκοτάδι της νύχτας, πλάσματα που είχαν τις παλιές αρχές των ξωτικών που πλέον ήταν ξεχασμένες, αρχές που τα ξωτικά αδυνατούσαν να αναπολήσουν από την απομόνωση τους.
Τα ξωτικά τις νύχτας ήταν πλάσματα νυχτόβια, το φώς της μέρας ήταν οι ώρες που κοιμόντουσαν και η νύχτα ήταν το στοιχείο τους, το φώς των φεγγαριών ήταν χάδι για το δέρμα τους, είχαν οξεία όραση στο σκοτάδι και ζούσαν από το κυνήγι, γιατί σχεδόν κανένα ξωτικό της νύχτας δεν μπόρεσε ποτέ να δουλέψει στο λιοπύρι του χωραφιού, αλλά ωστόσο είχαν καλές σχέσεις με τις άλλες φυλές και ήταν οι καλύτεροι συνοδοί για καραβάνια που ταξίδευαν μεγάλες αποστάσεις και είχαν καλές σχέσεις ακόμα και με τα Όρκ και άλλες άγριες φυλές λόγο της κοινής νυχτόβιας φύσης τους, όλα φαίνονταν να είναι εντάξει. ( Οι άγριες φυλές ωστόσο παρέμεναν εχθροί με νάνους και ανθρώπους.) Τότε όμως τα ξωτικά άρχισαν να νιώθουν ότι απειλούνται. Οι άνθρωποι πλήθαιναν με απίστευτο ρυθμό, το ίδιο και οι νάνοι, οι άνθρωποι μάλιστα σχημάτιζαν ξεχωριστά κράτη με μεγάλη δύναμη και οι νάνοι τους εφοδίαζαν με τα πιο φίνα όπλα και τεχνουργήματα, τα νεότερα ξωτικά έβλεπαν πως οι κλειστή κοινωνία τους παρέμενε απελπιστικά στάσιμη με τις υπόλοιπες –υποδεέστερες- φυλές να ευδοκιμούν και τα κράτη των ανθρώπων να επεκτείνονται μέσα από πολέμους και συνθήκες , αυτό δεν άρεσε στους ηγέτες και στους ευγενής των ξωτικών, σκόρπιες φωνές για τις αρχές των ξωτικών της νύχτας που ευδοκιμούσαν ,άρχισαν να πληθαίνουν , η κοινωνία των ξωτικών απειλούταν με κατάρρευση. Ο τότε Βασιλιάς των ξωτικών έπρεπε να πάρει μια απόφαση , δεν μπορούσαν τα ξωτικά να είχαν κάνει λάθος, δεν ήταν δυνατό τα παραστρατημένα ξαδέρφια τους που είχαν πάρε-δώσε με Γκόμπλιν και Όρκ να ευδοκιμούν με μια τόσο λάθος στάση ζωής. Τα ξωτικά τις νύχτας αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις αρχές τους για τον παράλογο φόβο των ξαδελφών τους και μετά άρχισαν οι θρησκεύτηκες συγκρούσεις που κατέληξαν σε πόλεμο, τα σκοτεινά ξωτικά (έτσι τα ονόμασαν τα ξαδέρφια τους) χρησιμοποίησαν τις Άγριες φυλές για να υπερισχύσουν και τα ξωτικά λύγησαν. Βέβαια τα ξωτικά επιστράτευσαν ανθρώπους και νάνους με το πρόσχημα πως οι Άγριες φυλές και τα σκοτεινά ξωτικά θα καταπατούσαν την γη τους και έτσι άρχισε κάτι σαν παγκόσμιος πόλεμος, ο Μπέλο σχίστηκε στα δύο, σε νυχτόβια πλάσματα και ημερήσια, σε άσπρους και μαύρους, καλούς και κακούς… από την μεριά που το έβλεπε ο καθένας πάντα.
Τα νυχτόβια πλάσματα έχασαν τον πόλεμο καθώς οι οργάνωση απουσίαζε από τις άγριες φυλές αφήνοντας σύντομα τα σκοτεινά ξωτικά μόνα τους να εξολοθρευτούν και σχεδόν (όπως νόμιζαν )να αφανιστούν, τα ξωτικά τις νύχτας δεν εμπιστευτήκαν ποτέ ξανά κανέναν και υποχώρησαν σε υπόγεια καταφύγια. Βέβαια τα ξωτικά υπήρξαν ποτέ το ίδιο ενωμένα, πολλές οικογένειες δεν ενέκριναν έναν τέτοιο κατευθυνόμενο πόλεμο και αποχώρησαν για να μηνούν με τους πάντα χαλαρούς και ουδέτερους νάνους που δεν σχημάτιζαν κράτη, αλλά μικρές πόλεις-κράτη, μια από αυτές ήταν η οικογένεια του Τόμπο.
Το Ντάρκεντ ήταν μια από πολλές υπόγειες πόλεις όπου είχαν αναγκαστεί τα ξωτικά τις νύχτας να καταφύγουν έπειτα από την ήττα τους στον δεύτερο πόλεμο των ξωτικών, ήταν ένα καταφύγιο μέσα στο δάσος που περιέβαλε το Μπίρβιλ. Από εκεί με απόλυτη μυστικότητα προσπαθούσαν να ανακάμψουν , παρακολουθώντας τους νάνους για τυχόν αλλαγές. Το Ντάρκεντ εκτίνονταν σε ένα διαρκώς αυξανόμενο δίκτυο σηράγγων με μυστικές εισόδους. Οι σήραγγες αυτές προχωρούσαν υπογείως και όπου το έδαφος ήταν αρκετά συμπαγές έφτιαχναν θόλους. Στις σήραγγες αυτές δούλευαν οι πάντες, ακόμα και ο σπουδαίος Αρχιμάγος και ήρωας από τον πόλεμο Βησσαρίων Ταϊφούν, δούλευαν ακόμα και οι γυναίκες και μέσα σε αυτές ήταν και η σύζυγος του Βησσαρίων , η Άιλα Στάρλαητ, μια χαριτωμένη Ξωτικιά με ασημένια μαλλιά και μάτια ,αλλά δεν ήταν τόσο όμορφη και πληθωρική όσο την φανταζόταν ο Σκόρος ( όπως οι στρουμπουλές νανίτσες με τα πιασηματάκια τους ) , αλλά η καρδιά της ήταν ζεστή και καλή, με μια ήρεμη προσωπικότητα που ανακούφιζε ,την πονεμένη από τον πόλεμο, καρδιά του μάγου. Αυτή η γυναίκα λοιπόν ανακάλυψε έναν τάφο σε αυτές τις σήραγγες , που ήταν απίστευτα παλιός, ίσως αρχαίος. Μπήκε μέσα μαζί με τους συναδέλφους της. Περιεργάστηκαν τον τόσο απλό τάφο, τίποτα το σπουδαίο, και έτσι τόλμησαν να κοιτάξουν το πτώμα το οποίο ήταν ακουμπισμένο σε έναν βράχο με τα άσαρκα χέρια του να κρατάν μια ζώνη στο στήθος του, η οποία είχε δυο εξαιρετικά σπαθιά περασμένα σε αυτήν. Τα ξίφη έμοιαζαν άθικτα από τον χρόνο, ύποπτο, υπέθεσαν ότι αν είναι μαγεμένα τα ξίφη ίσως να έπρεπε να τα εξέταζε ο Βησσαρίων, ο αρχιμάγος, και έτσι αποφάσισαν να τα πάει η Άιλα σε εκείνον. Η Άιλα δεν δίστασε πήρε την ζώνη στα χέρια της, αλλά το ένα ξίφος γλίστρησε από το θηκάρι, καθώς η κοπέλα δεν είχε ξαναπιάσει κάτι τέτοιο στα χέρια της και χωρίς να το σκεφτεί το σήκωσε αμέσως.

«Και τότε το βασανιστήριο μου ξανάρχισε» πρόσθεσε ψυχρά ο Μάθιου. Η καρδιά του Σκόρου πριν μια στιγμή χτυπούσε δυνατά στο άκουσμα αυτής την τρομερής διήγησης από τον μάγο και τον δαίμονα, αλλά τώρα πλέον η καρδιά του είχε βουλιάξει στην θλίψη τους.

«Μίσος …» γλίστρησε η λέξη από τα λεπτά χείλη της Άιλα.
«Είπες κάτι Άιλα?» ρώτησε ο συνάδελφος της. Μέσα στο κεφάλι της άκουγε τρομακτικές κραυγές από θηρία, θηρία που ούρλιαζαν το ένα στο άλλο.
«Άφησε την!»
«Ποτέ!»
«Σε ικετεύω πατέρα! ΟΧΙ ! Άσε την.» ούρλιαζαν οι φωνές , και το μίσος τους ,ο φόβος και η απελπισία τύλιξε το σώμα της με το παγωμένο της άγγιγμα. Άξαφνα το σώμα τις τεντώθηκε από μόνο του με ένα τεράστιο μούδιασμα στην ραχοκοκαλιά, το κεφάλι της γύρισε να κοιτάξει το λεπτεπίλεπτο χέρι της που κρατούσε το σπαθί και οι σπόνδυλοι στον σβέρκο έκαιγαν.
«Άιλα !» αναφώνησαν οι συνάδελφοι της και οι ανάσες τους άρχισαν να βγαίνουν κοφτές. Η Άιλα την επόμενη στιγμή ένιωσε κάτι ζεστό να περιλούει το στήθος της, αίμα.
«Τι είναι αυτό που βλέπω?» σκέφτηκε . Το σώμα ενός από τους συναδέλφους της ήταν κολλημένο στον τοίχο με το δικό της να έχει καρφώσει το στήθος του με το ένα ξίφος, ήταν… απολαυστικό??? Αναγούλα, φόβος, τρέλα. Ήθελε να ουρλιάξει, να ξυπνήσει από τον εφιάλτη και να κλάψει επί τόπου, αλλά ούτε φωνή ούτε δάκρυα μπορούσε να ρίξει, μπορούσε να δει μονό την αντανάκλαση της στα κενά πλέον μάτια του συναδέλφου της, ένα προσωπείο κάλυπτε το πρόσωπο της και κέρατα εξείχαν από το κεφάλι της, ένα τέρας ! Πανικός την κυρίευσε, ένιωσε ανήμπορη. Ένα ήχος θριάμβου την έκανε να ζαρώσει, αν όντος το έκανε.
«Σειρά έχουν αυτοί που αγαπάς!» ανήγγειλε η φωνή θριαμβευτικά και αμέσως το μυαλό τις πήγε στον Βησσαρίωνα που ανέμελος μελετούσε τα ξόρκια του εκείνην την στιγμή.
«ώστε αυτός είναι!» ξαναείπε
«Μπάσταρδε! , βδέλυγμα» ούρλιαξε μια άλλη φωνή και η Άιλα ένιωσε την οργή του ενός να της καίει το μυαλό μαζί με την απεχθής ικανοποίησης του άλλου που έφερνε μια απαίσια γεύση σάπιας λαχτάρας στο στόμα. Το σώμα της άρχισε να περπατάει, τα υπόλοιπα ξωτικά το έβαλαν στα πόδια. Κάθε στροφή που έπαιρνε ήταν αυτή που οδηγούσε όλο και πιο κοντά στον Βησσαρίωνα, λες και αυτό το πράγμα διάβαζε την σκέψη της. Βγήκε σε ένα θάλαμο που διασταύρωνε πολλές σήραγγες, μερικοί στρατιώτες πετάχτηκαν μπροστά της.
«Α εξαίσια! Γιε μου θα δανειστώ τις δυνάμεις σου αν…» η απάντηση από την άλλη φωνή ήταν μανιασμένη και εντελώς απρεπής. Η μάχη τελείωσε ,αλλά η άλλη φωνή εξακολουθούσε να βρίζει και να κλαψουρίζει αξιοθρήνητα.
Ο Βησσαρίων βγήκε από μια σήραγγα σαφώς αναστατωμένος ,μαζί με το έναν από τους συνάδελφους της γυναίκας του ,κρατώντας ακόμα το βιβλίο μελέτης του στο χέρι .

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ

μετά απο μακρά απουσία σας παρουσιάζω μια τελευταία ιστορία μου ύστερα απο παροτρυνσή του Σκόρου. ελπίζω να την απολαύσεται.


ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ


Η βροχή σάρωνε την κοιλάδα του Κυρ δημιουργώντας ένα υδάτινο πέπλο, το οποίο περιόριζε την ορατότητα σε μερικά μέτρα. Οι δεκάδες κεραυνοί που έσκιζαν τον συννεφιασμένο ουρανό χάριζαν, έστω και στιγμιαία, το βαθυκύανο φώς τους στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Μιας πόλης που είχε ανθήσει αριστερά και δεξιά του ποταμού Κασμαρ. Αν την παρατηρούσε κάποιος σε μια ξάστερη νύχτα, όταν τα δύο φεγγάρια, ο Ανούμ και ο Τερεμ, ήταν ψηλά στον ουρανό, θα μπορούσε να διακρίνει ότι στην αριστερή όχθη του ποταμού μια παραγκούπολη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται.

Ο Μαρκ ανασηκώθηκε λίγο και κοίταξε έξω από το παράθυρο του παλαιού σταθμού ραντάρ. Τα μάτια του ήταν θολά, ίσως από τα δάκρυα που ανέβλυζαν από το αδύνατο πρόσωπο του, είτε ίσως από τα δεκάδες άδεια μπουκάλια που βρισκόντουσαν διάσπαρτα στο πάτωμα και περιείχαν αναμεμειγμένη αλκοόλη με καραμελόχρωμα και είχαν καταναλωθεί εντός λίγων ημερών. Μπορούσε να δει, αν και θολά λόγο της βροχής, τα φώτα της Αστραθ. Η πόλη της κοιλάδας του Κυρ, εκεί όπου ο Μαρκ κάποτε έμενε αλλά τον είχαν διώξει τόσο άδικα. Η Αστραθ συμπλήρωνε πάνω από 300 χρόνια ευημερίας και ήταν η πρώτη πόλη που ιδρύθηκε από τους αποίκους της γης πάνω σε αυτό τον φιλόξενο πλανήτη.
O Mαρκ γλίστρησε στο υγρό τσιμεντένιο τοίχο, ώσπου το χέρι που κρατούσε το περβάζι του παραθύρου βρέθηκε να ακουμπάει το παγωμένο πάτωμα. Μέσα στο μυαλό του αντηχούσε η λέξη του Εξεταστή «Ελαττωματικός ,Ελαττωματικός». Ένας λυγμός βγήκε από τα χείλη του σπάζοντας έτσι το μονότονο βούισμα της βροχής. Αργά γύρισε την πλάτη του στον τοίχο και αφού έκατσε οκλαδόν έφερε τα χέρια του στο πρόσωπο του και άρχισε πάλι να κλαίει. Ξαφνικά με το αριστερό του χέρι, ο Μαρκ, ψαχουλέψει το κρύο πάτωμα, τα ακροδάχτυλα του ακουμπήσανε ένα μικρό μεταλλικό κουτί τυλιγμένο σε χοντρό χαρτόνι. Με πολύ προσεκτικές κινήσεις έφερε το μικρό δεματάκι στην αγκαλιά του. Άρχισε να κουνάει το πάνω μέρος του κορμιού του προς πίσω χτυπώντας δυνατά την πλάτη του στον τοίχο. Το μυαλό του άρχισε σιγά-σιγά να ξεθολώνει. Τον επισκέφτηκαν αναμνήσεις του παρελθόντος και άφησε τον εαυτό του να χαθεί λίγο μέσα σε αυτές.


Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2732 μΧ.


Ένα μικρό παιδί, ηλικίας μόλις πέντε χρονών, κάθεται σκυφτό πάνω από ένα κομμάτι καμβά κρατάει το πινέλο με ένα εντελώς ανορθόδοξο τρόπο. Το πινέλο περνάει μέσα από την μικρή, σφικτή γροθιά του και βγαίνει ανάμεσα από τα δάκτυλα του. Τραβάει γραμμές αριστερά και δεξιά κουνώντας το χέρι του λες και κρατάει κάποιο αόρατο σπαθί.
«Μαρκ, ώρα για φαγητό» φώναξε μια γυναικεία φωνή.
«Τώρα μαμά.» αποκρίθηκε ο πεντάχρονος Μαρκ και άρχισε να κουνάει πιο ζωηρά το χεράκι του.
«Άντε παιδί μου θα κρυώσει » Είπε η μητέρα του.
Ο μικρός Μάρκ πέταξε το πινέλο του στο πάτωμα και έτρεξε άτσαλα προς το μέρος της μητέρας του. Καθώς περνούσε την πόρτα της κουζίνας δύο τεράστια χέρια τον άρπαξαν κάτω από τις μασχάλες και τον σήκωσαν ψηλά. Ο πατέρας του τον έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Που πας πιτσιρίκα;» τον ρώτησε παιχνιδιάρικα ο πατέρας του.
«Άσε με κάτω μπαμπά πρέπει φάω σου λέω.» είπε δυνατά με την παιδική φωνούλα του ο Μαρκ.



Αυτή η ανάμνηση ζέστανε τον Μαρκ. Οι δύο του γονείς, συγκεκριμένα, οι δύο «βοηθητικοί» του γονείς. Ο όρος «βοηθητικός», στην κοιλάδα του Κυρ, χαρακτήριζε τον άνθρωπο ο οποίος δεν είχε κάποιες ιδιαίτερες πνευματικές ή σωματικές ικανότητες. Όμως είχε περάσει τα τεστ χαρακτήρα και ο οργανισμός τους είχε δεχθεί τα διάφορα ρομποτικά εμφυτεύματα δίνοντας του έτσι το δικαίωμα να μπορεί να μείνει στην δεξιά όχθη του Κασμαρ.
Η μητέρα του Μαρκ, η Σονάτα, είχε αντικαταστήσει την τελευταία φάλαγγα όλων των δακτύλων με ρομποτικά ακροδάχτυλα για να μπορεί να δουλέψει στα τεράστια μέταλλο-υφαντουργεία των Ανωτέρων. Ενώ ο Χαμπλέρ, ο πατέρας του Μαρκ, παρόλο που είχε κριθεί επιθετικός ως χαρακτήρας, βρέθηκε να έχει μια θέση φύλακα στην Αχμαρ, τα παλάτια των ανωτέρων, λόγο των βιονικών βραχιόνων που του είχαν κάνει δώρο οι γονείς του.


Μετά το μεσημεριανό γεύμα ο Μαρκ πήδηξε από την καρέκλα του και έτρεξε να συνεχίσει την ζωγραφιά του. Πίσω του τον ακολουθούσε η μητέρα του κρατώντας μια πετσέτα με σκοπό να σκουπίσει τα δάκτυλα του που ήταν γεμάτα σάλτσα.
Ο Μαρκ έκατσε στον πισινό του και έπιασε το πινέλο που είχε πετάξει στο πάτωμα. Καθώς σήκωσε το χέρι του για να βάλει άλλη μία πινελιά πάνω στον καμβά, η Σονάτα έπιασε το χέρι του.
«Μαρκ, διαβολάκι τι σου έχω...» Σώπασε απότομα και έμεινε αποσβολωμένη κοιτώντας τον καμβά. Πάνω του ήταν ζωγραφισμένη η «Κραυγή» του Μουνκ . Η Σονάτα την είχε δει σε ένα μουσείο προ-αποικιακής τέχνης πριν από δέκα χρόνια και θα ορκιζόταν ότι ήταν ολόιδια με αυτή που είχε ζωγραφίσει ο Μαρκ.
«Μαμά πρέπει τελειώσω.» Στρίγγλισε ο Μαρκ προσπαθώντας να απεγκλωβίσει το χεράκι του από την λαβή της Σονάτα.
«Μαρκ τι είναι αυτό;» είπε χαμηλόφωνα η Σονάτα.
«Ζωγραφιά Μαμά» είπε δείχνοντας την διάφανη οθόνη αφής του υπολογιστή.
«Μου την έδειξε ο Μπαμπάς.» Συμπλήρωσε.


Η επόμενη ανάμνηση που ήρθε στο μυαλό του Μαρκ, ήταν λίγες μέρες μετά την ζωγραφιά. Ήταν η στιγμή που θα έμπαινε στον κόσμο των «βοηθητικών»
Και αν ήταν αρκετά δεξιοτέχνης, ίσως με το πέρας μερικών χρόνων θα μπορούσε να ενταχθεί στους «ανώτερους» . Ήταν η στιγμή που έκανε το πρώτο του εμφύτευμα. Ένας λυγμός έφυγε από τα χείλη του, ενώ δάκρυα κυλούσαν στα μάτια του, και έσφιξε στην αγκαλιά του το σκληρό πακέτο.


Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2732 μΧ. λίγες μέρες μετά.


Ο πεντάχρονος Μαρκ καθισμένος σε ένα δερμάτινο μαύρο καναπέ, με τα μικρά του δακτυλάκια ακολουθεί τις διαδρομές των ραφών του. Στο βάθος του δωματίου βλέπει τους γονείς του να κάθονται απέναντι από ένα ηλικιωμένο άνθρωπο οποίος φοράει άσπρα ρούχα. Ο γιατρός κρατάει στο χέρι του την ζωγραφιά με την «Κραυγή» και την περιεργάζεται με επίσημο ύφος. Η μορφή του τρομάζει ελαφρά τον Μαρκ, έχει κάτι το παράξενο πάνω του αλλά δεν μπορεί ακόμα να το προσδιορίσει. Ο «παράξενος κύριος» συζητούσε χαμηλόφωνα με τον Χαμπλέρ και την Σονάτα, οι οποίοι κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου, ρίχνοντας κοφτές ματιές στον Μαρκ. Ο Μαρκ ήθελε πάρα πολύ να τρέξει κοντά στην μητέρα του και να την πάρει αγκαλιά, όμως είχε μάθει ότι όταν οι ενήλικες μιλάνε, τα παιδιά πρέπει να μην τους ενοχλούν, οπότε συνέχισε να παίζει με τις ραφές του καναπέ.
«Εντάξει λοιπόν.» Ακούστηκε η βραχνή φωνή του γιατρού ο οποίος σηκώθηκε από την καρέκλα του.
«Θα βάλουμε μέσα τον πιτσιρικά σήμερα, και από αύριο θα βλέπει τον κόσμο με άλλη ματιά.»
Ο Μαρκ πάγωσε.. «Με άλλη ματιά; τι εννοούσε ο «παράξενος» κύριος;» σκέφτηκε με το παιδικό μυαλό του.
Ο γιατρός τον πλησίασε και έκανε ένα βαθύ κάθισμα ώσπου να έρθει στο ύψος του Μάρκ που καθόταν στον καναπέ. Ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά του Μαρκ σαν ηλεκτρικό ρεύμα, ξαφνικά αντίκρισε το τι έκανε παράξενο αυτόν τον Κύριο. Η κόρη του δεξιού του ματιού είχε ένα πράσινο ιριδίζον χρώμα.
«Είσαι έτοιμος για το μεγάλο βήμα πιτσιρίκο;» ρώτησε ο Γιατρός.
Ο Μαρκ κοίταξε απεγνωσμένα τους γονείς του που καθόντουσαν ακόμα στις θέσεις τους. Άρχισε να τον πιάνει πανικός, η μητέρα του του έγνεψε καταφατικά, ο πατέρας του του έκλεισε το μάτι κάνοντας ένα νεύμα προς την πόρτα. Ξαναγύρισε τα μάτια του προς τον γιατρό κοιτώντας τον παρακλητικά, δεν ήθελε να απομακρυνθεί από τους γονείς του, ιδιαιτέρα μαζί με αυτόν τον «παράξενο» κύριο.
«Έλα μαζί μου.» είπε ο Γιατρός όσο πιο μαλακά μπορούσε, απλώνοντας το χέρι του προς το μέρος του.
Ο Μαρκ άρπαξε το χέρι του Γιατρού και σηκώθηκε από τον καναπέ.
«Ετοιμάστε το χειρουργείο.» φώναξε ο Γιατρός ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου.



Μέσα στο παλιό Ραντάρ μια κραυγή απόγνωσης ακούστηκε η οποία πνίγηκε μέσα σε ένα λυγμό. Ο Μαρκ είχε σηκωθεί όρθιος ακουμπώντας την πλάτη του στον υγρό τοίχο. Σήκωσε το δέμα στο ύψος τον ματιών του και με το ένα χέρι άρχισε να ξετυλίγει το χαρτονένιο περιτύλιγμα. Τα μηχανικά μέρη μιας συσκευής άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους στα χέρια του Μαρκ. Μια άλλη ανάμνηση τον χτύπησε σαν «γροθιά». Ήταν δεκαπέντε χρονών και πλέον ονομαζόταν «βοηθητικός», το εμφύτευμα που του είχε τοποθετήσει ο Γιατρός στο μπροστινό μέρος του αριστερού εγκεφαλικού λοβού λειτουργούσε άψογα, χαρίζοντας του τέλεια όραση. Μπορούσε να δει μόρια σκόνης να αιωρούνται μπροστά του, το περίγραμμα των φύλλων πάνω στα δέντρα, μα το κυριότερο μπορούσε να δει τις μικροατέλειες που άφηναν τα πινέλα του πάνω στον καμβά ώστε να μπορεί να τις διορθώσει δημιουργώντας έτσι πίνακες απεριορίστου κάλλους.

Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2742 μΧ.

Δεκάδες μυρωδιές πλημμύριζαν τον αέρα, καραμέλα, δυόσμος, αλκοόλ. Ο Μαρκ καθόταν με κλειστά μάτια στην μέση του κελαριού. Τα ρουθούνια του πετάριζαν προσπαθώντας να ρουφήξει όλες τις μυρωδιές που ήταν στον χώρο. Σφιχτά στο στήθος του κρατούσε ένα μικρό σημειωματάριο. Σε αυτό έγραφε τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του, για το πόσο ανώτερος ένοιωθε από τα άλλα παιδιά, διότι ήταν ο νεότερος «Βοηθητικός» που είχε περάσει από την Αστραθ, την αναμονή του για να ενταχθεί στους «Ανώτερους», για το πόσο πολύ αγαπούσε την Μαριάμ που κάποια παιδιά την φώναζαν «Ελαττωματική» επειδή ήταν αριστερόχειρας. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε ένα μπουκάλι, ξεκούμπωσε το μεταλλικό πώμα, και η μυρωδιά της καραμέλας πλημμύρισε τον αέρα. Το έφερε στα χείλη του και η γεύση του ποτού γέμισε τον ουρανίσκο του. Ερχόταν κρυφά σε αυτό το κελάρι εδώ και τρία χρόνια, παρόλο που γνώριζε ότι το αλκοόλ απαγορεύεται στην κοιλάδα του Κυρ. Του φαινόταν παράξενο γιατί οι μεγάλοι είχαν δαιμονοποιήσει το συγκεκριμένο υγρό αφού ήταν τόσο γευστικό.
Ένας οξύς γδούπος απέσπασε την προσοχή του και λαμπερές ακτίνες φωτός έλουσαν το υπόγειο. Ο Μαρκ μαρμάρωσε, τρεις σιλουέτες έριχναν τις μακριές σκιές τους μέσα στο κελάρι.
«Νομίζω ότι βρήκαμε τον ποντικό μας.» Ακούστηκε μια βαριά ανδρική φωνή.¨
«Και είναι και μικρός.» Απάντησε η βαριά φωνή της μεσαίας σιλουέτας.
Ο Μαρκ είχε παγώσει στην θέση του, σαν ένα ελάφι που το χτυπάνε τα φώτα της νταλίκας τα μεσάνυχτα. Η Τρίτη σιλουέτα έκανε τρεις μεγάλες δρασκελιές και έπιασε τον «ποντικό» από τον ώμο.
«Έλα παιδί μου.» Είπε μέσα από τα δόντια του.
«Πρέπει να δώσεις ορισμένες εξηγήσεις.» Συμπλήρωσε.
Ο Μαρκ ακολούθησε δουλικά τον φρουρό μέχρι να φτάσει στο κτήριο της Φρουραρχείας το οποίο βρισκόταν στο κέντρο της πόλης.
«Περίμενε εδώ.» Είπε κοφτά ο φρουρός δείχνοντας με το χέρι του ένα παγκάκι.
Μετά από πέντε λεπτά μια πόρτα άνοιξε και ένας μυώδης άντρας φώναξε τον Μαρκ μέσα στο γραφείο.
Μπήκε μέσα στο γραφείο και κάθισε στην καρέκλα που του υπόδειξε ο Φρουρός. Ένοιωθε μουδιασμένος, το μυαλό του δούλευε γρήγορα αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι το αξιόλογο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει αυτή την στιγμή.
«Όνομα ;» Ρώτησε παγερά ο Φρουρός.
«Μαρκ Σουρίντερ, κύριε.» Είπε δισταχτικά ο Μαρκ.
Ο μυώδης άντρας στράφηκε στον υπολογιστή που ήταν πάνω στο γραφείο.
«Μάλιστα.» ψιθύρισε.
«Ο γιος του Χαμπλερ, σωστά;» συμπλήρωσε, κοιτώντας υποτιμητικά τον Μάρκ.
«Ναι κύριε.» Αποκρίθηκε ο Μαρκ.
«Τι έκανες κάτω στο κελάρι; Το γνωρίζεις ότι είναι παράνομο; » Ρώτησε απότομα ο φρουρός.
«Τίποτα δεν έκανα, και δεν ήξερα ότι απαγορεύεται» Είπε μέσα απο τα δόντια του ο Μαρκ κρατώντας τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος του προσπαθώντας να κρύψει το τετράδιο του.
«Έπινες ε;»βροντοφώναξε ο φρουρός.
Τα μάτια του Μαρκ άρχισαν να βουρκώνουν.
«Φέρε εδώ αυτό το τετράδιο.» είπε ο άνδρας.
Ο Μαρκ άφησε το τετράδιο πάνω στο γραφείο. Δεν προσπαθούσε πλέον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, τα οποία πλέον είχαν αρχίσει να κυλάνε στα μάγουλα του.
«Αγαπάς και ένα κορίτσι βλέπω...Ντροπή σου. Πίνεις, αγαπάς, τι άλλα πάθη έχεις μικρέ;»
«Τίποτα άλλο.» Είπε μέσα από τους λυγμούς που τράνταζαν το σώμα του Μαρκ.
«Σε δύο χρόνια περνάς από την εξεταστική, και απ ότι βλέπω πας για «Ελαττωματικός» παιδί μου.»
«Μα είμαι βοηθητικός!» Φώναξε με όλη την δύναμη τον πνευμόνων του ο Μαρκ.
«Και;» πρόσθεσε ο φρουρός.
Ο Μαρκ ξαφνιάστηκε από την απάντηση και βάλθηκε να κοιτάζει σαστισμένος το τραχύ πρόσωπο του φρουρού..
«Φύγε τώρα, Και όλα θα γραφτούν στον φάκελο σου.».


Τα χαρτόνια που κάποτε τύλιγαν τον μηχανισμό τώρα κειτόταν στο έδαφος. Μια μικρή γυαλιστερή συσκευή βρισκόταν τώρα στα χέρια του Μαρκ. Η μία πλευρά της είχε χαραγμένο το ‘EMP’
«Ηλεκτρομαγνητικός παλμός» Σκέφτηκε ο Μαρκ και ένα μειδίαμα εμφανίστηκε στο πρόσωπο του. Θα τοποθετούσε την συσκευή στην κεντρική μονάδα του Ραντάρ και ο παλμός θα κατέστρεφε όλα τα μηχανικά μέρη της κοιλάδας του Κυρ, συμπεριλαμβανομένων και των μεταφυτευμάτων. Θα εκδικούταν την Αστραθ που τον πέταξε στην αριστερή όχθη του Κασμαρ. Θα τους σκότωνε όλους όσους είχαν κάτι το μηχανικό πάνω τους. Η οργή ξεχείλιζε μέσα του αλλά δεν έκλαιγε, τα δάκρυα του είχαν πλέον στερέψει.
Όταν μάζεψε τα πράγματα του και πέρασε στην άλλη όχθη αντίκρισε την γύμνια της κοινωνίας του. Βρήκε εκατοντάδες ανθρώπους σε άθλια κατάσταση, όλοι είχαν κριθεί ελαττωματικοί για διάφορους λόγους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι «Ελαττωματικός» θεωρείτε αυτός που είτε απέρριψε το εμφύτευμα του, είτε η συμπεριφορά του ξέφευγε από την κοινή αποστειρωμένη συμπεριφορά που επέβαλλαν οι «Ανώτεροι» στην κοινωνία. Την συσκευή που κρατούσε στα χέρια του την είχε κατασκευάσει ένας «Ελαττωματικός» φυσικός πού γνώρισε σε ένα σκοτεινό μπαρ της αριστερής όχθης, είχε κριθεί «Ελαττωματικός» λόγο της έπαρσης που τον χαρακτήριζε. Είχε δεχτεί να κατασκευάσει την συσκευή για οχτώ προσωπογραφίες του.
Ο Μαρκ συνέδεσε την συσκευή στην κεντρική κονσόλα του Ραντάρ. Ένα πάτημα του μεγάλου κόκκινου κουμπιού και μία πλήρη περιστροφή του Ραντάρ θα ήταν αρκετό για να σπείρει τον όλεθρο στην κοιλάδα του Κυρ. Η λέξη του Εξεταστή αντήχησε πάλι μέσα στο κεφάλι του Μαρκ. Μια άλλη ανάμνηση βρήκε τον δρόμο της προς την επιφάνεια.


Κοιλάδα του Κυρ, Αστράθ, 2744 μΧ.

Ο Δεκαεφτάχρονος Μαρκ κάθετε σε μια άβολη σιδερένια καρέκλα. Μπροστά του απλώνεται η χαώδης αίθουσα της εξεταστικής επιτροπής. Στα δέκα περίπου μέτρα υψώνονται τα έδρανα της εξεταστικής επιτροπής. Η αίθουσα εξέπεμπε ένα γαλάζιο φως, κάποιος κρυφός φωτισμός, υπέθεσε ο Μαρκ.
«Σουρίντερ Χαμπλερ Μαρκ.» Φώναξε ο Εξεταστής.
Ο Μαρκ σηκώθηκε από την καρέκλα.
«Εξετάζεσαι για την απόκτηση Κοινωνικής Ιδιότητας. Έχεις να δηλώσεις τίποτα;» συμπλήρωσε ο Ηλικιωμένος άντρας.
« Θέλω να δηλώσω ότι υπήρξα ο νεότερος «Βοηθητικός» από την ίδρυση της Αστραθ.» Απάντησε ο Μαρκ.
Ο εξεταστής ακούμπησε την οθόνη του υπολογιστή. Πίσω του εμφανίστηκε το ολόγραμμα της οθόνης με την φωτογραφία του Μαρκ .
«Σουρίντερ Χαμπλερ Μαρκ» Αναφώνησε ο Εξεταστής. «Η επιτροπή έλεγξε τον φάκελο σου διεξοδικά. Βρήκαμε καταχωρήσεις για τέρψη από το αλκοόλ, για αδύναμα συναισθήματα όπως έπαρση, αλαζονεία, αγάπη και υπάρχουν υπόνοιες ότι ορισμένα βράδια πέρασες από τον οίκο ανοχής στην αριστερή όχθη. Έχεις να προσθέσεις τίποτα;»
«Είμαι ο νεότερος «Βοηθητικός»». Φώναξε ο Μαρκ.
«Και;» Απάντησε ο Εξεταστής πιάνοντας το σφυρί που ήταν πάνω στο έδρανο.
«Ελαττωματικός ,Ελαττωματικός» είπε ο Εξεταστής χτυπώντας το σφυρί πάνω στην έδρα.
«Γιατί;» Ούρλιαξε ο Μαρκ απεγνωσμένα.
«Ανθρώπινα Πάθη ,ελαττωματικά γονίδια μάλλον.» είπε αδιάφορα ο Ηλικιωμένος, κοιτώντας σχολαστικά ένα άλλο φάκελο .
«Μέχρι να ανατείλει ο Τερεμ να έχεις περάσει απέναντι.»

Ο Μαρκ κοντοστάθηκε κρατούσε την κονσόλα με τα δύο του χέρια, έριξε μια μάτια έξω από το παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς μπροστά του, η βροχή μαστίγωνε ακόμα ,σαν θεϊκή τιμωρία, την κοιλάδα. Η λάμψη των κεραυνών του θύμιζε τον φωτισμό της εξεταστικής αίθουσας. Σήκωσε απότομα το δεξί του χέρι, το άφησε να αιωρείται , σκέφτηκε ότι και αυτός θα βρισκόταν νεκρός με το πάτημα του κουμπιού, δεν τον ένοιαζε , δεν μπορούσε να ζει σαν απόβλητος, ήταν «Βοηθητικός» γαμώτο, ίσως και «Ανώτερος», ναι, θα έδινε ένα μάθημα σε αυτούς που τον έβγαλαν «ελαττωματικό» θα τους έδειχνε ότι είναι καλύτερος τους. Το χέρι του έπεσε βαρύ πάνω στο κουμπί.
Τα μελίγγια του άρχισαν να χτυπάνε οδυνηρά σήκωσε το βλέμμα του και είδε τα φώτα της Αστραθ να σβήνουν διαδοχικά. Ένα χαμόγελο συνδυασμένο με μορφασμό από τον πόνο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τα γόνατα του λύγισαν και βρέθηκε πεσμένος στο έδαφος βλέποντας σταγόνες αίματος να στάζουν στο πάτωμα, αλλά πλέον δεν ένοιωθε πόνο, τα μάτια του έκλεισαν και ένιωσε χαρούμενος, η ζωή άρχισε να εγκαταλείπει το σώμα του, κράτησε όσο πιο πολύ μπορούσε την τελευταία του ανάσα και όταν δεν μπορούσε άλλο ψέλλισε.
«Νίκησα.»




created by
kalanapathw

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Νανοπεριπέτειες κεφαλαιο 10-11

Κεφάλαιο 10
Στον Φάρο

Το ξωτικό με τον Σκόρο είχαν ανταλλάξει μια κάπως αμήχανη χειραψία και αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να κουβαλήσουν την αναίσθητη Μίνα , την ιέρεια του θεού Λέα (θεός των ξωτικών) στον φάρο.
Το ξωτικό καθ όλη την διαδρομή τους προς τον φάρο παρατηρούσε τον νάνο ο οποίος κουβαλούσε την λεπτοκαμωμένη γυναίκα της ανθρώπινης φυλής στον ώμο του χωρίς δυσκολία. Το ξωτικό ήταν σιωπηλό όσο περπατάγανε προς τον φάρο πρόλαβε να πει ένα –ευχαριστώ-, που τον έσωσε, και ένα –συγγνώμη- ,που τον έδειρε, στον νάνο και έπειτα ο Σκόρος μονοπώλησε την συζήτηση. Ο Σκόρος νιώθοντας πιο άνετα πλέον και ξερώντας πως τα σημαντικά θέματα θα συζητιόντουσαν στον φάρο είχε αραδιάσει όλα όσα θεωρούσε πως θα έπρεπε κανείς να ξέρει για αυτόν τον κόσμο άμα εμφανιζόταν από το πουθενά, γιατί κάπως έτσι αντιμετώπιζε το ξωτικό της νύχτας , σαν μια ζωγραφιά που ζωντάνεψε.
«Και που λες εμείς οι νάνοι έχουμε δυο ονόματα, το ένα μας το δίνουν οι πατεράδες μας και είναι πάντα μια ιδιότητα, όπως γενναίος, έξυπνος , αλλά αυτό το όνομα μένει κρυφό για τους πιο πολλούς, -δεν σου λέω βέβαια ακόμα το δικό μου και δεν θα το μάθεις μέχρι να μου φύγουν οι μελανιές από το πρόσωπο να είσαι σίγουρος ...» Το ξωτικό έκανε μια αποδοκιμαστική γκριμάτσα μες στις σκοτούρες του, αλλά ο νάνος δεν μπορούσε να δει καλά στο σκοτάδι όπως το σκοτεινό ξωτικό και συνέχυσε για κακή του τύχη. « και το όνομα με το οποίο σε φωνάζουν το φτιάχνεις μόνος σου , το δικό μου είναι Σκόρος, και έτσι η ταφόπλακα σου θα γράφει -Μπίλιας Ο Τρομερός- για παράδειγμα.» Το σκοτεινό ξωτικό χαμογέλασε, ένα ξωτικό του φωτός θα είχε φρίξει στην λέξη –ταφόπλακα-.
« Όπως Στράνγλερ ο Φλογερός ε ?» σχολίασε άχρωμα το ξωτικό.
« Ω! μα ξέρεις τον φοβερό αυτόν ήρωα των νάνων ? πολέμησε στους πόλεμους των ξωτικών χρόνια πριν.»
« Η μονάδα μου τον σκότωσε.» είπε απαλά το ξωτικό και στο μυαλό του ήρθε η μνήμη από το φρούριο που το τύλιξαν στις φλόγες οι συνδυασμένες μαγείες της φωτιάς του μάγου Λόργαν και του αέρα από εκείνον. Το ξωτικό μετάνιωσε για τα λόγια του καθώς φοβήθηκε την αντίδραση του Σκόρου. Ο Νάνος έμμηνε ακίνητος για μια στιγμή με τα μάτια στραμμένα πάνω στον μάγο.
«Δηλαδή εσύ είσαι ο …»
«Βησσαρίων Ταϊφούν.» συμπλήρωσε με πικρία ο μάγος καθώς πλέον δεν αισθανόταν περήφανος για αυτό το όνομα. Τα μάτια του Σκόρου άνοιξαν διάπλατα.
«Ωραία!» αναφώνησε με αθώα κατάπληξη ο νάνος και μια κάπως σαχλή χαρά τον συντάραξε κάνοντας το ξωτικό να νιώθει ακόμα πιο άβολα.
Το ξωτικό δεν ήξερε πια τι να σκεφτεί για αυτόν τον νάνο, παλάβρας το δίχως άλλο. Ο Βησσαρίων άνοιξε το στόμα του να πει κάτι ,αλλά ο Σκόρος τον διέκοψε.
«Φτάσαμε!»
Ο φάρος ήταν αρκετά κοντά στην πόλη Παουλάνερ, την πόλη όπου ο Σκόρος είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια με τον Τόμπο. Πολλά σπίτια ήταν έξω από τα τύχει της πόλης και υπήρχαν αρκετές ρίζες από κομμένα δέντρα παντού αυτό εμφάνισε μια σκιά στο πρόσωπο του Σκόρου.
«Η πόλη μεγάλωσε πολύ από την τελευταία φορά που την είδα» είπε στο εαυτό του πιο πολύ παρά στον Βησσαρίων.
Ο φάρος ήταν από καιρό ερειπωμένος και παντού υπήρχε μόνο κρύα πέτρα. Ο Σκόρος άρπαξε μερικά άχυρα από τα γύρω σπίτια και έτσι μπόρεσαν να φτιάξουν ένα υποτυπώδες κρεβάτι ώστε να μην κάθονται στην κρύα πέτρα, άναψαν και μια μικρή φωτιά που την κράτησαν για λίγο αναμμένη ,τόσο όσο χρειάζονταν για να συζητήσουν. Έβαλαν την Μίνα να ξαπλώσει λίγο παραπέρα και άρχισαν να διηγούνται τις ιστορίες τους με τα χέρια τους να ακουμπάνε στα ξίφη ώστε να μιλάνε μαζί με τον Μάθιου για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.
Πρώτος άρχισε ο Σκόρος την ιστορία του και την είπε γρήγορα και με πάθος χωρίς να παραλείψει τίποτα
«Και τότε εκείνη την στιγμή πραγματικά η δύναμη του Μάθιου με έκανε να εκραγώ ! Δεν μπορούσα να αντέξω όλο αυτόν τον θυμό και έβγαλα έναν τρομερό βρυχηθμό !...»
«Καλή φάση !» συμπλήρωσε ο Δαίμονας
«Ναι ! και ήταν τόσο τρομερός που όλοι πανικοβλήθηκαν και έπειτα η Θεά Μπύρα γέμισε τα βαρέλια ,γιατί τις αρέσουν τα δυνατά συναισθήματα και …»
Το ξωτικό μια ήθελε να γελάσει με το δίδυμο του νάνου και του δαίμονα και μία να το βάλει στα πόδια καθώς ένιωθε πως όλα αυτά ήταν αληθινά.
«Και έτσι ο Μάθιου κατάστρεψε τον γάμο μου…»
«δεν κάνει τίποτα !» τον διέκοψε ο Μάθιου, γέλασαν και το ξωτικό υπνωτισμένο από την κούραση ένιωσε για μια στιγμή σαν να έβλεπε ένα παλαβό όνειρο μετά από ένα καλό μεθύσι, τόσο άνετα μιλούσε για τον χαμό ολόκληρης της περιουσίας του και τις παλιάς του ζωής ο νάνος που έδινε κουράγιο στον Μάγο. Μετά τον λόγο πήρε ο δαίμονας και η ιστορία του δεν ήταν τόσο ανάλαφρη όσο του Σκόρου.







Κεφάλαιο 11
Ιστορίες


«Μάλλον δεν σας μοιάζω τόσο για δαίμονας» ακούστηκε η φωνή του Μάθιου Άκαθαρ να λέει στους δύο άνδρες με μια θλίψη στην φωνή του που και οι δύο ένιωσαν .
«Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν είμαι κακός αλλά το σκοτάδι …» η φωνή έκανε μια παύση.
«Αλλά το σκοτάδι με έχει αφομοιώσει πλέον…» παραδέχτηκε πένθιμα η βασανισμένη ψυχή και κανένας από τους θνητούς δεν μίλησε από συμπόνια, θλίψη και δέος. Ο Μάθιου συνέχισε τον λόγο του με θαυμαστή, γρανιτένια σταθερότητα πνίγοντας τον πόνο με ελάχιστες παύσεις και προσπαθώντας να βοηθήσει τους άλλους δυο να καταλάβουν την ιστορία του.
«Έγινα δαίμονας γιατί πέθανα μέσα στο μίσος μου και στην αμαρτία μου, σκότωσα τον πατέρα μου» οι δύο θνητοί τινάχτηκαν στα κοφτά αυτά βέβηλα λόγια που ξεστόμισε ο δαίμονας τόσο αβίαστα.
«Αλλά για εμένα αυτός ο άνθρωπος ήταν απλά ο Γουίλιαμ Άκαθαρ ένας πανούργος μάγος που με χρησιμοποιούσε για τους δικούς του μοχθηρούς σκοπούς, ένας άνθρωπος που δεν μπορούσα παρά να υπακούσω και να βοηθήσω, αυτός ήταν που βούτηξε την ψυχή μου στο σκοτάδι και τα χέρια μου στο αίμα των εχθρών του.»
Η φωνή που άκουγαν ο νάνος και το ξωτικό της νύχτας ήταν ήρεμη αλλά οι δύο άντρες ένιωσαν την οργή του Μάθιου, που πήγαζε από αιώνες μαρτυρίου, σαν να ήταν δική τους και ένα παροξυμμένο μίσος έκανε τους μύες τους σε ολόκληρο το κορμί τους να μυρμηγκιάζουν και μια φλόγα άρχισε να φουντώνει μέσα τους με μια απολαυστική θέρμη που φλόγιζε την καρδιά τους με δύναμη. Και τότε ακούστηκε ένας βήχας από το αχυρένιο στρώμα απέναντί τους, η Μίνα είχε πνιγεί στον ύπνο της με το σάλιο της, οι δύο άνδρες επανήλθαν στην πραγματικότητα και αφού αντάλλαξαν ένα ανήσυχο βλέμμα για εκείνο που είχαν νιώσει μόλις πριν μια στιγμή έσπευσαν προς την Μίνα. Ο Σκόρος πήρε την ιέρεια στα χέρια του, η ιέρεια είχε ιδρώσει σαν να έβλεπε κάποιον εφιάλτη και τα μαύρα μαλλιά της είχαν κολλήσει πάνω στο πρόσωπο της , άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε έντρομη γύρο και αφού εστίασε και αναγνώρισε το πρόσωπο του Σκόρου έδηξε να ανακουφίζετε ,αλλά χωρίς να εγκαταλείπει την ένταση από το πρόσωπο της, έπειτα ξανακοιμήθηκε μέσα στην παραζάλη της.
Ο Σκόρος την άφησε τρυφερά στο στρώμα και σκούπισε ελαφρά τον ιδρώτα της με την γενειάδα του, μια κίνηση που δεν διέφυγε από τον Βησσαρίωνα, και ξαναγύρισε στην θέση του.
«Όταν μίλαγα πιο πριν νιώσατε μια οργή μέσα σας…σωστά?» Ρώτησε ο Δαίμονας με την ήρεμη φωνή του, το ξωτικό δίστασε για μια στιγμή.
«Ναι !» απάντησε αμέσως καχύποπτα ο Σκόρος αυτήν την φορά και κοίταξε κατάματα το ξωτικό.
«Αυτή η κοπέλα… έχει μια καλή ψυχή, το νιώθω, είναι ιέρεια του θεού Λέα σωστά ?»
«Σωστά, ο θεός των ξωτικών» απάντησε ο Σκόρος αμέσως.
«Των ξωτικών ? από πότε ο θεός της δημιουργίας ανήκει σε κάποια φυλή ?» ρώτησε ο Μάθιου.
«Ε να μην είναι τώρα γύρω στα ….» άργησε ο Σκόρος …
«Τριακόσια χρόνια!» δήλωσε κοφτά ο Βησσαρίων «από τον πόλεμο των ξωτικών» συμπλήρωσε ο ίδιος.
«Μάλιστα ώστε τα ξωτικά τα έχουν φέρει όλα στα μέτρα τους όπως φαίνετε.» δήλωσε σκεπτικά ο Μάθιου.
«Ας κάνουν ότι θέλουν τα χαζοχαρούμενα ξωτικά με τους θεούς τους !» είπε ενοχλημένος ο Σκόρος ξαφνιάζοντας τους άλλους δύο «Η Μίνα ποια σχέση έχει?»
Η φωνή του Μάθιου ακούστηκε ξανά πιο ελαφριά τώρα και το ξωτικό είχε μια έκφραση στο πρόσωπο του που ίσως έκρυβε ένα ελαφρό χαμόγελο από κάτω.
«Και εγώ θα ανησυχούσα για κάποιον τόσο αγαπημένο μου Σκόρε, ειδικά όταν θα έπρεπε να με συνοδεύσει σε ένα τόσο επικίνδυνο ταξίδι.»
«Ε?» έκανε ο Σκόρος και γύρισε να κοιτάξει το ξίφος που μοιραζόταν με τον Βησσαρίωνα λες και κοιτούσε κατάματα τον Μάθιου.
«Θα καταλάβεις Σκόρε, όλα στον καιρό τους, εγώ ο ίδιος τώρα συνειδητοποιώ το τι είμαι, δεν περιμένω από εσένα να καταλάβεις.»

«Τόσα χρόνια ήμουν υπόδουλος του πατέρα μου. Όταν ήμουν ακόμα άνθρωπος ήμουν ένας εξαίσιος πολεμιστής, η μαγεία του πατέρα μου είχε περάσει σε εμένα με έναν διαφορετικό τρόπο.» ο δαίμονας έκανε μια παύση νιώθοντας τον φόβο του νάνου ότι δεν θα καταλάβαινε τα περί τις μαγείας και έτσι ο Μάθιου αποφάσισε να πλατειάσει λίγο την διήγηση του.
«Εσύ αρχιμάγε σίγουρα κατάλαβες τι εννοώ» και ο Βησσαρίωνας έγνεψε θετικά στο φώς της φωτιάς, λες και έβλεπε το πρόσωπο του Μάθιου στις φλόγες.
«Η μαγεία έρρεε μέσα στο κορμί μου, αν και ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω κάποιο ξόρκι την χρησιμοποιούσα διαφορετικά, την εκτόνωνα στο κορμί μου.» άλλη μια παύση.
«Η μαγεία για να καταλάβεις Σκόρε είναι κάτι σαν την θέληση ενός ατόμου μαζί με την ενέργεια του και έπειτα για να γίνει μάγος πρέπει να το καλλιεργήσεις αυτό. Η μαγεία του κάθε ατόμου είναι διαφορετική ο φίλος μας ο αρχιμάγος την εξωτερικεύει με ξόρκια, το πώς ακριβώς δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι πως την μαγεία πρέπει να διοχετεύετε και να εκτονώνετε. Εγώ την διοχέτευα στους μύες μου και στο μυαλό μου πάντα χωρίς καν να το συνειδητοποιώ και αυτό με έκανε πιο γρήγορο ,πιο δυνατό, και το πιο σημαντικό όξυνα τις αισθήσεις μου.»
ο Βησσαρίων συμπλήρωσε.
« Η μαγεία πρέπει να έχει ένα μέσο πάντα, αν ο μάγος δεν κρατά ένα ραβδί το οποίο θα δεχτεί τις επιπτώσεις τις μαγείας θα κάψει τα χέρια του με το πρώτο πύρινο ξόρκι.»
Ο νάνος έμοιαζε πιο πολύ να μην πείστηκε παρά να μην κατάλαβε.
«Και οι νάνοι χρησιμοποιούν την μαγεία στα εξαίσια χειροτεχνήματα τους, χωρίς να το καταλαβαίνουν βέβαια.» είπε με φωνή που έμοιαζε ειλικρινής ο Μάθιου και ο νάνος στρογγυλοκάθισε με χαρά, το κομπλιμέντο είχε πιάσει τόπο, ο νάνος πείστηκε!
«Και πού κολλάνε όλα αυτά με την υποδούλωση σου στον πατέρα σου?» ρώτησε ο πλέον κατηρτισμένος στην μαγεία Σκόρος.
«Σχετίζονται με τα δύο ξίφη που απέκτησες Σκόρε.» απάντησε ήρεμα ο Μάθιου «Όταν σκότωσα τον άνθρωπο εκείνων που τόσο μισούσα την εξουσία του, με τιμώρησε εξουσιάζοντας το σώμα μου μέχρι αυτό να πεθάνει… με εμένα απλό παρατηρητή των πράξεων του.» και ο Μάθιου συνέχισε την διήγηση με τον ίδιο ήρεμο τόνο με τους θνητούς να περιμένουν με αγωνία την συνέχεια.
«Αλλά το μαρτύριό μου δεν τελείωσε εκεί γιατί εκείνος φρόντισε να παγιδέψει τις ψυχές μας μέσα σε αυτά τα σπαθιά που είχαν απάνω τους το αίμα μας και έτσι όταν πέθανε το σώμα μου κάποιος άλλος πήρε τα ξίφη και αμέσως ο Πατέρας μου εξουσίαζε το σώμα του και αξιοποιούσε τις δυνάμεις μου, επεκτείνοντας το μαρτύριο μου σε ένα ακόμα θύμα που το σκοτάδι τύλιγε την ψυχή του, όπως το μίσος τύλιξε την δική μου, και με ένα μέρος του εαυτού του να ευχαριστιέται τις αποτρόπαιες πράξεις του πατέρα μου, και μετά ξαναέβλεπα τον θάνατο- Ω τι ήρεμα!» εκείνη η τελευταία φράση ήταν η μόνη που ήταν χρωματισμένη με συναισθήματα κάνοντας μέχρι και το ξωτικό τις νύχτας να αναπηδήσει.
«Αλλά η ηρεμία δεν κράταγε πολύ , ένα άλλο θύμα έβρισκε τα ξίφη και η ιστορία επαναλαμβανόταν ξανά με τελευταίο θύμα μια όμορφη ξωτικιά της νύχτας…»
«Την Άιλα…» ακούστηκε υγρή η φωνή του Μάγου και όταν ο Σκόρος γύρισε να τον κοιτάξει ο Βησσαρίων είχε το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από τις παλάμες του. «Την γυναίκα μου…» πρόσθεσε αφαιρώντας τα χέρια του από το πρόσωπο του, στο οποίο μπόρεσε ο Σκόρος να διακρίνει εκτός από θλίψη μια βαθειά ντροπή.
Ο Σκόρος άπλωσε με συμπόνια το χέρι του και το ακούμπησε στον ώμο του ξωτικού, όπως θα έκανε και στον Τόμπο.
«Δεν χρειάζεται να κρατάς μέσα σου αυτό που σε ντροπιάζει φίλε μου.» το ξωτικό κοίταξε κατάματα αυτό το πλάσμα που πριν μια μέρα ήταν εχθρός του.
«Είναι αλήθεια, ντρέπομαι για τον εαυτό μου, τετρακόσια χρόνια ήμουν ένας ήρωας και τώρα είμαι ένας δειλός….αυτοεξόριστος.» ο νάνος συνέχυσε να τον κοιτάζει σταθερά κατάματα με την καλόκαρδη ματιά του και το ζεστό του χέρι να ακουμπά τον ώμο του μάγου, ο μάγος δεν μπορούσε παρά να νιώθει άσχημα για όλα αυτά τα σημάδια που είχε αφήσει πάνω στον Σκόρο κατά την πάλη τους.
«Αλλά εσύ μου δίνεις θάρρος.» είπε το ξωτικό χωρίς να το πολυσκεφτεί νιώθοντας πιο άνετα με τον πρώην εχθρό του, σαν να ήταν και αυτός ένας όμοιος του.
«Πες μας τι έπαθες »

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Νανοπεριπέτειες κεφαλαια 1-9

Κεφάλαιο 1
Μαυρογέρακας




Ο Γουίλιαμ Άκαθαρ πέθαινε και θα έπρεπε να ήταν χαρούμενος που το τέλος του θα ήταν αυτό, αλλά στα μάτια του υπήρχε τρόμος και όχι αγαλλίαση.
Ήταν ένας περήφανος και δυνατός άνδρας, ένας ισχυρός μάγος γνωστός σαν –Μαυρογέρακας- ο οποίος με την δύναμη και την πονηριά του είχε καταφέρει να γίνει βασιλιάς στο αρχαίο βασίλειο του , χαμένο πια από τους αιώνες και τους πολέμους.
Κάποτε πριν χρόνια, βλέποντας τον 17χρονο γιό του, τον μόνο άνθρωπο που αγαπούσε και εμπιστευόταν, να αφοπλίζει τον δάσκαλο τις ξιφασκίας ένιωσε πολύ περήφανος για εκείνον. Έτσι ο Μαυρογέρακας άφησε ένα χαμόγελο να αστράψει κάτω από την μαύρη κουκούλα του μανδύα του και για μια φορά άφησε τα συναισθήματα του ελεύθερα και ευχήθηκε χωρίς να σκέφτεται…
-Γιέ μου μακάρι να πεθάνω και το πρόσωπο σου να είναι το τελευταίο πράγμα που θα δω.
Η ευχή του είχε πραγματοποιηθεί, ο τρόμος του μετατράπηκε σε οργή.
Δεν μπορούσε να πιστέψει πως επέζησε από τόσους δόλιους ανθρώπους για να πεθάνει από το χέρι του γιού του , του οποίου το πρόσωπο ήταν αγνώριστο από το μίσος.
Ο γιός του ο Μάθιου Άκαθαρ ήταν ένας εξαίσιος πολεμιστής, απίστευτα δυνατός, αλλά η ψυχή του δεν είχε κακία μέσα της. Σιχαίνονταν τους –διπλωματικούς- μεθόδους του πατέρα του και ακόμα περισσότερο τον εαυτό του όταν ήταν αναγκασμένος να γίνει κυριολεκτικά ο –εκτελεστής- αυτών των μεθόδων. Σιχαίνονταν να τον ελέγχουν. Έπειτα από κάποια χρόνια δεν άντεξε άλλο παραλογίστηκε και όλη αυτή η καταπιεσμένη οργή τον οδήγησε σε αυτήν την αναίσχυντη πράξη και η δύσμοιρη ψυχή του τυλίχτηκε στο σκοτάδι άθελα του.
Ο Μαυρογέρακας με παραλογισμένη οργή τράβηξε ένα σπαθί όμοιο με εκείνο του γιού του που βρίσκονταν κοντά του και κάρφωσε τον γιό του στο στήθος από κάτω προς τα πάνω, όμοιο με το χτύπημα που του είχε κάνει ο γιός του. Δεν είχε την δύναμη για ένα θανάσιμο χτύπημα, μόλις που λίγο αίμα κύλησε στην λεπίδα. Τα ξίφη ακούμπησαν, το ίδιο και το αίμα των δύο ανδρών.
-Καταραμένος να ‘σε να ζεις πάντα μαζί μου.- καταράστηκε ο Μαυρογέρακας και ξεψύχησε. Ο νεαρός ανέκφραστος κινήθηκε μηχανικά, σχεδόν ευλαβικά σαν να είχε μετανιώσει. Τράβηξε το ξίφος από την θανάσιμη πληγή του πατέρα του και τον ξάπλωσε στο πάτωμα. Πήρε το άλλο ξίφος από το χέρι του νεκρού και έμεινε να κοιτάζει για μία στιγμή. Έπειτα η πληγή του στο στήθος τον πόνεσε απίστευτα, ένιωσε να χάνει τον έλεγχο του σώματος του και μια δύναμη να τον συνθλίβει, άκουσε τον πατερά του να ουρλιάζει με την οργή που είχε προ ολίγου
-Είσαι δικός μου τώρα!!!





Κεφάλαιο 2
Σκόρος



«Μπα…» είπε κάπως δύσπιστα ο Σκόρος.
«Λίγο μελαγχολικό το βιβλίο που διάλεξα αυτή την φορά.» σκέφτηκε. Σήκωσε το δεξί του φρύδι κοιτάζοντας χαμογελώντας το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του.
Δεν ήταν αυτό το πραγματικό του όνομα, του είχε κολλήσει από την μανία του να διαβάζει βιβλία φαντασίας μέχρι που ένας φίλος του τον παρομοίασε με έναν σκόρο που τρώει τα ρούχα όπως εκείνος τα βιβλία, τέλος πάντων του άρεσε αυτό το σχόλιο και κράτησε το σκόρος για ψευδώνυμο του.
«Και δηλαδή ο Μάγος αυτός μπήκε στο σώμα του γιου του…πφφφ! Μαγεία!»
Παρόλο που τον συνάρπαζε δεν πίστευε ιδιαίτερα στην μαγεία, όπως και όλοι οι νάνοι φυσικά.
«Και ο Μάθιου έζησε για πάντα υπό την εξουσία του πατέρα του, που τόσο μισούσε…» πρόσθεσε κάπως λυπημένα.
«Άντε μωρέ!» σκέφτηκε και άρπαξε το ποτήρι με την μπύρα του και ήπιε μια γουλιά τόση ώστε να νιώσει ίσα-ίσα την γεύση της ευθυμώντας πάλι, καθώς δεν ήταν στο στυλ του να μένει για πολύ ώρα σκυθρωπός.
«Η καλύτερη!» δήλωσε φωναχτά και πήρε ένα άλλο ποτήρι στα χέρια του και επανέλαβε την διαδικασία.
«χμμ…Δυνατή θα έλεγα με ,απαλή υφή…και η επίγευση είναι πικρούτσικη, μου αρέσει!» είπε στην σύσσωμη οικογένεια του ζυθοποιού που τον παρακολουθούσαν με απίστευτη ένταση όλη αυτήν την ώρα που αξιολογούσε τις μπύρες τους.
Ναι ο Σκόρος ήταν ένας τυχερός νάνος, ήταν ένας δοκιμαστής μπύρας, κορυφαίος στο χωρίο του. Βεβαία έτσι νόμιζαν οι υπόλοιποι νάνοι, αυτός απλός διάλεγε τις δυο που του άρεσαν πιο πολύ και έβαζε λίγο σάλτσα στην περιγραφή, κατά τα άλλα έπινε μια γουλιά από όλες και διάβαζε χαλαρά τα βιβλία αυξάνοντας την ένταση κάνοντας τους αγχωμένους ζυθοποιούς να νομίζουν πως είναι γευσιγνώστης αιχμής, και έτσι ο Σκόρος συμπλήρωνε το εισόδημα του λατομείου του.
«Τελειώσαμε!» δήλωσε χαρούμενα. Έκλεισε το βιβλίο του και σηκώθηκε όρθιος.
«Τέσσερα αστέρια στις δύο τελευταίες» είπε σφίγγοντας το χέρι του αρχιζυθοποιου χαμογελώντας όπως άρμοζε στην ευγένεια του, πέρασε το βιβλίο παραμάσχαλα και ανηφόρισε την ξύλινη σκάλα για να βγει από το πέτρινο κελάρι του ζυθοποιού.
Χαμόγελα άστραψαν στους νεότερους γιους του ζυθοποιού κολακευμένοι από τα σχόλια του γευσιγνώστη, αλλά ο γέρος ζυθοποιός δεν ήταν ευχαριστημένος. Όταν ο σιγουρεύτηκε ότι ο Σκόρος είχε φύγει τους κοίταξε άγρια.
«Δεν είδατε ρε βλαμμένα ότι κατσούφιασε σε μία στιγμή ? αν δεν ήμουνα παλιός φίλος του πατέρα του θα μας είχε βάλει το πολύ δύο αστέρια αστροπελέκια!» φώναξε κατακόκκινος ο γέρος νάνος.
«Η επόμενη παραγωγή θα είναι δέκα φορές καλύτερη» είπε και κουνούσε το ξεροκέφαλο κεφάλι του οργισμένα και όλοι συμφωνήσαν το ίδιο αποφασιστικά και ξεροκέφαλα σαν γνήσιοι νάνοι.
Και έτσι οι μπύρες από το Μπίρβιλ ήταν κάθε χρόνο καλύτερες πράγμα που τις καθιστούσαν ανάρπαστες φέρνοντας σεβαστά ποσά στην οικονομία του χωριού, ποσά ασήμαντα σε σχέση με αυτά που έπαιρνε ο φίλος μας, χωρίς κανείς να το καταλάβει ποτέ.




Ο Σκόρος βγήκε από το κελάρι, και τα μάτια του πόνεσαν από την απότομη αλλαγή του φωτός κάνοντας τον να μορφάσει ελαφρά. Αφού συνήλθαν τα μάτια του χάιδεψε την κοντούλα (για νάνο) καστανή γενειάδα του και χαμογέλασε, του άρεσε αυτός ο πόνος γιατί όπως του είχε μάθει ο πατέρας του ήταν ένας γλυκός πόνος που προμηνούσε μια ωραία ζεστή μέρα. Ναι, ο φίλος μας ήταν ένας πρωινός τύπος, από αυτούς που σου σπάνε τα νεύρα για την υπέροχη μέρα που χάνεις εσύ που χουζουρεύεις. Ο Σκόρος ήταν ένας μάλλον λιπόσαρκος νάνος σε σχέση με τους άλλους. Η κοιλιά του ήταν κανονική και τα χέρια του γυμνασμένα και οι πλάτες του ήταν φαρδιές από την δουλειά στο λατομείο, το πρόσωπο δεν ήταν και πολύ όμορφο, είχε χοντροκομμένα χαρακτηριστικά , αλλά ήταν ευγενικό και χαρωπό, αυτή ήταν η ομορφιά του. Τα μάτια του ήταν μαύρα σαν κουμπιά , αλλά καλοκάγαθα και ειλικρινής, τα μαλλιά του ήταν καστανά ανοιχτά και μακριά. Ήταν ένας ελαφρώς περίεργος τύπος, βέβαια όλοι οι νάνοι ήταν λίγο περίεργοι, ξεροκέφαλοι, πεισματάρηδες, ευέξαπτοι και καβγατζήδες, αλλά ο ήρωας μας ήταν μαζί με όλα αυτά και πολύ ονειροπόλος. Ονειρεύονταν περιπέτειες σαν και αυτές που διάβαζε και έλπιζε να ζήσει μια και αυτός. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άνθρωποι και ξωτικά ζητούσαν μισθοφόρους και υπόσχονταν λάφυρα και πλούτη, αλλά ο πόλεμος ήταν από καιρό ξεχασμένος στους νάνους και ακόμα τα λεφτά δεν συγκινούσαν τον φίλο μας, καθώς δεν του λείπανε, αλλά και ένας πόλεμος δεν ήταν η περιπέτεια που ζήταγε.
Προσπέρασε ένα πανδοχείο στο οποίο άλλαζαν τα βαρέλια τις μπύρας και όταν τα άλλαζαν αυτό σήμαινε γλέντι καθώς λέγονταν πως όταν όλα τα βαρέλια αδειάσουν και την επόμενη μέρα τα συναισθήματα είναι πολύ έντονα (όπως το κέφι ας πούμε) τότε τα βαρέλια θα ξαναγεμίσουν από μόνα τους και η θεά Μπύρα θα βγει από το παλιότερο βαρέλι και θα προσφέρει σε όλους μπύρα που ανέβλυζε από το υπέροχο δέρμα της, ένας γαργαλιστικός θρύλος που όλοι οι παλαιότεροι νάνοι επιβεβαίωναν και οι νεότεροι αναβίωναν. Ο Σκόρος είχε πάει σε πολλά τέτοια γλέντια με τους φίλους του παλιότερα (καθώς δεν είναι και πολύ δύσκολο να αδειάσουν τα βαρέλια τις μπύρας στο Μπίρβιλ) ,αλλά ποτέ δεν είδε την θεά Μπύρα. Ήξερε πως ήταν ένας μύθος, αλλά μετά από μερικές μπύρες ήταν σίγουρος πως θα έβλεπε μαγεία και θα άρχιζε η περιπέτεια που τόσο επιθυμούσε.
«Μπάρμπα Λόλιο!!!» φώναξε στον πανδοχέα που τον ήξερε από παιδί, έναν ασπρογένη νάνο με ωραία καλοσυνάτα πράσινα μάτια και μια αξιοσέβαστη (γοητευτική όπως έλεγε ο ίδιος) μπυροκοιλίτσα.
«Έλα-έλα» του είπε κάνοντάς του νόημα να πάει κοντά του. Πήγε κοντά του και εκείνος απομακρύνθηκε από την πόρτα του μαγαζιού αφήνοντας κάτι άλλους νεότερους νάνους να αναλάβουν τον βαρέλι που έσερνε.
«Θα έχουμε γλέντι αύριο ?» ρώτησε τον Μπάρμπα-Λόλιο κουνώντας παιχνιδιάρικα πάνω κάτω τα φρύδια του χαμογελώντας πλατιά με μια σαχλή μπυρολάγνη έκφραση στο πρόσωπο του.
«Όχι ! είναι για δώρο!» του απάντησε διασκεδάζοντας με την έκφραση του νεαρού νάνου.
«Δώρο σε ποιόν» ρώτησε ο Σκόρος
«Σε εσένα βέβαια.» είπε ο γεροπανδοχέας σταυρώνοντας τα χέρια του και χαμογελώντας πλατιά με ένα ήρεμο χαμόγελο. Τα μαύρα μάτια του Σκόρου άνοιξαν διάπλατα και μεγάλη χαρά τον διαπέρασε, άνοιξε τα χέρια του να αγκαλιάσει τον πανδοχέα, αφού ήταν μια μεγάλη τιμή από νάνο σε νάνο αυτό, αφήνοντας το βιβλίο που είχε παραμάσχαλα, με τίτλο -Τα Ξίφη του βασιλιά Άκαθαρ- να πέσει στο χώμα.
«Δώρο για τον γάμο σου !» συμπλήρωσε ο πανδοχέας. Τα χέρια που τον έσφιγγαν λυθήκαν και ένιωσε το βάρος του νεαρού να γέρνει προς το μέρος του. Για μία στιγμή του φ άνηκε πως ο Σκόρος θα έβαζε τα κλάματα όπως όταν ήταν πιτσιρίκι. Ο Σκόρος τραβήχτηκε και αργά έπιασε το βιβλίο που του είχε πέσει.
«Κλοτσιά στ’ αχαμνά η τελευταία σου κουβέντα μπάρμπα Λόλιο.» είπε θλιμμένα ο Σκόρος
«Έλα ρε συ , θα δεις θα μαλακώσει η Θέκλα με τον καιρό.» τον παρηγόρησε ο μπάρμπα Λόλιος
«Καλά τα λέμε.» είπε και έφυγε με τους ώμους κυρτούς και το βιβλίο που κρατούσε στο χέρι σχεδόν να ακουμπάει στο έδαφος.
Φτάνοντας σπίτι του, μια ωραία μικρή πέτρινη οικία, ο Σκόρος είδε απ’ έξω την Θέκλα μια πανέμορφη, χαριτωμένη νανίτσα με απίστευτη χάρη για το κοντούλικο κορμί της σίγουρα ήταν η πιο όμορφη στο Μπίρβιλ.
«και η πιο σπαστικιά …» ξεφύσησε σαν δράκος ο Σκόρος θυμούμενος τον λόγο που την ζήτησε σε γάμο και τον λόγο όπου μετάνιωσε εκείνη του την ενέργεια.
«αχ αγάπη μου σε περίμενα πως και πως.» του είπε .
«εγώ πάλι όχι…» σκέφτηκε ο Σκόρος.
«Μου έλειψες!» κατέθεσε ναζιάρικα η Θέκλα.
«εμένα πάλι όχι !» ξαναείπε από μέσα του ο Σκόρος. Η Θέκλα άνοιξε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει καθώς αυτός πλησίαζε.
«έτσι που έχει ανοιχτά τα χέρια μου έρχεται να τις πετάξω το βιβλίο στην μούρη.» σκέφτηκε ο Σκόρος.
«Σου έλειψα ?» τον ρώτησε.
«Όχι!» σκέφτηκε.
«Ναι.» είπε.
Η Θέκλα τον πλησίασε και τον αγκάλιασε.
«Δεν θα με αγκαλιάσεις.» τον ρώτησε ναζιάρικα.
«Να σε δείρω μήπως ?» είπε από μέσα του, αλλά τελικά είπε…
«Όχι.». Η όμορφη νανίτσα σήκωσε το προσωπάκι της από το στήθος του και τον κοίταξε σαν μικρό παιδί έτοιμο και καλά να κλάψει.
«Να πάρει ο διάολος, όλο αυτό κάνει.» και ο Σκόρος που είχε αδυναμία στην ομορφιά της και δεν μπορούσε ποτέ να βλέπει κάποιον στενοχωρημένο την αγκάλιασε.
«σκατά να φάει το μυαλό μου και η καλοσύνη μου» σκέφτηκε
« Πως έμπλεξα έτσι ο βλάκας. Πως θα την σουτάρω αυτήν που να πάρει οργή ? αν την παντρευτώ θα πεθάνω από την γκρίνια της στην πρώτη εβδομάδα, αλλά άμα ακυρώσω και τον γάμο ο νόμος μου απαγορεύει να παντρευτώ ξανά .» κοίταξε το ωραίο της πρόσωπο.
«τι ωραία γυναίκα, να είναι στα αλήθεια τόσο σπαστικιά ? ή εγώ είμαι περίεργος?» αναρωτήθηκε .
«μπύρα μυρίζεις πάλι?» ρώτησε η Θέκλα με έναν τόνο που προμηνούσε γκρίνια και απογύμνωνε την γλυκύτητα από πάνω της.
«Ωχ! Τελικά δεν είμαι εγώ ο περίεργος .» σκέφτηκε ο ήρωας μας ξαναγυρνώντας στην πραγματικότητα .
«μα αφού είχα πάει για αξιολόγηση ….» απολογήθηκε ο φίλος μας.
«ΟΧΙ ! μπεκρούλιαζες !» επιτέθηκε η μπασμένη γλωσσού (όπως την αποκαλούσε ο Σκόρος.) και να πεις σε έναν νάνο ότι έπινε μέρα μεσημέρι ήταν αρκετά μεγάλη προσβολή, γιατί ναι μεν οι νάνοι τιμούσαν δεόντως την μπύρα, αλλά ποτέ δεν έπιναν την ημέρα, όσο υπήρχε φώς οι νάνοι δούλευαν και γι’ αυτό ευημερούσαν.
«Όχι…» είπε αργά ο φίλος μας και προσπαθούσε να παραμείνει ψύχραιμος
«…ορίστε και τα χρήματα που πήρα για τις υπηρεσίες μου.» είπε δείχνοντας τα χρήματα που πήρε από τον ζυθοποιό.
«Ω!...Ω! μα τους θεούς ! ήξερα ότι ο άνδρας που θα πάρω πίνει, αλλά τώρα έμαθα πως παίζει και ζάρια!» και η γκρίνια μόλις άρχισε….
«Και καλά σήμερα κέρδισες ! περιμένεις πάντα να κερδίζεις ? ε ? πως θα μας θρέψεις?»…. και τέλος πάντων η παραλογισμένη γκρίνια τράβηξε για αρκετή ώρα και επειδή μπορεί να ξέρετε από γκρίνια ή και αν δεν ξέρετε δεν χάνετε και τίποτα καλύτερα να υπερπηδήσουμε αυτό το σημείο τις ιστορίας.
«Ω!...Ω! μα τους θεούς δεν πατάει καλά η γυναίκα που θα πάρω!»











Κεφάλαιο 3
Η μέρα του γάμου



Μια ωραία μέρα ξημέρωσε για όλους τους νάνους, μια ηλιόλουστη μέρα! Μια μέρα από αυτές που αρέσουν στον ήρωα μας, μια μέρα…
«Υπέροχη μέρα για να πεθάνεις» δήλωσε με σαρκασμό και αγανάκτηση στον Τόμπο ο Σκόρος.
Ο Τόμπο, ο καλύτερος φίλος του ήρωα μας, ήταν το μόνο ξωτικό που κατοικούσε στο Μπίρβιλ. Ήταν ψηλός και λεπτός με μαλλιά μακριά λίγο πιο ανοιχτόχρωμα από του Σκόρου. Όπως όλα τα ξωτικά είχε μάτια πράσινα και μυτερό σαγόνι και τα εξίσου μυτερά αυτιά των ξωτικών, αλλά η πολύχρονη διαμονή του στο Μπίρβιλ είχε –εξομαλύνει- όλα τα άλλα -μυτερά- χαρακτηριστικά της φυλής του. Δεν τον έλεγες και κούκλο…είχε ασπαστεί από καιρό τα έθιμα των νάνων και τις αξιοσέβαστες (γοητευτικές) μπυροκοιλιτσες τους και ήταν κάτοχος μίας. Τα μάγουλα του ήταν αφρατούλικα και πάντα κόκκινα και κάθε βράδυ ήταν κόκκινη και η μύτη του κόκκινη, δυστυχώς δεν ήταν τόσο ανθεκτικός στο ποτό όσο οι νάνοι. Με τον Σκόρο γνωρίζονταν από μωρά, όταν ο Σκόρος του δάγκωνε τα μυτερά αυτιά του για να γίνουν κανονικά. Ακόμα ο Τόμπο ήταν αυτός που του κώλυσε το παρατσούκλι Σκόρος και ήταν ο μόνος πλέον στο Μπίρβιλ που ήξερε το κανονικό του όνομα. , κοίταξε τον φίλο του διασκεδάζοντας μερικώς με τις υπερβολικές κουβέντες που συνήθως λέγανε οι νάνοι, αλλά δεν μπορούσε να μην νιώθει και άσχημα μιας και αυτός έβαλε το χεράκι του να έρθουν κοντά ο Σκόρος και η Θέκλα.
«Έλα μην σκας!» του είπε μαλακά.
«Άμα δεις το δώρο μου θα φτιάξει η διάθεσή σου!» του είπε χαμογελώντας ενώ σηκωνόταν όρθιος ώστε να πάει στην πίσω αυλή όπου είχε κρύψει το δώρο του φίλου του. Ο Σκόρος χαμογέλασε ευγενικά προς τον φίλο του και ας μην τον έβλεπε ο Τόμπο.
«Αχ ρε φίλε μου, αφού πάλι σφυρί για το λατομείο μου πήρες τι το κρύβεις κάθε φορά ?» σκέφτηκε ο νάνος καθώς σχεδόν όλα τα σφυριά από το μικρότερο ως το μεγαλύτερο που είχε στο λατομείο του ήταν δώρα του Τόμπο. Βέβαια και όλα τα τόξα του Τόμπο ήταν δώρα του Σκόρου, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
«Ιδού» του είπε και του πρότεινε το σφυρί στα χέρια του. Ο νάνος έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Αυτό είναι Όπλο!!!» είπε με γουρλωμένα τα μάτια ο Σκόρος.
«Ε και ? πρέπει να έχεις μαζί σου ένα όπλο στον γάμο για τον όρκο που δίνετε στην γυναίκα και στο λαό σας, έτσι δεν είναι ?» τον ρώτησε και χάιδεψε το ανάγλυφο στέλεχος που ήταν λεπτοδουλεμένο και έφερνε απάνω του ωραία κυματιστά σχέδια.
«Ναι…αλλά αυτό είναι….»
«Υπερβολικά όμορφο για έναν νάνο ?» σάρκασε ο Τόμπο. Ο Σκόρος άρχισε να χαμογελάει.
«Δεν λέω…είναι λίγο …φανταχτερό» είπε ο φίλος μας.
«Καθαρό είναι !» του πέταξε ο Τόμπο.
«Όπως και να έχει το έφτιαξα οι καλύτεροι σιδεράδες των ξωτικών και είναι τόσο καλό όσο και των νάνων. Θα ήθελα να σε δω με αυτό.» είπε με σοβαρό ύφος δίνοντας βάρος και σεβασμό στα λόγια του και παραδίνοντας το όπλο στον νέο του ιδιοκτήτη. Ο φίλος μας πλέον το κράταγε στα χέρια του όπως οι νάνοι ήρωες στα βιβλία και στους θρύλους. Ήταν μεγάλο και έφτανε μέχρι τον λαιμό του Σκόρου, ήταν και βαρύ, λίγο αποκαρδιωτικό σαν να του έλεγε πως δεν ήταν άξιος να το κρατάει, αλλά ο φίλος μας δεν ήταν και τόσο χαζεμένος ακόμα ώστε να νοιάζεται τι του λέει το σφυρί. Κοίταξε την όμορφη καθαρή και βαριά κεφαλή του, σαφώς πιο όμορφη από αυτά των νάνων, αλλά αμφίβολής ποιότητας. Όπως και να χει ήταν πολύ συγκινητική χειρονομία διότι με το σφυρί του γαμπρού υποτίθεται πως έμπαιναν τα θεμέλια στο σπίτι και με άλλα λόγια ο Τόμπο έδινε την ευχή του.

Ήταν απόγευμα πλέον στην μέρα εκείνη και η φαντασία του φίλου μας κάλπαζε. Εκείνο το δώρο του είχε ξυπνήσει όλες τις αγαπημένες ιστορίες με νάνους πολεμιστές και τα θανάσιμα σφυριά τους. Ε λοιπόν δεν άντεξε.
«Τελευταία βλακεία πριν παντρευτώ και μετά τα κεφάλια μέσα» σκέφτηκε ο φίλος μας. Πήρε το δώρο του Τόμπο και πήγε στο λατομείο του.
«Και τώρα θα σκάσω κάτι χεχε !!» σκέφτηκε με την καταπιεσμένη επιθυμία και το άνχος μην τον δουν (ή καλύτερα μην τον δει η Θέκλα) να κάνει το αίμα του να βράζει σαν παιδί που θα κάνει την σκανδαλιά του ο κόσμος να χαλάσει. Βρήκε μια πέτρα άχρηστη και την ετοίμασε για μα της δώσει μια σφυριά που όμοια της δεν υπήρχε. Το έκανε πολύ συχνά παλιότερα, αλλά ποτέ δεν είχε την ευκαιρία από τότε που αρραβωνιάστηκε την Θέκλα διότι η –μπασμένη γλωσσού- τον ακολουθούσε ακόμα και στο λατομείο. Μόνο στην αξιολόγηση μπίρας δεν τον ακολουθούσε επειδή δεν τις άρεσε η μυρωδιά από τα κελάρια. Για τον λόγο αυτόν τα τελευταία 5 χρόνια οπού ο Σκόρος ανέβαλε συνέχεια τον γάμο τραβούσε τις αξιολογήσεις σε μάκρος όσο πιο πολύ μπορούσε ώστε να ησυχάζει και να διαβάζει τα βιβλία του, όπου ούτε αυτά ενέκρινε η Θέκλα.
«Λοιπόν! Θα την κοπανήσω κατακόρυφα πηδώντας από ψηλά, όπως έκανε ο Βασιλιάς Όρν στο –Τσαμπουκάς και Γκασμάς-….ωραία ιστορία…πώς να τελείωνε άραγε ? η Θέκλα έκαψε το βιβλίο πριν το τελειώσω…γαμώτο…όχι το – Τρείς Τσαντισμένοι Νάνοι- έκαψε το άλλο το κομμάτιασε.» έμμηνε μια στιγμή σιωπηλός.
«Είμαι για κλάματα . Η βιβλιοθήκη μου είναι το ίδιο διαλυμένη με τα νεύρα μου…πόσες φορές τα άρπαξε μέσα από τα χέρια μου και τα κατέστρεψε… και πόσες φορές τις μίλησα…χωρίς αποτέλεσμα…αυτή η ευγένεια θα με φάει…» το σφυρί πλέον είχε ακουμπήσει κάτω, είχε πιάσει πάτο όπως και το ηθικό του ήρωα μας.
Βέβαια έχουμε πει πως δεν ήταν στον χαρακτήρα του να μένει πολύ ώρα σκυθρωπός. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο κούνησε το κεφάλι του να αδειάσει από εκείνες τις σκέψεις και το σφυρί ήταν και πάλι περήφανο προς τα πάνω. Ακούμπησε το σφυρί απαλά πάνω στην πέτρα ετοιμάζοντας το χτύπημα του.
«Ας πούμε ότι αυτό το χτύπημα είναι από το βιβλίο – Ο Σκόρος κάνει πατσά την Θέκλα-.» σκέφτηκε με αυτοσαρκασμό και τέντωσε το σφυρί απότομα πάνω από το κεφάλι του.
Δυστυχώς ο φίλος μας δεν θα έκανε ποτέ πατσά την Θέκλα ,ούτε καν στην φαντασία του διότι το αριστούργημα τον ξωτικών, ήταν πολύ λεπτεπίλεπτο για τα γούστα των νάνων, η κεφαλή ξεκούμπωσε από το στέλεχος με αποτέλεσμα να εκσφενδονιστεί έξω από το λατομείο του φίλου μας με τραγική προσγείωση σε ένα παράθυρο όπου το τζάμι υποχώρησε ,πέρασε ξηστά από τον δύσμοιρο γέρο-νάνο που πριν ροχάλιζε ώστε να πάει φρέσκος στον γάμο και να πιεί πολύ μπίρα και έπεσε στο κάτω μέρος τις ντουλάπας του όπου ήταν κούφιο δίνοντας ακόμα μεγαλύτερη ακουστική στο χτύπημα, οι μεταλλικές κρεμαστές αναπήδησαν και κουδούνισαν όλες μαζί πολλές πρόκες πετάχτηκαν έξω. Ο γέρο-νάνος πετάχτηκε απάνω , πάτησε την μεταλλική σκάφη με το νερό για το ποδόλουτρο του έπεσε ανάσκελα στέλνοντας την σκάφη να χτυπήσει τα ράφια όπου είχε απάνω μερικά φίνα πορσελάνινα μπιμπελό των ξωτικών όπου έσπασαν όλα μαζί και όλα αυτά την στιγμή οπού η γυναίκα του παππούλη τσίριζε βλέποντας την ακαταστασία.
O Σκόρος τα άκουγε αυτά από απόσταση με σφιγμένα τα δόντια και σε στάση για ταχεία φυγή.
«ΣΚΟΡΕ!!!» ούρλιαξε ο γέρο-νάνος. Καθώς η κεφαλή έγραφε το όνομα του απάνω και δεν δυσκολεύτηκε να βγάλει συμπέρασμα.
Ο φίλος μας το έβαλε στα πόδια και ανέβηκε στις σκαλωσιές του λατομείου, έφτασε στο ψηλότερο σημείο και πήδηξε πάνω στον βράχο όπου σκάβανε και κρύφτηκε εκεί. Ήταν το ψηλότερο σημείο στο χωριουδάκι του Μπίρβιλ κανείς δεν είχε πατήσει το πόδι του εκεί ούτε ο ίδιος . Ο ήλιος ήταν κοντά στην δύση του και έδινε στα πάντα ένα ροδαλό χρώμα. Λίγο παραπέρα παρατήρησε δυο σκούρες μακρόστενες σκιές. Τις πλησίασε και παρατήρησε ότι επρόκειτο για δύο όμοια σπαθιά θηκαρωμένα στις θήκες τους ,πεταμένα στο βράχο, με ένα μαύρο γεράκι σκαλισμένο στις λαβές τους. Ο φίλος μας εξέτασε την λεπίδα τους και έμμηνε να κοιτάει αποσβολωμένος τα όπλα που έλαμπαν στο φώς του απογεύματος κατακόκκινα σαν το αίμα του Μαυρογέρακα αιώνες πριν.































Κεφάλαιο 4
Το Γλέντι

Ο φίλος μας πήρε τα σπαθιά στα χέρια του. Ήταν πολύ όμορφα, απλά και γερά με μόνη διακόσμηση το μαύρο γεράκι. Από τις άκρες των λαβών τους ξεκινούσαν λεπτές μαύρες αλυσίδες και ο τελευταίος κρίκος ήταν φθαρμένος στο εσωτερικό του μαρτυρώντας την ύπαρξη ενός άλλου κρίκου ,που ίσως είχε σπάσει.
«Ίσως να είναι σετ» υπέθεσε απλά ο Σκόρος θεωρώντας πως η αλυσίδα εξυπηρετούσε την ένωση των σπαθιών , καθώς το είχε ξανασυναντήσει σε ένα από τα βιβλία που είχε διαβάσει.
Ο Σκόρος γύρισε σπίτι του όταν το λυκόφως άρχιζε να δίνει την θέση του στο σκοτάδι. Γλίστρησε από σκιά σε σκιά με μεγάλη έξαψη για το λάφυρό του, ελπίζοντας να μην τον δει κανείς. Μπήκε σπίτι του και άναψε μερικές λάμπες πετρελαίου για να διώξει το σκοτάδι. Παρατήρησε πως το τζάμι του παραθύρου του ήταν σπασμένο από το σφυρί του Τόμπο που είχε πλέον ένα απλό ξύλινο κοντάρι και ένα σημείωμα μαζί του. Το σημείωμα έγραφε : -Το δώρο μου Σκόρε! Κανονικά έπρεπε να στο παραδώσω στον γάμο σου, αλλά δεν μπορούσα να περιμένω! Καλορίζικο το σφυρί και το τζάμι ζωντόβολο. Ο γείτονας σου Μπάρμπα Μπίλιας –
Ο Σκόρος χαμογέλασε. Ο μπάρμπα- Μπίλιας πάντα είχε ένα ιδιόρρυθμο χιούμορ.
«τουλάχιστον επισκεύασε το σφυρί.» σκέφτηκε. Και τότε θυμήθηκε! Ο γάμος. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Είχε βέβαια 3 και παραπάνω ώρες αλλά κάθε τι για τους νάνους ήταν σαν την μπίρα, ήθελε τον καιρό του για να γίνει σωστά.
Ήταν έτοιμος πια .Καλοντυμένος με μαύρα ρούχα και μαύρη κάπα. Πήγε να πάρει το Σφυρί που του έφερε ο Τόμπο, αλλά κάτι δεν του πήγαινε καλά .Το ξύλινο κοντάρι δεν του άρεσε και η κεφαλή ήταν τραχιά στο σημείο που έμπαινε το κοντάρι και η διαφορά ήταν ολοφάνερη.
«Χρειάζομαι ένα όπλο για τον όρκο» σκέφτηκε καθώς ήταν έτσι η παράδοση των νάνων. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στα σπαθιά που βρήκε το απόγευμα.
«Ο Τόμπο θα είναι σίγουρα τύφλα τώρα .» σκέφτηκε και έτριψε το πιγούνι του. Και χωρίς να το πολυσκεφτεί πήρε τα σπαθιά τα στερέωσε στην δερμάτινη ζώνη του και βγήκε από το σπίτι του.
Όλο το Μπίρβιλ ήταν εκεί .Ο Τόμπο ήταν πλέον ένα χαρούμενο ζωτικό χαμένο στα απολαυστικά ποτά των νάνων και δεν ήξερε ποιο είναι το πάνω και ποιο το κάτω, πράγμα που βόλευε τον Σκόρο. Ο γάμος θα γινόταν στην πλατεία του χωριού με τους νάνους μαζεμένους σε ημικύκλιο. Μια μικρή σκηνή με μισό μπόι ύψος (νάνου) είχε στηθεί για να βλέπουν όλοι. Τα δώρα ήταν μπροστά από την σκηνή χαμηλά ώστε να δίνουν όλοι τις προσφορές τους και τα δώρα τους. Το ημικύκλιο που δημιουργούσε το κοινό το συμπλήρωναν τα βαρέλια του Μπάρμπα Λόλιου που τα τοποθέτησαν έτσι για διακόσμηση. Πολύ παρατήρησαν και θαύμασαν τα σπαθιά του γαμπρού. Λέγονταν πως όταν κάποιος έφερνε κάτι άλλο από ένα σφυρί για τον όρκο του θα έπρεπε να κάνει κάτι πρωτότυπο σαν τον Μπάρμπα-Λόλιο που στον γάμο του είχε φέρει ένα σφυρί που αντί για κεφαλή είχε ένα μπιροπότηρο και η γυναίκα του αντί για το παραδοσιακό πλάστη είχε φέρει και αυτή ένα μπιροπότηρο και ορκίστηκαν ταυτόχρονα τσουγκρίζοντας και φωνάζοντας .
«Στην Υγειά μας» ένας πετυχημένος γάμος που ίσως το γηραιό ζεύγος να το συζητούσε εκείνη την στιγμή γιατί μιλούσαν και χαμογελούσαν ,όπως παρατήρησε ο Σκόρος.
Στην μακρόστενη σκηνή καθόταν δεξιά από το κοινό ο Γαμπρός και αριστερά η Νύφη ο καθένας με το σόι του, ο Σκόρος βέβαια είχε μόνο μερικούς φίλους ,αλλά το γιατί δεν είχε κανέναν συγγενή θα μας το πει ο ίδιος αργότερα.
Ο ιερέας τις θεάς Μπύρας ανέβηκε στην σκηνή και κάλεσε τους μελλόνυμφους ανοίγοντας τα χέρια του. Πλησίασαν και ο ιερέας ρώτησε ποιος θα αρχίσει να μιλάει. Ο Σκόρος με το ποιο ευγενικό χαμόγελο και μια κλήση του κεφαλιού του είπε αργά και σταθερά.
«Ας αρχίσει η αγαπητή μου κυρία» ελπίζοντας να γίνει κάτι στο ενδιάμεσο και να αναβληθεί ο γάμος γιατί οι μεθυσμένοι νάνοι ( που αφθονούσαν ) συχνά πλακώνονται σε ακατάλληλες στιγμές που ορισμένες φορές μπορείς να το εκμεταλλευτείς.
Η Θέκλα είπε τον παραδοσιακό όρκο προς μεγάλη απογοήτευση του Σκόρου, διότι ήταν σύντομος. Έπειτα ο ιερέας άρχισε τα δικά του για δεσμούς αγάπης, ψυχής και μπίρας και άλλες αρλούμπες που πλέον δεν συγκινούσαν διόλου τον Σκόρο καθώς η αγωνία άρχισε να τον κυριεύει σαν να περίμενε την σειρά του για την κρεμάλα. Τα χέρια του άρχισαν να ιδρώνουν, το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος, τα νεύρα του είχαν τσιτώσει και ένιωθε ένα τρέμουλο σε όλο του το σώμα.
«Δεν θέλω να την παντρευτώ ρε γαμώτο! Με ξεγέλασε η κάρια! Από όταν την ζήτησα έγινε τούτο το νευρόσπαστο. Ω Μέγα Μπύρα σώσε με.» σκέφτηκε σχεδόν κλαίγοντας από μέσα του.
«Δεν έζησα ρε γαμώτο! Μπορώ να εναντιωθώ αλλά, δεν έχω την δύναμη.»τα μάτια του πέσανε στους αδερφούς της Θέκλας , οκτώ μαντράχαλοι που αγαπούσαν πολύ την μικρή τους αδερφούλα. Μόρφασε.
Ο γιακάς του τον έπνιγε και τον τράβηξε λίγο με αμηχανία, ο λόγος του ιερέα τελείωσε.
«Γαμπρέ έχεις τον λόγο.» είπε ήρεμα ο ιερέας. Ο Σκόρος έκανε μερικά αποφασιστικά βήματα και πήγε στο κέντρο της σκηνής.
«Αυτό ήταν…τέρμα η ελευθερία…αν στην θέση μου ήταν ακόμα και ο πιο ασήμαντος ήρωας από τα βιβλία μου θα την σκαπούλαρε, απέχω τόσο πολύ τελικά…» σκέφτηκε με μια πικρία. Τράβηξε τα δυο σπαθιά και ετοιμάστηκε να μιλήσει.
Και τότε σαν από μηχανής θεός ο Τόμπο εμφανίστηκε από το πουθενά και έσπρωξε τον Σκόρο και πήρε αυτός τον λόγο.
«Έχω κάτι να πω!» φώναξε με το ένα χέρι ψηλά. Από το κοινό ακούστηκαν μερικά γέλια.
«Ο φίλος μου από δω που τον αγαπώ και σέβομαι….» και όλοι παρατηρούσαν την γελοία έκφραση του ξωτικού που προσπαθούσε να δείχνει σοβαρός χωρίς αποτέλεσμα.
Εντωμεταξύ κανείς δεν παρατηρούσε τον Σκόρο που ήταν λίγα βήματα παραπέρα που ένιωθε κάτι πρωτόγνωρο. Από την στιγμή που είχε στα χέρια του τα δύο σπαθιά τα χέρια του τα είχαν σφίξει απίστευτα δυνατά. Ένιωσε την πλάτη του να τεντώνετε και τους μύες από όλο του το σώμα να σφίγγονται, η πλάτη του τον πονούσε καθώς και το κεφάλι του, αλλά ένιωθε ωραία. Ένιωθε απίστευτα δυνατός και ο φόβος του είχε υποχωρήσει.
Η Θέκλα παρακολουθούσε έξαλλη τον Τόμπο να λέει άπειρες ασυναρτησίες και να γελοιοποίει την τελετή. Ντροπιασμένη γύρισε να κοιτάξει τον Σκόρο για να επέμβει και ήταν η πρώτη που τον αντίκρισε εκείνη την στιγμή.
Το θέαμα την τρόμαξε. Το κάποτε ευγενικό πρόσωπο του Σκόρου είχε μετατραπεί σε μια κόκκινη παραμορφωμένη μάσκα οργής. Τα μάτια του κοιτούσαν το κενό.
Τα βαρέλια που ήταν σε ημικύκλιο τραντάχτηκαν σαν να τα κούνησε κάποιος από μέσα και έκαναν έναν δυνατό θόρυβο που μετέφερε την δόνηση στο έδαφος ξαφνιάζοντας το κοινό. Τότε όλοι παρατήρησαν τον Σκόρο για πρώτη φορά από την στιγμή που τράβηξε τα σπαθιά.
Το πρόσωπο του ήταν κατακόκκινο και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πουθενά. Ένα γρύλισμα άρχισε να βγαίνει από το στόμα του και τα βαρέλια που ήταν τριγύρω άρχισαν να τρέμουν.
Επικράτησε ένα πανδαιμόνιο. Το γρύλισμα του Σκόρου άλλαξε σε έναν βρυχηθμό που δεν ταίριαζε σε νόημο ον και τα βαρέλια χοροπηδούσαν πλέον από το τρέμουλο την μεταδίδοντας έναν ήχο που τρόμαξε τους πάντες.
Ο Σκόρος σταμάτησε και γύρισε και κοίταξε τους νάνους που τον κοιτούσαν παγωμένοι στις θέσεις τους. Ένα μίσος για τα πάντα τον κυρίευσε. Ποτέ άλλοτε ο καλόκαρδος νάνος δεν είχε νιώσει έτσι, όλοι αυτοί που έβλεπε μπροστά του, με τους νόμους τους και τα ιδανικά τους, τον είχαν καταδικάσει να περάσει μια ζωή σε έναν τρόπο που μισούσε. Και εκείνη την στιγμή το ένιωθε. Έμαθε ότι ήταν πιο δυνατός από αυτούς μπορούσε να πει -όχι- να υποστεί τις συνέπιες και να μην τον νοιάξει, να πάει ενάντια σε όλα και να αδράξει την ζωή που ήθελε. Τότε τεντώνοντας τα χέρια του πίσω βρυχήθηκε ξανά με ένταση που έγινε απότομα τόσο μεγάλη όπου πλέον η βοή κάλυψε όλους τους ήχους σαν μια κρυστάλλινη σιωπή που έκανε τον χρόνο να μοιάζει σταματημένος. Η γη άρχισε να τρέμει, αέρας σηκώθηκε και καυτό αίμα κύλησε στην πλάτη του καθώς από το κεφάλι του πετάχτηκαν δυο κέρατα και η πλάτη του καλυπτικέ από κόκαλα που προεκτάθηκαν από το πίσω μέρος του θώρακα, ξεσκίζοντας το δέρμα του, σχηματίζοντας μια –δαιμονική- πανοπλία. Οι νάνοι έβαλαν τα πόδια στις πλάτες και σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις σε έναν βουβό πανικό που έμοιαζε σαν αντίθετος στο χρόνο, κάνοντας αιώνες εκείνες τις στιγμές.
Το απίστευτο είναι πως το μόνο άτομο που δεν έφυγε από το σημείο ήταν η Θέκλα. Έστεκε εκεί δακρυσμένη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και κοίταγε με αγωνία τον Σκόρο με ένα συναίσθημα που μόνο οι γυναίκες ξέρουν.
Ο βρυχηθμός τελείωσε και η Θέκλα έκανε ένα γενναίο βήμα στην σιωπή της νύχτας. Αμέσως ο Σκόρος γύρισε με το σπαθί του δεξιού του χεριού να διαγράφει ένα ημικύκλιο μπροστά από την Θέκλα σημαδεύοντας για πάντα το πρόσωπό της με μία μικρή ουλή κάτω από το αριστερό μάτι.
«Θα σε σκοτώσω» ούρλιαξε ο Σκόρος με τα μάτια του να μοιάζουν με δυο πυρακτωμένα κάρβουνα. Η Θέκλα δεν ήταν τόσο τυχερή ώστε να έχει μπροστά της ένα τέρας, αλλά έναν δαίμονα, ήταν σίγουρη.
Και τότε τα βαρέλια εξεράγησαν σκορπίζοντας στο αέρα μπύρα που κατέβρεξε τους πάντες, ποιος θα το περίμενε ότι τελικά η θεά Μπύρα θα έκανε την εμφάνιση της* με το συναίσθημα του μίσους. Η κρύα μπύρα έπεσε και πάνω στον Σκόρο αποσπώντας την προσοχή του, και τότε κατάλαβε τι είχε κάνει, τρόμαξε. Κοίταξε τα χέρια του, από την ανάστροφη της παλάμης κάτι σαν εύκαμπτο κόκαλο είχε πεταχτεί από την σάρκα του, αίμα κύλισε από την λεπίδα στο χέρι του. Κοντανασαίνοντας με τρόμο κοίταξε την Θέκλα, αίμα και δάκρυα ανάμιχτα στο αριστερό της μάτι και το νυφικό καλυμμένο από μπύρα. Φοβισμένος και χωρίς να πει λέξη άρχισε να τρέχει και άφησε την μαρμαρωμένη Θέκλα εκεί να βάλει τα κλάματα, γιατί καταβάθως τον αγάπαγε η στρίτζο.
*τα βαρέλια εκείνα ήταν άδεια, αλλά όπως έλεγαν οι μύθοι τα βαρέλια θα γέμιζαν μόνα τους όταν δυνατά συναισθήματα θα ήταν κοντά σε αυτά. Σε αυτή την περίπτωση το συναίσθημα αυτό ήταν το μίσος .


Κεφάλαιο 5
Η Πυρρά


O νάνος κατέβηκε από την σκηνή με ένα τεράστιο σάλτο που άφησε και τον ίδιο άφωνο. Δεν ήταν απλά δυνατός, ήταν πολύ πιο δυνατός από ότι ένα φυσιολογικό πλάσμα θα μπορούσε να ήταν. Μπορούσε να κινείται απίστευτα γρήγορα και τα αντανακλαστικά του είχαν οξυνθεί, αλλά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι στα αλήθεια είχε τόσο μίσος μέσα του, που να του πέρναγε από το μυαλό ο φόνος. Με τα σπαθιά ακόμα στα χέρια διέσχισε το χωριό ,προσπερνώντας νάνους που τρέχανε ακόμα πανικόβλητοι. Από ένστικτο έφτασε ως το σπίτι του. Στην πόρτα ήταν ο Τόμπο που κοιμόταν στο πλατύσκαλο. Ο Σκόρος έκανε να αφήσει τα ξίφη κάτω για να τον πιάσει από την μέση, αλλά τα χέρια του δεν άνοιγαν. Τι ήταν εκείνα τα όπλα σκέφτηκε. Γιατί κακές σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό του ?
«Εκεί είναι!!» είπε μια βροντερή φωνή και ο Σκόρος είδε τους φρουρούς να έρχονται μαζί με μπόλικους κάτοικους που είχαν ξεπεράσει το σοκ. Τότε άκουσε μια σκέψη να περνάει από το μυαλό του.
«Μόνο στην θήκη μπορείς να τα αφήσεις.» και έτσι έκανε και ανακάλυψε ότι τα χέρια του άνοιξαν ελευθερώνοντας τα ξίφη.
Άρπαξε τον Τόμπο και μπήκε μέσα λίγο πριν τα βέλη των φρουρών καρφωθούν στην πόρτα του. Τα Τζάμια έσπασαν από βέλη και πέτρες και μια βροχή από αυτά τα αντικείμενα σφυροκοπούσαν το σπίτι. Ο Τόμπο αν και ζαλισμένος είχε συνέλθει από την μέθη του. Παρατηρούσε άφωνος την μεταμόρφωση του φίλου του να υποχωρεί και να εκμηδενίζεται χωρίς να αφήνει σημάδια σαν να μην είχε συμβεί ποτέ.
«Τι έπαθες?» ρώτησε το ξωτικό με φόβο καθώς δεν ήξερε αν πλέον έβλεπε μπροστά του τον παλιό του φίλο ή κάτι άλλο που του έμοιαζε.
«Δεν ξέρω φίλε μου! Όταν έπιασα τα σπαθιά στα χέρια μου έγινε αυτό.»
Φώναξε ο Σκόρος πάνω από τον θόρυβο που έκαναν οι πέτρες στους τοίχους. Τα βέλη που έμπαιναν από τα παράθυρα ήταν πλέον εξοπλισμένα με φλεγόμενο στουπί καίγοντας ότι ξύλινο χτύπαγαν.
«Τι θα κάνεις ?» ρώτησε ο Τόμπο αναγνωρίζοντας ξανά το πρόσωπο του φίλου του. Ένα βέλος έσπασε την λάμπα πετρελαίου και η φωτιά εξαπλώθηκε αμέσως στο πάτωμα.
«Φύγε!» διέταξε ο Σκόρος τον φίλο του. «άμα ζήσω θα…»
«Μαζί θα ζήσουμε αυτήν την περιπέτεια.» τον διέκοψε ο Τόμπο.
Η στέγη που ήταν από ξερόχορτα φλεγόταν ήδη. Ο Σκόρος πάγωσε για μια στιγμή και με τα λόγια του φίλου του.
«περιπέτεια…» ψέλλισε στον εαυτό του. -Μα ναι! Ορίστε εδώ ξεκινάει η περιπέτεια που τόσο ήθελα- σκέφτηκε -καμία περιπέτεια δεν είναι ωραία όταν μπλέκεσαι εσύ τελικά…αλλά…-
«Τι θα κάνουμε?» φώναξε ο Τόμπο αποφεύγοντας ένα φλεγόμενο δοκάρι.
«Τι θα κάνουμε με αυτό το κακό?» ξαναρώτησε και πλέον το ξωτικό δεν ένιωθε καθόλου άνετα στο άλλοτε φιλόξενο σπίτι του φίλου του.
«Συνάντησε με στον παλιό φάρο σε μια βδομάδα» ούρλιαξε ο Σκόρος καθώς η κατασκευή έχασε ένα ακόμα δοκάρι αποκόβοντας τους δυο φίλους για τα καλά.
«Θα σε απαλλάξω από αυτό το κακό» είπε ο Τόμπο και έφυγε από την πίσω μεριά.
«αυτό το κακό…» επανέλαβε ο Σκόρος αργά. Άγγιξε τις λαβές από τα σπαθιά και ένιωσε μια δύναμη να τον κατακλύζει ξανά, ήταν μια τόση υπέροχη αίσθηση να ξέρεις ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα.
«Το άγγιγμα του κακού ε ?» είπε στον εαυτό του με ένα χαμόγελο. Άρπαξε έναν σάκο από το λατομείο και έχωσε ότι μπορούσε να σώσει μαζί με το σφυρί που του χάρισε ο Τόμπο και το πέρασε στον ώμο του. Τράβηξε ξανά τα σπαθιά και ένιωσε σαν να καίνε πιο πολύ τα μέσα του από το κτήριο που φλέγονταν γύρω του. Μια οργή τον κυρίευσε και πάλι και αίμα άρχισε να ξανατρέχει στο αίμα τις πλάτης του που είχε πλέον ξεραθεί, αλλά η οργή του δεν ήταν όμοια με προηγούμενη, ήταν πιο ήπια.
«Αν τους μισώ, φταίω εγώ που δεν εναντιώθηκα πιο πριν, πάντα μπορούσα» είπε στον εαυτό του ενώ έβαζε το σώμα του μπροστά από την πόρτα και ο θυμός του υποχώρησε.
«Μάλλον τα πράγματα δεν είχαν την καλύτερη τροπή, αλλά δεν βαριέσαι.» Κοίταξε το σπίτι του γύρω να καίγετε, ένα σπίτι που το έχτισε μόνος του, από τότε που ήταν παραγιός στο λατομείο που αργότερα κληρονόμησε από τον γέρο-νάνο που το είχε.
«Δεν πειράζει» σκέφτηκε «Τι κάνουμε τώρα?»
Ο Σκόρος αναρωτήθηκε που να ήταν εκείνη την στιγμή ο πατέρας του, πάντα είχε κάτι για να τον συμβουλέψει.
Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε, το κτίριο δεν θα άντεχε για πολύ. Ο Σκόρος κοίταξε την βιβλιοθήκη του με τα καψαλισμένα βιβλία περιπέτειας , ήταν πλέον και αυτός ένας από αυτούς του ήρωες, έχασε τα πάντα και είχε μονό πλέον να κερδίσει. Το βλέμμα του έπεσε στο βιβλίο που διάβαζε χτες -Τα Ξίφη του βασιλιά Άκαθαρ- , μετά κοίταξε το μαύρο γεράκι που ήταν χαραγμένο στις λαβές των σπαθιών που γυάλιζαν κατακόκκινες στις φλόγες. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του.
«Ίσως βρήκα και το πρώτο βήμα…» είπε. Το ταβάνι υποχώρησε και ο Σκόρος άφησε το καταφύγιο του, σμπαράλιασε την πόρτα πέφτοντας πάνω της και πέρασε τρέχοντας ανάμεσα από τους πολιορκητές του τόσο γρήγορα που σχεδόν δεν τον είδε κανείς.
Και έτσι σε ελάχιστο χρόνο βγήκε από το Μπίρβιλ και συνέχυσε να τρέχει σαν τρελός, με κατεύθυνση τον παλιό φάρο, απολαμβάνοντας την δύναμη που είχε αποκτήσει.



Κεφάλαιο 6
Τα καταραμένα ξίφη των Άκαθαρ


Ο Σκόρος έτρεχε για πάνω από μία ώρα και δεν ένοιωθε ακόμα κανένα σημάδι κόπωσης. Ήταν σαν όνειρο. Μπορούσε να κάνει σχεδόν ότι περνούσε από το μυαλό του και όταν έβρισκε ένα εμπόδιο μπορούσε να το διαλύσει με ένα χτύπημα. Δεν μπορούσε να κρατηθεί, ξέσπασε σε ένα γέλωτα ευχαρίστησης. Έκανε ένα πελώριο σάλτο και ήταν σαν να πετάει. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ τόσο χαρούμενος ποτέ του, τόσο ελεύθερος, δεν είχε τίποτα πια, δεν είχε σχέδια για το μέλλον, έζησε μια φορά και αυτός το παρόν.

Και τότε ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι του.
«Πεινάω» σκέφτηκε «που θα βρω μια μπύρα τώρα σε αυτές τις ερημιές να πιω μαζί με το φαγητό μου?» και τότε ο φίλος μας κατάλαβε ότι δεν ήταν όλα και τόσα ρόδινα όσο του φαίνονταν στην αρχή.
«θα κάνω και χωρίς μπύρα…σήμερα» σκέφτηκε και σταμάτησε να κοιτάξει τον παλιό φάρο που πλέον απείχε λίγα μέτρα. Σκέφτηκε να πάει να αφήσει τον σάκο του και να βγει με το πρώτο φως της μέρας να αναζητήσει τροφή, αλλά πλέον το σκοτεινό δάσος δεν τον τρόμαζε και βέβαια σε όλα τα βιβλία που είχε διαβάσει όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα γίνονταν το βράδυ και αποφάσισε να πάει εκείνη την ώρα, γιατί όπως τα είχε βολέψει τα πράγματα στο χοντροκέφαλο του πίστευε πως για χάρη του θα γραφτούν έπη και τραγούδια. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε εκείνη την στιγμή πως θα έπρεπε να κάνει δραματικές και θαρραλέες ενέργειες ώστε να έχει μια καλή ιστορία να διηγηθεί σε αυτούς που θα καταγράψουν το -Χρονικό του Σκόρου- , είχε βάλει και τίτλο κιόλας, ναι ο φίλος μας την είχε ψωνίσει ελαφρώς.

Θηκάρωσε τα σπαθιά και άφησε την μεταμόρφωση του να υποχωρήσει.
Κοίταξε τα κόκαλα που είχαν πεταχτεί από τα χέρια του να συρρικνώνονται. Για μια στιγμή ένιωσε λίγο άσχημα. Εκείνη η δύναμη του είχε δώσει αυτό που ήθελε, την ελευθερία του, αλλά δεν ξέφυγε από τις συνέπειες.
«Μπορούσα να τα κάνω μαντάρα και μόνος μου» ψέλλισε στον εαυτό του.
«ότι έγινε, έγινε έχουμε και πιο σοβαρά πράγματα να κάνουμε.» είπε και προχώρησε με το μυαλό στο φαί.
«Εδώ που τα λέμε…» σκέφτηκε ενώ προχωρούσε στο δάσος σαν να έκανε εκδρομή « δεν έχω κυνηγήσει ποτέ μου, πως τα βρίσκουμε τα θηράματα ? λες να μην κινούμε σωστά?» αναρωτήθηκε σταυρώνοντας τα χέρια πίσω από την πλάτη ,πετώντας την κοιλιά έξω ,επιβραδύνοντας το βήμα και χαζεύοντας τα σχέδια που έκαναν τα κλαδιά των δέντρων με τα φώτα από τα φεγγάρια.

Ο Σκόρος συνέχυσε το κυνήγι λοιπόν σουλατσάροντας ανάλαφρα σε ένα πλακόστρωτο, που είχαν φτιάξει οι νάνοι πριν χρόνια, θαυμάζοντας την όμορφη νύχτα που τον περιτριγύριζε. Έτσι ελεύθερος όπως ήταν ο κόσμος του Μπέλο άρχισε φαντάζει πιο όμορφος. Τα δύο φεγγάρια του , το Μπέλοκεν το μεγάλο λευκό και το Μπέλοσιου το μικροσκοπικό μπλε , έριχναν το φώς τους απαλά στην νύχτα χαϊδεύοντας την γη με ένα απαλό γαλάζιο χρώμα. Επικρατούσε μια απίστευτη γαλήνη, που έκανε τον Σκόρο να αναρωτηθεί αν στ’ αλήθεια είχαν προηγηθεί οι δύο τεράστιοι πόλεμοι των ξωτικών με τα σκοτεινά ξωτικά αιώνες πριν που άλλαξαν την μορφή του Μπέλο και εξαφάνισαν τα σκοτεινά ξωτικά απαξάπαντος.

Ο Σκόρος έφτασε σε ένα σημείο που ο δρόμος ήταν στην πλαγιά ενός λόφου και στο πλάι η πλαγιά είχε μια αρκετά απότομη κλίση. Και τότε ένας ανατριχιαστικός σπαραγμός ενός άνδρα τράνταξε την γαλήνη του δάσους, γρυλίσματα λύκων ακούστηκαν από μακριά και δυνατός αέρα σηκώθηκε κάνοντας τον δάσος να χάσει την σαγηνευτική ηρεμία του. Σύννεφα εμφανίστηκαν στον ουρανό κρύβοντας το φώς των φεγγαριών φέρνοντας το σκοτάδι να τυλίξει τον τρομαγμένο νάνο που πλέον έβλεπε το απειλητικό πλέον δάσος να τον παγιδεύει στο σκότος . Ένας κεραυνός, λευκός σαν το χέρι ενός θεού χτύπησε στο δάσος βάζοντας φωτιά σε μερικά δέντρα . Ο σπαραγμός ακούστηκε ξανά πιο καθαρός και τα γρυλλίσματα άρχισαν να πληθαίνουν. Το απελπισμένο κλάμα ερχόταν από κάπου όχι και τόσο μακριά , κάποιος ήταν σε απελπιστική κατάσταση σκέφτηκε ο Σκόρος. Αν και ήταν τρομαγμένος δεν μπορούσε να τον αφήσει εκείνον τον άνδρα αβοήθητο, ήταν επιτέλους η ώρα να χρησιμοποιήσει την δύναμη του για το καλό και γίνει ο ήρωας της στιγμής. Τα πόδια του έτρεμαν, δεν το περίμενε ότι ήταν τόσο τρομαγμένος, αλλά δεν ήταν η ώρα για πισωγυρίσματα , έκανε μερικά αδέξια βήματα και όρμησε προ της κατεύθυνση όπου άκουσε την κραυγή. Η φωνή ερχόταν από το σημείο όπου είχε βαρέσει ο κεραυνός, έτσι ήταν πιο εύκολο να ακολουθήσει την φωτιά. Η καρδιά του έκανε σαν τρελή και κάθε βήμα που έκανε ένιωθε τον κίνδυνο να πλησιάζει.

Ήταν πλέον πολύ κοντά στην φωτιά, όταν χοντρές σταγόνες άρχισαν να μαστιγώνουν το έδαφος. Αντίκρισε το καμένο δέντρο και μπροστά από αυτό ήταν η φιγούρα ενός άντρα, πεσμένος στα γόνατα με το βλέμμα καρφωμένο στον ουρανό. Λύκοι το είχαν κυκλώσει και τον περιτριγύριζαν απειλητικά όμως ήταν υπερβολικά επιφυλακτικοί και δεν τον πλησίαζαν. Οι λυγμοί του άντρα ήταν παρανοϊκά γοεροί και πλέον είχαν χάσει την δύναμη και την ένταση που είχαν πριν. Η φωτιά από το δέντρο πίσω του έσβησε και ο άντρας έπεσε μπροστά με τα χέρια να συγκρατούν το σώμα του από την πλήρη κατάρρευση. Ο άνδρας κρέμασε το κεφάλι κάτω βήχοντας και ξερνώντας μαζί, αποκαλύπτοντας τα μεγάλα μυτερά αυτιά του.
«Ξωτικό!» σκέφτηκε « ο Τόμπο? η όχι? τι σημασία έχει? πρέπει να τον σώσω.» και ο νάνος γενναία άφησε την κρυψώνα του ορμώντας προς το μέρος του. Οι λύκοι γύρισαν να τον κοιτάξουν και κοκάλωσαν για μια στιγμή, αμέσως άρχισαν να γρυλίζουν με λύσσα και υποχώρησαν γρήγορα σπάζοντας τον κύκλο τους και παρατάχτηκαν απέναντι από τον νάνο και το ξωτικό. Ο νάνος πέρασε τα χέρια του αργά στις λαβές των σπαθιών του ελέγχοντας έτσι τον πανικό του.
«Φύγε» είπε το ξωτικό με μια υγρή βαριά φωνή που πάγωσε την καρδιά του Σκόρου με φόβο, δεν ήταν σίγουρα ο Τόμπο αυτό το ξωτικό.
«εγώ τους κάλεσα, θέλω να πεθάνω!» είπε σπαράζοντας με οδύνη το ξωτικό και σήκωσε το κεφάλι του να δει τον νάνο. Ακολούθησε ένα μικρό κενό.
«Μην λες τέτοια πράγματα.» απάντησε τελικά ο Σκόρος. Τότε το ξωτικό αντίκρισε τον εφιάλτη του άλλη μια φορά. Είδε ξανά εκείνα τα κόκαλα να πετάγονται από την πλάτη , είδε ξανά τα κέρατα να πετάγονται από το κεφάλι , είδε ξανά τα καταραμένα ξίφη των Άκαθαρ.

κεφαλαιο 1-7
Το Ξωτικό

Οι λύκοι υποχώρησαν αμέσως και μόνο από το θέαμα του μεταμορφωμένου νάνου, διότι τα ζώα αυτά είναι έξυπνα και δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό όταν συναντάς ένα τέτοιο πλάσμα.
Το ξωτικό κοίταξε τον σωτήρα του με έκπληξη. Η γλώσσα του είχε κολλήσει στον ουρανίσκο του και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δεν ήξερε τι να πει , γιατί δεν ήξερε τι ένιωθε.
«Με συγχωρείς αν σε τρόμαξα…» είπε ο Σκόρος βλέποντας το αποσβολωμένο πρόσωπο του ξωτικού στο χλωμό φως των φεγγαριών και μελετούσε τα χαρακτηριστικά που δεν είχε δει ποτέ σε άλλο ξωτικό.
Το πρόσωπο του ξωτικού συσπάστηκε, τα χαρακτηριστικά του τραβήχτηκαν σε μια έκφραση οργής και κατακεραύνωσε τον νάνο με το πιο φονικό βλέμμα που θα μπορούσε να φανταστεί ο ήρωας μας.
«ένα σκοτεινό ξωτικό!» ξεφώνησε ο Σκόρος και αμέσως, χωρίς να καταλάβει τι έγινε τα χέρια του ξωτικού τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό σαν ένα σιδερένιο χέρι , τα πόδια του άφησαν το έδαφος για να πετάξει στο αέρα και να κοπανήσει το πίσω μέρος του κεφαλιού του στο έδαφος. Η δύναμη του λεπτοκαμωμένου ξωτικού ήταν απίστευτη. Πριν ακόμα το σώμα του Σκόρου σταματήσει να κινάτε από την επίθεση ξωτικού δέχτηκε ένα χτύπημα στο μάτι και αμέσως ένα στο κούτελο.
«Τι της έκανες? Τι της έκανες? Τι της έκανες?» απέτισε να μάθει το ξωτικό χτυπώντας μανιασμένα τον Σκόρο ξανά και ξανά χωρίς να έχει συνείδηση για τίποτα.
Ο Σκόρος ένιωσε αίμα να τρέχει από το πρόσωπό του και το ένα μάτι του είχε κλίσει από το αίμα. Ένιωσε την καυτή ανάσα του ξωτικού στο πρόσωπο του όταν το ξωτικό εξαντλήθηκε και απλά κρατούσε την γενειάδα του με το άλλο.
«Τώρα μπορώ να τον σκοτώσω» σκέφτηκε, η απόγνωση εμφανίστηκε και πάλι στο πρόσωπο του ξωτικού με ένα βλέμμα απογοήτευσης στα μάτια του. Το ξωτικό ήταν εντελώς εκτεθειμένο και ανίσχυρο να αμυνθεί.
«Τώρα!» σκέφτηκε και στο μυαλό του άκουσε μια κραυγή. Τα χέρια του νάνου κουνήθηκαν και το παγωμένο ατσάλι σηκώθηκε από τις λάσπες για να σκίσει τον αέρα για ακόμα μια φορά και να χτυπήσει το κεφάλι του ξωτικού με την πλατιά μεριά τις λάμας. Το χτύπημα έριξε το ξωτικό κάτω με το πρόσωπο στην λάσπη, οπού συνήλθε από τον μακρινό απελπισμένο κόσμο του και αργά τρεκλίζοντας καθαρίζοντας αρχικά το πρόσωπο του προσπάθησε να σηκωθεί στα πόδια του. Και ο νάνος σηκώθηκε όρθιος παρακολουθώντας τον άλλον άνδρα, κανονικά θα μπορούσε και θα έπρεπε να τον είχε σκοτώσει, αρχικά του επιτέθηκε και κατά δεύτερων άνηκε σε μια φυλή που κάποτε ήταν εχθρός της δικής του και οι ιστορίες για αυτά τα πλάσματα ήταν απερίγραπτες . Αλλά δεν το έκανε ,ήθελε η δύναμη του να χρησιμεύσει για το καλό.
«Δεν σε έσωσα για να σε σκοτώσω…» του είπε παγερά ο Σκόρος με το αίμα από το πρησμένο του πρόσωπο να ποτίζει στην γενειάδα του. Το ξωτικό πήρε μια βαθειά ανάσα και έπειτα η αναπνοή του έγινε κανονική.
«Ναι αλλά με χτύπησες» του απάντησε.
«Μωρέ τι μας λες !» πέταξε ο Σκόρος με τα νεύρα του να αρχίζουν να σπάνε και την συμπόνια του για αυτόν τον δυστυχισμένο να τον εγκαταλείπει.
«Και σε έσωσα και ξύλο έφαγα και εσύ αυτό έχεις να πεις? Εξηγήσου! » βρυχήθηκε ο νάνος δίνοντας στο ξωτικό την τελευταία του ευκαιρία να λογικευτεί με τα ξίφη του πλέον να τοποθετημένα σε μια τέλεια πολεμική στάση που ο Σκόρος δεν ήξερε, αλλά του βγήκε αυθόρμητα .
«Εσύ θα μου πεις τι έκανες στην γυναίκα μου και ίσως ζήσεις.» είπε αργά και σταθερά το ξωτικό χωρίς ίχνος φόβου στην φωνή του με μάτια που έλαμπαν σαν δυο πράσινες χάντρες στο χλομό γαλάζιο και μαύρο χρώμα της νύχτας . Εκείνη η ματιά ήταν το πιο δυνατό χτύπημα που είχε κάνει το ξωτικό στον Σκόρο, τον τρόμαξε και τον έκανε να νιώσει μικρός μπροστά του, αλλά κανένας νάνος δεν ανέχεται τον χαρακτηρισμό
–μικρός- ακόμα και από τον εαυτό του.
«Δεν ξέρω καμία γυναίκα τις φυλής σου.» απάντησε ο Σκόρος περήφανα ,αλλά δεν μπόρεσε να φτάσει εκείνη την μεγαλοπρέπεια του ξωτικού, θύμωσε.
«πάντα αυτά τα ξωτικά φέρονται τόσο ανώτερα και άξεστα.» σκέφτηκε και ο θυμός που έκαιγε μέσα του φούντωσε, πάλι τον υποτιμούσαν.
«Ναι αλλά τα σπαθιά που κρατάς ήταν δικά της…» του είπε με το ίδιο βλέμμα.
«Τα βρήκα και…»
«Το ίδιο είπε και σε εμένα, τα βρήκε σε ένα πτώμα, εσύ που τα βρήκες?»
«πάνω σε έναν βράχο»
«ψέματα!!!» ούρλιαξε το ξωτικό χωρίς να κινεί το παγωμένο βλέμμα του από τον νάνο ο οποίος πλέον ήταν έξαλλος με αυτό το υπεροπτικό ξωτικό που νόμιζε πως ήταν σε θέση να τον απειλήσει. Το ξωτικό τράβηξε ένα μικρό κοντάρι από την ζώνη του.
«Την σκότωσες για να πάρεις τα σπαθιά και την δύναμη τους»
«Δεν σκότωσα κανέναν και δεν ξέρω τίποτα για αυτά τα σπαθιά και θα μου πεις τι ξέρεις για αυτά τα σπαθιά να μην βρέξει καρπαζιές σήμερα » τώρα πλέον και ο Σκόρος ούρλιαζε.
«μην του κάνεις κακό» άκουσε μια φωνή μέσα από το κεφάλι του ο Σκόρος «δεν μπορεί να σκεφτεί τώρα»
«Οοο μα εκεί που θα τον στείλω θα έχει άπλετο χρόνο για να σκεφτεί» απάντησε ο μανιασμένος νάνος σε εκείνη την φωνή νιώθοντας περισσότερη δύναμη να του προσφέρετε από τα σπαθιά. Η μεταμόρφωσή του άρχισε να αλλάζει μέχρι που έγινε λίγο πιο χοντρή και εκτεταμένη με τα κέρατα να μεγαλώνουν σε μέγεθος μπουκαλιού. Το ξωτικό κούνησε τα χέρια του στον αέρα με κινήσεις σταθερές, τοποθέτησε κάθε χέρι κάτω από τα μάτια του και ένας βρόγχος βρήκε από το στόμα του, το κοντάρι του έλαμψε από μόνο του και το άλλο χέρι του κλείδωσε σε μια μισάνοιχτη γροθιά.
«μάγος!!! Ίσως χρειαστεί να τον σκοτώσω στα αλήθεια» συνειδητοποίησε ο Σκόρος.
«Την σκότωσε…» επανέλαβε ψιθυριστά στον εαυτό του το ξωτικό με οδύνη.
«Άκου να δεις δεν σκότωσα κανέναν και δεν βρήκα κανένα πτώμα…» άρχισε ο Σκόρος ,αλλά ο μάγος έκλισε την γροθιά του με μίσος και τότε ο φόβος φώλιασε στην ψυχή του Σκόρου. Ο αέρας αιμορραγούσε, ο αέρας αιμορραγούσε!!! Αίμα έσταζε από το πουθενά. Κάτι σαν καπνός άρχισε να στροβιλίζετε γύρω του ,τσιριχτές φωνούλες ήρθαν από όλες τις διευθύνσεις φυλακίζοντας τον νάνο σε έναν κυκλώνα .
Τότε ο Σκόρος κατάλαβε Νεράιδες του αέρα , τις εξουσίαζε ο μάγος και τις πίεζε τόσο πολύ που αιμορραγούσαν, χωρίς αμφιβολία με την θέληση του μάγου θα τον ξέσκιζαν σαν σάπιο ρετάλι από στιγμή σε στιγμή.
«Πες μου τι έκανες στην γυναίκα μου» ακούστηκε η φωνή του μάγου σταθερή και κρύα πάνω από όλο αυτό το πανδαιμόνιο. Πριν το πάρει είδηση μια νεράιδα έσπασε το κέρατό του σαν να ήταν από βούτυρο και ο Σκόρος κατάλαβε ότι έπρεπε να γίνει πιστευτός γιατί η δύναμη των σπαθιών δεν θα τον βοηθούσαν εκείνη την φορά και έτσι θηκάρωσε τα όπλα του. Έκρυψε τον φόβο του και απάντησε ξερά και ειλικρινά με μάτια κλειστά ώστε να μην κοιτάζει τον ματωμένο κυκλώνα που τον περιέβαλε.
«Δεν είδα καμία γυναίκα τις φυλής σου»
«Αλήθεια?» ακούστηκε η φωνή του μάγου με μια νότα σαρκασμού στην φωνή του και με της νεράιδες να στροβιλίζονται πιο κοντά του χαρακώνοντας την κοιλιά του και τους ώμους του με τα φτερά τους.
«Αλήθεια, παράτησαν την δικιά μου αν σου κάνει.» είπε ο Σκόρος απελπισμένος, πάντα με τα μάτια κλειστά ρουφώντας, την κοιλιά του και μαζεύοντας του ώμους, ο ήρωας μας πλέον έτρεμε από τον φόβο, τελικά οι περιπέτειες του δεν θα έφταναν ούτε για οπισθόφυλλο μουρμούρισε στον εαυτό του και τότε ο κυκλώνας εξαφανίστηκε και το δάσος υπό το φώς του Μπέλοκεν εμφανίστηκε ξανά με τον μάγο να έχει κρεμασμένα τα χέρια και το κεφάλι σκυφτό σε μια πένθιμη στάση.
«Συγχώρα με μικρέ» είπε ο μάγος με έναν τόνο θλίψης στην φωνή του.


Κεφάλαιο 8
Συνάντηση

Ο Σκόρος έστεκε βαριανασαίνοντας ,παρατηρούσε τον σκοτεινό μάγο προσπαθώντας να ηρεμήσει τον εαυτό του και να ξεπεράσει την ντροπή που ένιωθε. Προσπαθούσε και να καταλάβει, πως τα σπαθιά του συνδέονταν με αυτό το σκοτεινό ξωτικό, το οποίο κατά τα λεγόμενα της ιστορίας δεν θα έπρεπε να υπάρχει, μιας και εξοντώθηκαν όλα στους δυο πολέμους των ξωτικών πριν αιώνες. Παρατήρησε το ξωτικό, ήταν ένα πολύ γοητευτικό πλάσμα, το δέρμα του γυάλιζε απόκοσμα υπό το φώς των φεγγαριών και η κορμοστασιά του ήταν λεπτοκαμωμένη. Ο νάνος θυμήθηκε τις γρήγορες κινήσεις με τις οποίες το ξωτικό τoν είχε πετάξει κάτω και τον είχε αρχίσει στις γρήγορες παρόλη την κούραση και εξάντληση. Αμέσως βλαστήμησε των εαυτό του που παίνεψε ένα ξωτικό.
Και το ξωτικό παρατηρούσε τον νάνο, και τον παρακολουθούσε με ανάμικτα συναισθήματα και ο τεράστιος πόνος που κουβαλούσε στην ψυχή του τον έκανε να βλέπει διαφορετικά αυτό το χοντροκομμένο πλάσμα που επί αιώνες παρακολουθούσε από τις σκιές. Για πρώτη φορά έβλεπε κάτι διαφορετικό σε αυτά τα πλάσματα τα οποία τα πολέμησε στους δυο μεγάλους πολέμους . Πολλοί νάνοι είχαν πάει σαν μισθοφόροι στους πολέμους των ξωτικών και ο μάγος είχε ξεκάνει πολλά από αυτά τα χαζά πλάσματα, τουλάχιστον τα προτιμούσε από τους ανθρώπους, τόσο άξεστοι και πολυπληθείς σαν παράσιτα.
Κοίταξε τον νάνο που είχε μπροστά του, δεν ήταν και τόσο τρομερός όσο οι νάνοι που είχε πολεμήσει τότε, δεν είχε την τεράστια γενειάδα που είχαν εκείνοι ,τα τεράστια μπράτσα ,ούτε το τρομερό άφοβο πρόσωπο. Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν κατάματα. Τα μάτια του νάνου ήταν όμοια με εκείνα των νάνων που είχε πολεμήσει κάποτε, περήφανα. Το σκοτάδι που τους τύλιγε έκανε το ξωτικό να αντικρύσει καλύτερα αυτόν που είχε απέναντί του. Κοίταξε το ματωμένο πρόσωπο του νάνου και τότε θυμήθηκε τι είχε προηγηθεί.
«Είσαι όντος ο νάνος που βλέπω ή είσαι αυτή η ύπουλη ψυχή που κατοικεί στα σπαθιά .» είπε με τρεμάμενη φωνή ο μάγος.
«Πριν με έσωσες και εγώ..» αλλά ο μάγος δεν ολοκλήρωσε αυτή του την κουβέντα γιατί παρακολούθησε τον νάνο να πέφτει στα γόνατα κρατώντας τα αυτιά του και να ουρλιάζει. Ο Μάγος είχε παγώσει στην θέση του, τι παρακολουθούσε εκείνη την στιγμή? Ο Σκόρος σηκώθηκε και φώναξε.
«Καλά ντε ,πάω !» και ο νάνος χωρίς δισταγμό και χωρίς να αφήσει τα αυτιά του έκανε μερικά χοροπηδητά βήματα μέχρι το ξωτικό και όταν έφτασε δίπλα του γύρισε απότομα το σώμα του στο πλάι με τον έναν του γοφό προταγμένο προς τα πάνω. Το ξωτικό θυμήθηκε μια φορά που παρακολουθούσε μια παρέα νάνων να πίνουν μπύρες και ένας κοπάνησε έναν άλλον στον πισινό, έπειτα γέλασαν όσοι μαζί. Το ξωτικό δεν δίστασε και έριξε μια εγκάρδια σφαλιάρα με το λεπτό του χέρι στον παχουλό πισινό του νάνου. Τα μάτια του νάνου πετάχτηκαν σχεδόν έξω από το κεφάλι του και έκανε μια περιστροφή στο ένα του πόδι με τον τσούξιμο αποτιμώμενο στην έκφραση του. Όταν ξαναγύρισε στον μάγο η απελπισία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του.
«Την λαβή από το σπαθί πιάσε ηλίθιε!» φώναξε ο Σκόρος. Το ξωτικό μόρφασε αμήχανα και έπιασε την λαβή.
Τότε το ξωτικό άκουσε μια εκκωφαντική φωνή
«Ω μα τους θεούς είναι τέρμα βλαμμένοι και οι δύο.» η φωνή έμοιαζε να ήταν φωνή ανθρώπου. Το ξωτικό τρόμαξε τόσο που πετάχτηκε πίσω παίρνοντας μαζί και το σπαθί από την θήκη του, αμέσως το ξωτικό ένιωσε την δύναμη του όπλου να πλημμυρίζει το κορμί του, έβγαλε μια τρεμουλιαστή ανατριχιαστική κραυγή όταν είδε στο κορμί του να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της μεταμόρφωσης. Αίμα άρχισε να τρέχει από το κεφάλι του και την πλάτη του και η οργή του φούντωσε , νόμισε πως ο νάνος τον ξεγέλασε.
Οι δύο άντρες άκουγαν την ίδια φωνή ταυτόχρονα, μια φωνή ακαθόριστης ηλικίας να ουρλιάζει:
«Ψυχραιμία. Δεν σας εξουσιάζω, εσείς με εξουσιάζετε » αλλά ο τρόμος του ξωτικού, ότι δεν θα εκπλήρωνε τον στόχο του, τον είχε κουφάνει και ειδή έπαιρνε στάση απέναντι στον νάνο για να επιτεθεί. Ο νάνος κοίταγε αλλού ώμος με τα μάτια του γουρλωμένα σε μια μάσκα αγωνίας, τι ήταν αυτό που ήταν τόσο σημαντικό ? Το βλέμμα του ακολούθησε το βλέμμα του Σκόρου και είδε μια γυναίκα τις ανθρώπινης φυλής ντυμένη με λευκό χιτώνα και μπερδεμένα τα μαύρα της μαλλιά να προσπαθεί να πει κάτι.
«Αμ….» ξεκίνησε ,αλλά ο νάνος την έκοψε.
«Μίνα φύγε γρήγορα» ούρλιαξε ο Σκόρος τραβώντας το άλλο σπαθί αντλώντας την δύναμή του στο έπακρο, το ξωτικό το ένιωσε, ένιωσε την δικιά του δύναμη να ελαττώνετε και να πνίγετε σε αυτή του νάνου.
Η γυναίκα λιποθύμησε επιτόπου βλέποντας τον Σκόρο να μεταμορφώνετε αστραπιαία σε ένα τέρας.
«Μακριά της» βρυχήθηκε ο νάνος ξεπερνώντας όλους τους ενδοιασμούς του για τον φόνο.



Κεφάλαιο 9
Συμμαχία


Η φωνή ούρλιαξε μέσα στα κεφάλια των δυο ανδρών με τέτοια ένταση που δεν μπορούσαν πλέον να την αγνοήσουν.
«Σταματήστε και οι δύο!» πρόσταξε η φωνή. Το μυαλό του ξωτικού δούλευε πυρετωδώς για να καταλάβει τι συνέβαινε. Έβλεπε το πρησμένο μάτι του νάνου να σφίγγετε από την ένταση της φωνής, ή μήπως το προσποιούτανε και μόνο εκείνος την άκουγε ?
«Και οι δύο με ακούτε αφού κρατάτε τα ξίφη .» άκουσε ξανά εκείνη την φωνή ακαθόριστης ηλικίας. Ένα μικρό τρέμουλο διαπέρασε το κορμί του μάγου σκεφτόμενος πως ίσως εκείνη η φωνή άκουγε την σκέψη του.
«Και βέβαια ακούω την σκέψη σου, αφού είμαι στο σώμα σου!» απάντησε στην σκέψη του η φωνή και το σώμα του πέτρωσε και το ένιωσε τελείως άκαμπτο.
«Ωραία και τώρα μπορείς να σκάσεις ?» είπε νευριασμένα ο νάνος. Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Όταν η φωνή ξανακούστηκε ήταν σε μια ένταση κανονική σαν μια απλή ομιλία.
«Με εσένα δεν χρειάζεται να ακούω την σκέψη σου νάνε και φαντάζομαι πως εννοείς να μιλάω πιο χαμηλόφωνα…»σχολίασε σαρκαστικά η φωνή.
«Ε ναι ! κοίτα τι έκανες με την αγριοφωνάρα σου! Το σκοτεινό ξωτικό μου πήρε το ένα ξίφος.»
«Μην φοβάσαι θα στο επιστρέψει, είναι η μόνη λύση που έχει.»
Και έπειτα από αυτόν τον σύντομο διάλογο το ξωτικό μίλησε χωρίς να είναι σίγουρο αν άλλα άκουγαν με τα αυτιά και άλλα μέσα στο μυαλό τους.
«Τον γνωρίζεις ?» ρώτησε απευθύνοντας την ερώτηση στον Σκόρο.
«Όχι, αλλά μάλλον είναι η ψυχή που έχει καταλάβει τα σπαθιά.» και συνέχισε η φωνή του νάνου μέσα στο μυαλό του ξωτικού
«.. όπως στο βιβλίο -Ο μπελάς μέσα μου- όπου ένα μαγικό δαχτυλίδι είχε μέσα του την ψυχή ενός μάγου και όποιος το φορούσε μπορούσε να μιλήσει με τον μάγο, βέβαια το τέλος δεν το ξέρω γιατί η γυναίκα μου…δηλαδή η παραλίγο γυναίκα μου πέταξε το βιβλίο σε ένα βαρέλι με νερό .»
«Ποιος είσαι ?» ρώτησε στον αέρα το ξωτικό χωρίς να ξέρει πώς να απευθύνει μια ερώτηση σε κάποιον που δεν μπορούσε να δει.
«Αρχικά μην φοβάσαι.» απάντησε ευγενικά η φωνή. «βάλε πίσω στην θήκη του το ξίφος, το ίδιο και εσύ νάνε.» αν και δίστασαν για μια στιγμή ήθελαν και οι δύο να ξεφύγουν από εκείνη την άβολη κατάσταση, εξάλλου ένιωθαν και οι δύο πως όσα λέγονταν ήταν αλήθεια, όσο ύποπτο και αν φαίνονταν. Και έτσι με ανακούφιση επέστρεψαν τα σπαθιά στα θηκάρια τους, αργά και χωρίς καμία άσχημη κατάληψη που είχαν στο πίσω μέρος του μυαλού τους.
Το ξωτικό θηκάρωσε το σπαθί και ακούμπησε την λαβή με την παλάμη του, πήρε μια βαθειά ανάσα και μίλησε ξανά.
«Ωραία, και τώρα ποιος είσαι εσύ ?»
«Τότε… που ζούσα με λέγανε Μάθιου Άκαθαρ.» ο Σκόρος πάγωσε στο άκουσμα του ονόματος , μακάρι να είχε διαβάσει κάτι παραπάνω από εκείνο το βιβλίο.
«Και τι είσαι?» ξαναρώτησε το ξωτικό αγνοώντας το όνομα σαν να μην ειπώθηκε.
«Δαίμονας.» απάντησε με πικρία η φωνή και αυτή η απάντηση έκανε και τους δύο άντρες να παγώσουν στην θέση τους.
Κανείς δεν μίλησε για λίγο, και η φωνή ακούστηκε ξανά με έναν τόνο ανείπωτης θλίψης .
«Δεν υπάρχει λόγος να με φοβάστε…μπορώ να ακούσω τις σκέψεις σας, μην με φοβάστε, δεν υπάρχει λόγος, δεν μπορώ να ελέγξω την δύναμη των σπαθιών… μόνο τους εαυτούς σας να φοβάστε.»
Ο νάνος κατάλαβε τα λόγια του δαίμονα, κατάλαβε πόσο κοντά ήταν πριν λίγες ώρες στο να σκοτώσει την Θέκλα.
Το ξωτικό άκουγε αυτά τα πράγματα και το μυαλό του ήταν ένα καζάνι από ανάμεικτα συναισθήματα οργής, φόβου και απορίας. Σκηνές από την πρόσφατη τραγωδία που είχε ζήσει έρχονταν στη μνήμη του και δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε ο Μάθιου, ήταν αυτός ο υπαίτιος ?
«Δεν είμαι εγώ αυτός που ψάχνεις , πρέπει να συνεργαστούμε όλοι γιατί αν και οι σκοποί μας διαφέρουν , ο στόχος μας είναι ένας, ο Πατέρας μου…Ο Γουίλιαμ Άκαθαρ.»

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου